Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2020

ΜΑΡΘΑ (στη μνήμη της Άννας μας)



Σε θυμήθηκα σήμερα. Είχες πλεγμένα τα χέρια σου, με τα δάχτυλα γυρισμένα προς τα έξω, το κορμί λυγισμένο μπροστά σαν τσακισμένο και το βλέμμα θολό. Δεν ήταν από το κλάμα μοναχά, ήταν από το λογισμό που σε τυραννούσε. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο τα δάχτυλά σου είχαν ακόμα κομμάτια ζυμαριού και η μυρωδιά του σκόρδου και του κόλιαντρου τα πλημμύριζε. Κι όμως ήμουν σίγουρος πως δεν μαγείρευες. Ήμουν σίγουρος γιατί τα είδα να τρίβουν απαλά, χαϊδευτικά τα χέρια ενός αρρώστου. Ήταν σαν να του έδιναν κουράγιο και δύναμη, σαν να γύρευαν να του μεταγγίσουν ζωή, σαν να απολογούνταν, με ένα τρόπο βουβό, μυστικό για το μάταιο των προσπαθειών σου. Έπειτα εκείνος σε κοίταξε. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο ικεσία. Αν και βουβός κατάλαβες αμέσως τι ζητούσε.

-Του το παράγγειλα, είπες. Έστειλα το Ιεσσαί με το άλογο. Του ‘πα να μη σταματήσει αν δεν τον βρει. Να του εξηγήσει την κατάσταση, να τον φέρει καβάλα, ει δυνατόν.

- Το ξέρω πως πονάς. Μήπως δεν το βλέπω πως αδυνάτισες; Κάνε κουράγιο, δεν μπορεί παρά να ‘ρθεί. Δε θα σε αφήσει. Σε λέει φίλο του. Κάθε φορά που βρισκόμασταν εσένα έβαζε δίπλα του. Κι όταν τον κρατήσαμε για φαγητό ούτε που τον ένοιαξαν όσα ετοίμασα. Ήταν ευγενικός δε λέω, με ευχαρίστησε για τον κόπο μου μα εκείνη η κουβέντα του με πείραξε λιγάκι. Όχι ότι δεν είχε δίκιο, μα εγώ ήθελα έτσι να του δείξω την αγάπη μου.

-Λες γι αυτό να αργεί τώρα; Λες να πληρώνεις εσύ τη δικιά μου ενόχληση;

Αλλά όχι. Δεν είναι δυνατόν να πάρει κάτι τόσο πολύτιμο από σένα εξαιτίας μου. Γιατί αργεί; Λες να μην τον βρήκε ο Ιεσσαί; Κι εσύ όλο αδυνατίζεις, όλο σβήνεις.

Μια οσμή μύρου διακόπτει το όνειρο. Ίσως ονειρεύεται και η όσφρησή μου –γιατί όχι; Η όραση έτσι κι αλλιώς έχει το προνόμιο. Ναι, ναι όνειρο είναι. Τούτο που στα αλήθεια οσμίζομαι είναι οινόπνευμα ανακατωμένο με αντισηπτικό. Κουνάω απότομα το κεφάλι να γυρίσω στο όνειρο. Σε βλέπω ξανά. Τώρα στέκεσαι στην πόρτα και κοιτάζεις τον Ιεσσαί στα μάτια. Ρουφάς μια-μια τις λέξεις από το στόμα του. Του το είπε λέει. Μα εκείνος δεν θέλησε να καβαλήσει τ’ άλογο. Μα φυσικά εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Μα φυσικά τον ανέφερε το θάνατο. Το θάνατο που τον βλέπεις να ζυγώνει στην πόρτα πίσω από τον Ιεσσαί. Μα εκείνος δε μίλησε. Κατέβασε μονάχα το κεφάλι όπως όταν σκύβουμε να ακούσουμε την καρδιά μας τι μας ψιθυρίζει. Πονούσε. Έπρεπε όμως να την τιθασεύσει.

Σε βλέπω να χαϊδεύεις ξανά το κεφάλι του αρρώστου. Είναι δροσερό πια όχι γιατί έπεσε ο πυρετός αλλά γιατί πλησιάζει το τέλος. Μα όσο πιο αδύναμα χτυπά η καρδιά του τόσο πιο τρελά ηχεί η δική σου. Πελώρια τα κύματα του λογισμού έρχονται να σε πνίξουν. Εκείνο το «γιατί» σε καβαλάει στο σβέρκο και σε σέρνει κάτω μέχρι να ματώσεις. Και τα χέρια σου γεμάτα ακόμα με τα υπόλοιπα του δείπνου που ετοίμασες σφίγγονται σα να θέλουν να πνίξουν το θάνατο. Δε ξέρω τι σε πονά περισσότερο ν’ αφήσεις να φύγει. Τον άρρωστο ή την ελπίδα. Είχες ελπίσει. Είχες πιστέψει. Είχε περιμένει. Όπως καληώρα κι εγώ. Ένα-ένα πρέπει να ξαναδώσεις πίσω στην αναγκαιότητα τα λάφυρα που κρατούσες σφιχτά. Την ελπίδα, την πίστη, το θάρρος, τη ζωή.

