Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

"Ο Σιδερής της Μαργίτσας..." ~ Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα.-

                                                                        (αληθινή ιστορία...)

Ήταν 25 χρονών ο Σιδερής από το Βροντάδο, όταν γνώρισε τη Μαργίτσα. 
Ήταν, δεν ήταν 20 χρονών εκείνη. Κανείς όμως, δεν την ήθελε κι ας είχε πανέμορφα πράσινα μάτια. 
«Πρόσφυγες, πρόστυχες» λέγανε περιφρονητικά οι ντόπιοι για τις προσφυγοπούλες που είχαν έλθει το ’22 από τη Μικρασία. 
Τα ’λεγε κι ο Σιδερής αυτά, μέχρι που γνώρισε τη Μαργίτσα. 
Μετά δεν είχε μάτια για άλλη. 
Τη ζήτησε από τον αδελφό της και σε δυο μήνες έγινε ο γάμος. 
Ύστερα ήρθαν τα παιδιά. Χρόνος και παιδί. Σε τέσσερα χρόνια γέμισε το σπίτι από τις φωνές και τα γέλια τεσσάρων παιδιών.
Ένα βράδυ ο Σιδερής γυρνώντας από τον καφενέ, της είπε κοφτά:
- Θα μπαρκάρω Μαργίτσα μου. Να καλυτερέψει η ζωή μας.
- Ό,τι πεις εσύ, Σιδερή μου, είπε εκείνη.
Ο Σιδερής μπάρκαρε ένα μουντό πρωινό του Νοέμβρη. Έκανε απανωτά τρία ταξίδια με ένα καράβι του Λαιμού από την Αιγνούσα[1]. Και της έστελνε τακτικά τα χρήματα. 
Πριν από το τέταρτο ταξίδι κι ενώ εκείνη έλπιζε να γυρίσει στη Χίο, της έγραψε πως βρήκε τυχαία στη Νέα Υόρκη έναν μακρινό ξάδελφό του και πως θα δοκίμαζε την τύχη του στην Αμερική. 
Ύστερα, λέει, θα της έκανε πρόσκληση να ’ρθει και κείνη με τα παιδιά.
Τα παιδιά! Τα παιδιά δεν θυμόντουσαν καλά - καλά πώς είναι η εικόνα του πατέρα τους. 
Η Σεμίρα, η μεγάλη, ήτανε πια 10 χρονών και το τελευταίο, η Ανεστασώ 6 χρονών δεν τον είχε δει ποτέ. 
Ήταν αγέννητη όταν μπάρκαρε ο Σιδερής, ο «Σιδερής της Μαργίτσας», όπως τον έλεγαν οι Βρονταδούσοι, άλλοι από περιφρόνηση, αφού τον κατάφερε μια προσφυγοπούλα κι άλλοι αναγνωρίζοντας την αξιοσύνη της μικροσκοπικής προσφυγοπούλας που ήταν ο καπετάνιος του σπιτιού.
Τον πρώτο καιρό ήρθανε από την Αμερική αρκετά γράμματα και μπόλικα δολάρια. Ύστερα, μήνα με το μήνα, τα γράμματα αραιώνανε και τα δολάρια επίσης. 
Κάθε φορά που άνοιγε το φάκελο η Μαργίτσα, μια ψύχρα την έλουζε από πάνω ως κάτω κι η καρδιά της σφιγγόταν.
Ένα πρωί η Μαρκέλλα, η γειτόνισσα της πέταξε δήθεν αδιάφορα.
- Ε, Μαργίτσα, σου ’δωκε διαζύγιο ο Σιδερής; Ίντα[2] έμαθε ο Δημητρός της Κανέλλας; Έκαμε άλλη οικογένεια στην Αμερική;
- Ούργια[3] πράματα λες Μαρκέλλα, πετάχτηκε η Μαργίτσα. Πιστεύεις τα ψέματα του κόσμου; Προχτές μου ’γραψε ο Σιδερής μου. Έχετε όλοι χαιρετίσματα και ...
Δεν αποτέλειωσε τη φράση. Η Μαρκέλλα είχε ήδη φύγει. Μα και η Μαργίτσα δεν ήταν έτοιμη να αποτελειώσει το ψέμα που είχε αρχίσει. 
Δάγκωσε τα χείλη της και μπήκε στο σπίτι.  Κι όταν ήταν πια τελείως μόνη, έκλαψε, έκλαψε, ώσπου δεν είχε πια άλλα δάκρυα.
Το ίδιο απόγευμα πήγε να βρει τον πατέρα Άνθιμο[4], τον πνευματικό της στην «Παναγία τη Βοήθεια». 
Κάθε φορά που έμπαινε στο Μοναστήρι, ένιωθε πως ήταν πιο σπίτι κι από το σπίτι της. 
Με τις μοναχές ήταν σαν αδελφή. 
Οι περισσότερες ήταν πρόσφυγες που είχαν γλιτώσει από του Τούρκου το μαχαίρι και μετά από πολλές περιπέτειες βρήκαν ευλογημένο καταφύγιο στο μοναστηράκι που έχτισε ο Γέροντας με πολλές δυσκολίες, πόνο και δάκρυα.
Οι Άγιοι Νικηφόρος ο λεπρός (αριστερά) και Άνθιμος (δεξιά) στο Λεπροκομείο της Χίου

- Κόρη μου, δεν χρειάζονται τα ψέματα, της είπε εκείνος. Μην ξεσυνερίζεσαι[5] τις γειτόνισσες και θα βρουν άλλο να ασχοληθούνε.
Το ίδιο απόγευμα βρέθηκε η Μαργίτσα γονατιστή μπροστά στη λειψανοθήκη του Αγίου στη Χώρα.
- Άγιε μου Μάρκο[6], είπε μέσα στα αναφιλητά της. Εσύ που ξέρεις από παραστρατήματα[7], εσένα μόνο θα ακούσει ... 
Άμε[8] στην Αμέρικα και φέρε μου τον πίσω.    
Δεν πέρασε ούτε μήνας και η Μαργίτσα διάβηκε αναστατωμένη την αυλόπορτα του Μοναστηριού.
- Έχει, λένε και μωρό ! είπε στον Άγιο Γέροντα και ξέσπασε σε κλάμα.
- Κι αν έχει; Σώπαινε κόρη μου και μη δίνεις χαρά στον εξαποδώ.
Της μίλησε πολλή ώρα κι όταν γαλήνεψε, πήγε ξανά στον Άγιο.
- Άγιε μου Μάρκο, για δε μ’ ακούς; του ’πε με παράπονο. Φέρε το Σιδεράκη μου πίσω!
Κι ο Άγιος της το ’καμε το χατίρι. 
Ένα πρωί ήρθε ένα τηλεγράφημα που έλεγε ότι ο Σιδερής ήταν στην Ελλάδα. Μόνο που δεν ήρθε κατευθείαν στη Χίο.  
Είχε λέει, εργατικό ατύχημα. 
Έκατσε μήνες ολόκληρους στα ξένα νοσοκομεία, μόνος και αβοήθητος. Κι όταν οι Αμερικανοί έκριναν πως μπορεί να ταξιδέψει, τον έστειλαν στην Ελλάδα για να ολοκληρωθεί η αποκατάστασή του.
Άφησε τα τέσσερα παιδιά στην Αννέζα, τη γυναίκα του αδερφού της και πήρε το παπόρι για τον Περαία. 
Βρήκε στο Τζάνειο έναν Σιδερή αλλιώτικο, χλωμό, αδυνατισμένο.   Έκατσε μαζί του, μέχρι να τη βεβαιώσουν οι γιατροί ότι μπορούσε να φύγει μαζί του για τη Χίο.
Δεν του ’καμε ποτέ κουβέντα για το πώς πέρασε στην Αμερική. 
Ούτε απαντούσε όταν οι γειτόνισσες την ρωτούσαν με νόημα 
«μόνος του γύρισε Μαργίτσα, ο Σιδερής;».
Ένα απόγευμα ετοιμάστηκε για να πάει ως την Παναγία τη Βοήθεια. Ήθελε να δώσει στο Γέροντα βότανα για τις αλοιφές των αρρώστων που έφτιαχνε ο ίδιος.
- Μαργίτσα θα ’ρθω κι εγώ! είπε ο Σιδερής.
Από κείνο το απόγευμα ο Σιδερής διάβαινε συχνά το κατώφλι του Μοναστηριού κι ο άγιος Γέροντας έλεγε πως 
«είχε ανοίξει πια ο περάντης[9] της καρδιάς του».
Σε ένα χρόνο ο Σιδερής ξαναμπήκε στο Νοσοκομείο για να βγάλουν όλα τα σίδερα που ’χανε φυτέψει οι χειρουργοί στα πόδια του. Τότε ήταν, που ήρθε στο ίδιο δωμάτιο ένα παλικάρι ίσαμε 25 χρονών.  
Ο Γιώργος είχε κάτι παράξενο πάνω του, αλλά δεν το πρόσεξε από την αρχή ο Σιδερής. Μέχρι που, λόγο με το λόγο, κουβέντα με την κουβέντα, ο Γιώργος του ’πε το φοβερό μυστικό του. 
Είχε λέει διπλή ζωή, γιατί δεν αισθανόταν τόσο άντρας και τα βράδια φορούσε γυναικεία ρούχα και ... 
Δεν μπόρεσε να συνεχίσει ο Γιώργος ...
Συνέχισε όμως ο Σιδερής, που ’χε ανοίξει πια για τα καλά ο περάντης της καρδιάς του. Η ψυχή του, μια «άβουλη ψυχή δαρμένη απ' τα πελάη» χωρούσε τώρα όλα τα αδέλφια που ο Θεός του ’βαζε στο δρόμο του. 
Και του μίλησε από καρδιάς. 
Του είπε και για τα δικά του παραστρατήματα. 
Και το βραδάκι τα είπε με τον Άγιό του και τον παρακάλεσε για το παλικάρι. 
Λίγες μέρες αργότερα ετοιμάστηκε να φύγει για τη Χίο. Ο Γιώργος έμεινε πίσω, μαζί με τα πάθια του, συλλογισμένος.
Όταν μετά από χρόνια χτύπησε η πόρτα, η Μαργίτσα απόρησε βλέποντας έναν άγνωστο άνδρα να της χαμογελά μαζί με μια νέα κοπέλα που κρατούσε ένα μωρό στην αγκαλιά της.
- Ο κύριος Ισίδωρος μένει εδώ;
- Ναι,  είπε διστακτικά και ...
- Γιώργο !
- Σιδερή !
Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου και έμειναν κάμποση ώρα έτσι, άλλοτε γελώντας και άλλοτε κλαίγοντας.
- Ήρθα να σου πω και να χαρείς. Άλλαξα Σιδερή, άλλαξα σου λέω. Βρήκα τη Βιβή που με λατρεύει και κάναμε οικογένεια. Να και το μωρό μας !
Πέρασαν χρόνια. 
Ένα ήσυχο βράδυ του Φεβρουαρίου του 1960 ο Άγιος Γέροντας Άνθιμος έκλεισε τα μάτια στο μάταιο κόσμο και πέταξε για την αιωνιότητα. 
Ο Σιδερής βρισκόταν στην Αθήνα. 
Άργησε να το μάθει. 
Έκλαψε πολύ που δεν κατάφερε ούτε στην εξόδιο ακολουθία να βρίσκεται.
Είκοσι χρόνια μετά, ανήμερα του Αγίου Μάρκου, ο Σιδερής βρέθηκε με βαρύ εγκεφαλικό ξανά στο Τζάνειο. 
Χέρια, πόδια, στόμα, κεφάλι δεν υπάκουαν σε καμιά εντολή του εγκεφάλου. 
Δίπλα του και τα τέσσερα παιδιά, οι νύφες, οι γαμπροί και τα εγγόνια. 
Η Μαργίτσα σιωπηλή στο προσκέφαλό του.
Πέρασε το πρώτο κρίσιμο 24ωρο. 
Ο ασθενής δεν έδειξε καμιά βελτίωση. Μόνο το απόγευμα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε επίμονα το ταβάνι του θαλάμου.
- Η Εκκλησία ... είπε καθαρά.
Η Μαργίτσα τινάχτηκε και ήρθε δίπλα του.
Εκείνος συνέχιζε να κοιτάει ψηλά.
Ύστερα ένωσε τα τρία δάχτυλα του δεξιού χεριού και τα έφερε με κόπο στο μέτωπο.
- Κύριε ημών ... συνέχισε.
Κατέβασε αργά το χέρι ...
- Ιησού Χριστέ ...
Προσπάθησε να φέρει το χέρι στον ώμο. Δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε ξανά. Τίποτα.
- Ελέησόν με, είπε η Μαργίτσα.
Της έγνεψε καταφατικά.
Ύστερα έγειρε.
Ο περάντης του Ουρανού είχε ανοίξει.
Κ. Π.



[1] Αιγνούσα: Οινούσσες.
[2] Ίντα: τι;
[3] ούργια: ανόητα.
[4] Ο Άγιος Άνθιμος (Βαγιάνος), ο εν Χίω υπήρξε ο εφημέριος του Λεπροκομείου Χίου και ο ιδρυτής της Μονής «Παναγία η Βοήθεια».
[5] ξεσυνερίζομαι: παίρνω υπόψη μου και λογαριάζω αυτά που λέει κάποιος σε βάρος μου.
[6] Πρόκειται για τον Άγιο Μάρκο, τον νεομάρτυρα εν Χίω (; - 1801).
[7]  Ο Άγιος Μάρκος γεννήθηκε στη Σμύρνη και παντρεύτηκε το 1788. Μπλέχτηκε όμως, στην Έφεσο με άλλη χριστιανή γυναίκα και κάποια ημέρα συνελήφθησαν επ' αυτοφώρω. Ο Μάρκος και η γυναίκα αρνήθηκαν την πίστη τους ενώπιον του κριτή. Γρήγορα όμως, αισθάνθηκε τύψεις συνειδήσεως για την εξωμοσία του και με δάκρυα εξομολογήθηκε σε κάποιο πνευματικό. Στη συνέχεια παρουσιάστηκε στον Τούρκο κριτή, ομολογώντας την πίστη του. Τον αποκεφάλισαν ύστερα από σκληρά και ανελέητα βασανιστήρια.
[8] Άμε: πήγαινε
[9] περάντης: ο σύρτης της πόρτας.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...