Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

* Όλου του κόσμου τα παιδιά και τελευταία τα δικά μου!


Είναι εύκολο να ξερριζωθείς από το σπίτι σου, από τη βολή σου, με γυναίκα και τρία κουτσούβελα και να πας σ’ έναν ξένο τόπο για ένα χρόνο (τουλάχιστον!) άγνωστος μεταξύ αγνώστων; 

Ας είναι καλά το Υπουργείο Παιδείας που εκπονεί -για εμάς χωρίς εμάς!- το «πρόγραμμα» Γνωρίζω την Ελλάδα για αναπληρωτές και ωρομίσθιους καθηγητές. Τη μια χρονιά βρίσκεσαι στη Θηρασιά. Εσείς την έχετε ματακούσει; Ούτε κι εγώ μέχρι που πήγα εκεί για να μαζέψω μόρια, μόνος, εντελώς μόνος κι η γυναίκα μου στην Αθήνα έγκυος στο τρίτο παιδί. 


Τη δεύτερη χρονιά σε καλύτερη θέση, στη Σίφνο. Δε λέω, πέρασα πολύ ωραία, αλλά με τεράστιο τίμημα: την οικονομική αιμορραγία από το πήγαινε – έλα κάθε δυο βδομάδες. Κι η γυναίκα μου πάλι μόνη της με τρία πλέον παιδιά.

Την τρίτη χρονιά μού έκατσε το Τζόκερ των αναπληρωτών: για πρώτη φορά διορίστηκα σε στεριά. Τώρα θα μπορούσαμε να είμαστε όλοι μαζί. Με απόσπαση
-λόγω συνυπηρέτησης- η γυναίκα μου που ήταν δημόσιος υπάλληλος, κι από κοντά και τα παιδιά. Η χαρά μου μετριάστηκε όταν με τοποθέτησαν στα «άγια χώματα»: όποιος, λέει, άκουγε το όνομα της περιοχής έκανε το σταυρό του.

Τώρα που το ξανασκέφτομαι -έχοντας μεγάλη χρονική απόσταση, που με κάνει να βλέπω πιο καθαρά όλα όσα έζησα εκεί- μπορώ να πω σχεδόν με βεβαιότητα ότι δεν ζούσα κάτι διαφορετικό από ό,τι έζησα σε άλλες επαρχίες. Παντού η κλειστή κοινωνία με τα καλά και τ’ άσχημά της. Μακριά από το καλό και ταυτόχρονα μακριά από το κακό.

Με τους συναδέλφους και το υπόλοιπο προσωπικό του σχολείου δεν είχα πολλά – πολλά. Ούτε ήθελα, μα ήταν κι ανώφελο να χτίζεις μια φιλία με deadline. Απέφευγα να παίρνω μέρος σε συζητήσεις που γίνονταν στο γραφείο την ώρα των διαλειμμάτων. Παράλληλοι μονόλογοι, που ο καθένας προσπαθούσε να μεταβάλλει τους άλλους σε ακροατήριο. Ιδιαίτερα όταν ερχόταν η συζήτηση για θέματα που απαιτούσαν βαθιά γνώση κι όχι επιπόλαιη αντιμετώπιση καφενειακού τύπου, τότε προτιμούσα να μη μιλώ καθόλου. Έφευγα διακριτικά από το γραφείο ή έκανα πως ήμουν απασχολημένος με κάτι. Γενικά δεν είμαι των αντιπαραθέσεων, είμαι low profile όπως λένε οι μαθητές. Τώρα, μετά από χρόνια αναρωτιέμαι πού σταματούσε η σύνεση και πού ξεκινούσε η δειλία μου στο να αντιμετωπίσω ιδεοληψίες και βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις για πράγματα που αγγίζουν κοσμοθεωρίες και θρησκευτικά πιστεύω. Φοβάμαι πως δεν θα βρω την απάντηση...