Κουλουριάζεσαι, σφίγγεις τα δόντια να μη φωνάξεις να μην ουρλιάξεις ένα πελώριο «γιατί». Κρυφοκοιτάς στο παράθυρο του αύριο και τα βλέπεις όλα μαύρα. Έσβησε. Δεν ανασαίνει πια. Μια μικρή ελπίδα πως σε λίγο θα ακουστεί πάλι η ανάσα του . Κι ύστερα λύνεις τα χέρια, αφήνεις το θάνατο να στην πάρει κι αυτή. Τότε είναι που γιγαντώνεται ο λογισμός σου. Μα για λίγο. Έπειτα σαν ποτάμι που κυλά οι μέριμνες της ταφής σε αποσπούν. Καλά να ναι όσοι τις θέσπισαν. Θα σου πάρουν για λίγο τα ερωτηματικά απ’ το μυαλό. Μα σαν τελειώσεις με τον ενταφιασμό στέκεσαι πάλι εκεί. Μόνη με το «γιατί». Μέσα σου παλεύουν τόσες σκέψεις. Ναι, δεν ήταν νέος ο αδερφός σου. Τόσοι και τόσοι φεύγουν νέοι, παιδιά. Γιατί να μη φύγει εκείνος και να χάνονται αυτοί; Μα πάλι είχες νιώσεις ξεχωριστή. Είχες πιστέψει πως η φιλία σας –εντάξει η φιλία του αδερφού σου σε έκανε να τον νιώθεις κι εσύ φίλο έστω κι αν η γυναικεία συστολή σε απέτρεπε από το να το εκφράσεις δημόσια- θα έφτανε για να σε προστατέψει από τα κακά του κόσμου. Είχες ελπίσει πως για σας θα γινόταν μια εξαίρεση, έστω με τη μορφή της αναβολής. Είχες ελπίσει σε μια θαυματουργία. Τώρα … τώρα πέρασαν κιόλας τρεις μέρες από τότε που έσβησε ο αδερφός σου. Από τότε που τον νεκροστόλισες και τον τύλιξες με τα οθώνια. Η λογική σου λέει ότι τέλειωσαν όλα. Πρέπει να περιμένεις ως την αιωνιότητα. Η φύση έχει τους νόμους της. Τρεις μέρες κι ο νεκρός θα μυρίζει πια απαίσια. Τέλος. Προσπαθείς να τον υπερασπιστείς μέσα σου. Όχι τον αδερφό σου. Το φίλο του. Που δεν ήρθε. Που δεν έτρεξε. Που δεν έκανε για σένα την εξαίρεση. Και δυσκολεύεσαι. Και πονάς.

Κι εγώ το ίδιο. Να, άνοιξε η πόρτα της εντατικής και τον φέρνουν σκεπασμένο με το λευκό σεντόνι. Κοιτάζω στην πόρτα, στην άκρη του ορόφου. Ξέρω πως δεν έχω Ιεσσαί να περιμένω. Γιατί δεν είχα πού να τον στείλω. Μόνο κάτι τηλεφωνήματα σε φίλους και σε μοναστήρια. Μόνο κάτι δάκρυα σε ένα ναό. Μόνο κάτι υποσχέσεις για αλλαγή και κάτι ενοχές για όσα ίσως φταίω.

Μάρθα, Μάρθα. Κει που είσαι, αν έχεις παρρησία, θυμήσου μας.
Αλεξανδρεύς
ΥΓ. (αμφ.) Σήμερα, 4 Ιουνίου 2020, εορτή των αγίων αδελφών Μάρθας και Μαρίας, πέταξε για την αγκαλιά του Θεού η αγαπημένη μας συνάδελφος, φίλη και δασκάλα, η λατρεμένη μας Άννα. Μαζί της πονέσαμε, κλάψαμε, προσευχηθήκαμε, ζήσαμε ένα θαύμα και μετά ... σιωπή.
Οι μαθητές μας και μαθητές της, στο άκουσμα της είδησης, πήγαν αυθόρμητα στο ναό να προσευχηθούν για την ανάπαυση της ψυχής της.
"Συμπτωματικά" ο Αλεξανδρεύς μετά από λίγη ώρα, μας έστειλε τη συνεργασία του.
Άννα, γλυκιά μας, θυμήσου μας εκεί πάνω όλους εμάς που παλεύουμε
καθημερινά με τόσο μικρά κι ασήμαντα ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου