Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Ο διορισμός που δεν έγινε ποτέ...(Στο κείμενο που ακολουθεί, όλα τα περιστατικά είναι αληθινά...)

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα


Είχε πέντε κόρες. «Εφτά τσούπες σ’ ένα σπίτι» έλεγε στους φίλους του γελώντας. Λογάριαζε μαζί και τη γυναίκα του με την ηλικιωμένη μητέρα της. Όταν επέστρεφε το μεσημέρι από το σχολείο ήταν η καλύτερή του. Η μικρότερη κόρη έτρεχε να τον αγκαλιάσει, η πρώτη ετοίμαζε το τραπέζι, οι άλλες του έκαναν αστεία, η μάνα τις μάλωνε κι η γιαγιά καμάρωνε.
Το απογευματάκι ξεκινούσε από νωρίς το διάβασμα, τις διορθώσεις των εργασιών, την προετοιμασία για την άλλη μέρα. Και τέλειωνε αργά τη νύχτα. Και τον κορόιδευαν οι φίλοι κι οι γνωστοί. «Ακόμα δεν τα ’μαθες απέξω; Είκοσι χρόνια διδάσκεις. Δεν είναι δα και Λύκειο. Παιδιά Δημοτικού θα σε ακούσουνε. Κι αν πεις κάτι λάθος, ακόμα κι αν ξεχάσεις κάτι, δεν τρέχει τίποτα». Εκείνος δε μιλούσε. Μόνο καμιά φορά όταν ερχόταν η κουβέντα για το πόσους μήνες κάθονται οι εκπαιδευτικοί και πόσες ώρες δουλεύουν τη μέρα, έκανε μια αδιόρατη σύσπαση το πρόσωπό του.
Μια φορά τη βδομάδα πήγαινε σε έναν εκκλησιαστικό σταθμό και μιλούσε. Συνήθως για τα παιδιά. Για τις αγωνίες και τις λαχτάρες τους. Κι ο κόσμος άκουγε και ήταν πολλοί που τηλεφωνούσαν για να πουν ένα «μπράβο» στον δάσκαλο που άγγιζε τις ψυχές τους.
Ένα βράδυ μετά τα μεσάνυχτα χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν από τα επείγοντα ενός επαρχιακού νοσοκομείου. Η οικογένεια του κουνιάδου του είχε ένα φοβερό τροχαίο. Οι δύο γονείς έχασαν τη ζωή τους. Τα παιδιά 13 και 15 ετών σώθηκαν με μικροτραύματα. Τον καλούσαν να παραλάβει τα αγόρια και να αναγνωρίσει τις δύο σωρούς. 
Μέσα σε ένα βράδυ άλλαξε η ζωή του. Όταν συνήλθε μετά την κηδεία, μάζεψε τα δύο ορφανά παιδιά στο σπίτι του. Η γυναίκα του δεν είπε τίποτα, όταν της το πρότεινε. Αναστέναξε όμως με νόημα. Κι ας ήταν αίμα της τα παιδιά. Είχαν στενέψει πολύ τα πράγματα τελευταία. Κάθε φορά που πληρωνόταν, τα χρήματα έφταναν μόνο για μια βδομάδα. Είχαν βέβαια δικό τους σπίτι, μα το πώς θα χωρούσαν δέκα ψυχές στο τριάρι του 1ου ορόφου, κοντά στα προσφυγικά της λεωφόρου Αλεξάνδρας, ένας Θεός το ξέρει.
Τα παιδιά όταν ήρθαν στο νέο τους σπίτι ήταν αρκετά μουδιασμένα. Μέρα με τη μέρα όμως, έδειχναν πως ξαναβρήκαν την ηρεμία τους και τη γαλήνη. Αυτή η ηρεμία ωστόσο, δεν κράτησε για πολύ. Ο μεγάλος ύστερα από λίγο καιρό παρουσίασε σημάδια μελαγχολίας που ολοένα χειροτέρευαν, μέχρι που αναγκάστηκαν να τρέξουν σε γιατρούς. Η διάγνωση ήταν από όλους ίδια «κατάθλιψη βαριάς μορφής, που χρήζει νοσηλείας».
Το παιδί μπήκε εσπευσμένα στο Αιγινήτειο κι εκείνος δίπλα του. Για έξι μήνες το καθημερινό του πρόγραμμα ήταν: σχολείο ως το μεσημέρι, μετά Νοσοκομείο ως αργά το βράδυ και ύστερα σπίτι. Μόνο τα Σαββατοκύριακα άλλαζε το πρόγραμμα, αφού είχε πιο πολλές ώρες στη διάθεσή του για να πηγαίνει στο Αιγινήτειο. Πέρασαν έτσι, έξι μήνες με πολύ πόνο, πολύ δάκρυ και πολλή προσευχή.
Κι όταν ήρθε η διαβεβαίωση των γιατρών ότι ο πληγωμένος αητός μπορούσε να βγει από το σιδερένιο κλουβί, ήρθε το δεύτερο χαστούκι. Κι αυτή τη φορά πόνεσε πιο πολύ.     
Ένα απόγευμα βγαίνοντας από το studio του ραδιοφωνικού σταθμού -δεν άφησε την αγαπημένη του εκπομπή ούτε και τις δύσκολες ώρες της ασθένειας του παιδιού- είδε στον προθάλαμο έναν γνωστό του κληρικό, συνεργάτη του σταθμού.
- Ευλογημένε, τι έμαθα από την ... ; Μάζεψες δυο ξένα αγόρια στο σπίτι; Έχεις πέντε κορίτσια! Πάει η φωτιά με τα άχυρα;
Η ευσεβής κυρία του Φιλοπτώχου που φρόντιζε πάντα για την ηθική ζωή των μελών της ενορίας τους, είχε προλάβει τα νέα. Και δεν σταμάτησε εκεί. Όταν άκουγε να επαινούν το δάσκαλο με τα μεγάλα προβλήματα και την ακόμα μεγαλύτερη καρδιά, έλεγε με νόημα «δεν φτάνει να φαινόμαστε καλοί, πρέπει και να είμαστε».
Πήγε να πει κάτι, αλλά ο πατήρ ...  μπήκε βιαστικά στο θάλαμο των ηχογραφήσεων.
Τον επόμενο χρόνο τα οικονομικά ζόρισαν ακόμα πιο πολύ. Η μεγάλη του κόρη δεν κατάφερε να περάσει στη σχολή που ήθελε και σχεδίασε να ξαναδώσει. Οι δίδυμες ήταν κι εκείνες υποψήφιες. Μαζί, στην ίδια τάξη και ο ανιψιός του. Τέσσερα Φροντιστήρια, τετραπλά έξοδα. Η μεγάλη κόρη δεν ήθελε να τον επιβαρύνει. Έψαχνε δουλειά για να μπορεί να καλύπτει τα έξοδα του Φροντιστηρίου. Αλλά δεν ήταν εύκολο. Κι εκείνος όλο έγραφε, μουτζούρωνε και γέμιζε χαρτιά με αριθμούς και πράξεις, αλλά δεν κατάφερνε να μειώσει τα έξοδα.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα υπόλευκο πλακουτσό βοτσαλάκι που ’χε πάνω γραμμένη τη φράση «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα», ενθύμιο όμορφων στιγμών μιας φοιτητικής κατασκήνωσης. Του άρεσε πολύ να το βλέπει αυτό το ενθύμιο. Του άρεσε να λέει αυτή τη φράση στις εκπομπές του. Μα τώρα, ήταν σαν να τον ειρωνευόταν αυτό το υπόλευκο, πλακουτσό βοτσαλάκι. Έσφιξε το κομποσχοινάκι στα χέρια του και έκλεισε τα μάτια ...
                - Σε ζητούν στο τηλέφωνο, τον διέκοψε η γυναίκα του.
                Ήταν ένας φίλος του, πολύτεκνος κι εκείνος. Τον πήρε για να του πει τα νέα. Ψηφίστηκε λέει, νόμος που ευνοεί τις οικογένειες των πολυτέκνων, των αναπήρων και της Εθνικής Αντίστασης. Μπορεί να διοριστεί ένα μέλος της οικογένειας σε Υπουργείο, Τράπεζα ή Δημόσιο Οργανισμό. Ήταν ο καιρός των παχιών αγελάδων, των αθρόων διορισμών και της πλαστής ευμάρειας. Αργότερα το συνειδητοποίησε αυτό, κι αυτός και όλοι.
Σε μια βδομάδα είχε μαζέψει όλα τα δικαιολογητικά και πήγε σε ένα παλιό και καταθλιπτικό κτίριο, κοντά στην Ομόνοια για να τα καταθέσει στο όνομα της μεγάλης κόρης. Το γραφείο των αιτήσεων ήταν στο 2ο όροφο, αλλά η ουρά έφτανε στο ισόγειο.
Δεν θυμάται πόση ώρα περίμενε υπομονετικά για να ανέβει μισό όροφο. «Κουράγιο» έλεγε μέσα του. Και συνέχιζε «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα».
- Εσείς εδώ; τον διέκοψε μια γνώριμη φωνή. Ήταν η κοπέλα που έκανε Κατηχητικό στην ενορία του. Ήξερε καλά την οικογένειά του.
- Ναι, έμαθα πως κάνουν αιτήσεις, της απάντησε κουρασμένος.
Εκείνη έσκυψε και του ψιθύρισε στο αυτί «Εδώ εργάζομαι. Θα μιλήσω στον Πρόεδρο της επιτροπής! Κάτι θα γίνει ...».
Την κοίταξε έκπληκτος. Το βοτσαλάκι από την Κατασκήνωση πέρασε σαν βιαστική εικόνα μπροστά του, εκεί στο μισοσκόταδο, στα σκαλιά ανάμεσα στο ισόγειο και τον 1οόροφο. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Ένα γέλιο ειρωνικό τού φάνηκε πως ακούστηκε κάπου μακριά.
- Όχι, αν αδικηθεί άλλο παιδί ... Μόνο αν είναι η σειρά της ... είπε ξέπνοα.
Την άλλη μέρα το πρωί, στο δεύτερο διάλειμμα, ήρθε η κουβέντα για τους διορισμούς που έκανε η Κυβέρνηση παραμονή εκλογών. Η κουβέντα είχε ανάψει για τα καλά.
«Έλα τώρα, μην ακούω ανοησίες», είπε κάποια στιγμή μία συνάδελφος που κατέβαινε ως υποψήφια με το κόμμα της αντιπολίτευσης.
«Ποιος από σας θα αρνιόταν διορισμό στο άνεργο παιδί του; Στα λόγια είμαστε όλοι καλοί».
Κι ύστερα γύρισε σ’ εκείνον και συνέχισε φανερά εκνευρισμένη «Δεν έχω δίκιο συνάδελφε;»
Εκείνος ήταν αλλού. Προσπάθησε να καταλάβει στην αρχή τι γίνεται. Όταν το συνειδητοποίησε, έμεινε σιωπηλός για μερικά δευτερόλεπτα και μετά είπε ήσυχα «έχεις δίκιο καλή μου».
Και συνέχισε να εκπέμπει αλλού ...
***
Τριάντα χρόνια μετά, το μικρό διαμέρισμα κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας παραμένει όπως ήταν. Μόνο οι ένοικοι μειώθηκαν. Έμειναν μόνο εκείνος κι η γυναίκα του. Η γιαγιά πριν από πολλά χρόνια, μια Κυριακή πρωί μετά την Εκκλησία έφυγε για την αγκαλιά του Θεού. Τα δύο αγόρια εργάζονται ως πολιτικό προσωπικό στο Στρατό. «Η υγεία του είναι πλήρως αποκαταστημένη, ευτυχώς η γενεσιουργός αιτία ήταν περιβαλλοντική και όχι γενετική» είπε χαρακτηριστικά ο Διευθυντής της κλινικής στο Αιγινήτειο για το μεγάλο αγόρι, που είναι παντρεμένος και έχει τρία χαριτωμένα παιδιά. Κι ο μικρός έχει άλλα δύο.
Η μεγάλη κόρη διευθύνει μια Τράπεζα στην Κύπρο. Οι δίδυμες είναι εκπαιδευτικοί. Η μικρή σπούδασε οικονομικά, αλλά δεν εργάζεται. Της αρέσει να μεγαλώνει τα εφτά παιδιά της. Η προτελευταία έγινε μοναχή στο μοναστήρι που ήταν η νονά της και της άρεσε πολύ να περνά εκεί τα καλοκαίρια.
Στο μικρό γραφειάκι του όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχουν πια στίβες με τετράδια και αδιόρθωτα τεστ, μόνο ένα-δυο βιβλία, τα φάρμακα της πίεσης και της χοληστερίνης και το υπόλευκο, πλακουτσό βοτσαλάκι με τη φράση «ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ ἡμῶν παραθώμεθα».
  
Κρ. Π.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...