Έκανα εξαίρεση και μίλησα για πρώτη φορά όταν συζητήσαμε στο μεγάλο διάλειμμα για το πώς θα γιορτάζαμε την 25η Μαρτίου, αν θα πηγαίναμε τα παιδιά για εκκλησιασμό και διάφορα άλλα. Τότε λοιπόν, πήρα το λόγο εντελώς αυθόρμητα. Δεν τους είπα τσιτάτα ούτε χιλιοειπωμένα συνθήματα. Μίλησα απλά, για το πώς το αισθάνομαι και πώς σκέφτομαι, χωρίς να «κουνάω το δάχτυλο» σε κανέναν. Παραξενεύτηκα όταν κανείς δεν αντέδρασε, τουλάχιστον φανερά. Η απόφαση που πάρθηκε με -όχι απλά πλειοψηφία, αλλά ομόφωνα- δεν με ικανοποίησε μόνο, με ενθουσίασε.

Την άλλη μέρα στο διάλειμμα με πλησίασε σχεδόν συνωμοτικά, η Μαριάνθη, η καθαρίστρια του σχολείου μας. «Κυρ Σωτήρη, να σου πω! Ποιο από τα δύο βιβλιαράκια διαβάζουνε τώρα στους Χαιρετισμούς;» Και πάλι συνωμοτικά, έβγαλε από μια σακούλα το βιβλιαράκι του Ακαθίστου Ύμνου κι ένα βιβλιαράκι με την Παράκληση. «Όλο τα μπερδεύω» συνέχισε ντροπαλά. 


«Κι εγώ τα μπέρδευα» της είπα ενθαρρυντικά και της έδειξα το βιβλιαράκι με τον Ακάθιστο Ύμνο. «Δεν λένε από λίγο κάθε φορά, ε; Βάλε μου σημάδι τι θα πούνε τώρα στους πρώτους Χαιρετισμούς» είπε χωρίς να πάρει αναπνοή η Μαριάνθη. Της έβαλα ένα συνδετήρα στην Α΄ στάση κι άλλον έναν στο τέλος της Δ΄ στάσης για να ξέρει τι θα πει ο ψάλτης μετά.

Με τη Μαριάνθη ένιωθα πιο κοντά από όσο με τους συναδέλφους μου. Όχι γιατί μια ζωή είμαι πάντα «με την ομάδα που χάνει», μια ζωή κόντρα στις ταξικότητες και στη διανοητική νομενκλατούρα. Αλλά να, γιατί αυτή η γυναίκα, που μιλούσε σε όλους στον ενικό («κυρ Βασίλη μου, κυρα Τασία μου» κι ας ήταν απέναντί της ο Διευθυντής ή η υποδιευθύντρια), είχε μια αυθεντικότητα σπάνια και μια καλοσύνη έμφυτη.

Από τότε λέγαμε δυο - τρεις κουβέντες παραπάνω με τη Μαριάνθη. Και κάθε μέρα που περνούσε, την εκτιμούσα όλο και περισσότερο. Μια φορά κάναμε λόγο για τα παιδιά. Εκείνη είχε καταφέρει μετά από πάρα πολλά χρόνια να κάνει δίδυμα. Μιλούσε γι’ αυτά και γελούσε ολόκληρη. «Να σου ζήσουν, Μαριάνθη!» της είπα. 

«Όλου του κόσμου τα παιδιά!» μου απάντησε σχεδόν ... ένοχα.

Αργότερα παρατήρησα πως κάθε φορά που κάποιος της ευχόταν κάτι για τα παιδιά της, η απάντηση ήταν ίδια κι απαράλλαχτη: 

«Όλου του κόσμου τα παιδιά!». 
Ίδιος ήταν πάντα κι ο τόνος της φωνής της. 
Σαν να αισθανόταν άσχημα αν ευτυχίσουν μόνο τα δικά της παιδιά κι όχι μαζί με κείνα κι όλου του κόσμου τα παιδιά.

Η έκπληξή μου κι ο θαυμασμός μου για την Μαριάνθη μεγάλωσαν, όταν εντελώς τυχαία έμαθα από έναν συνάδελφο πως πολλές, πάμπολλες μανάδες του τόπου είχαν την ίδια απάντηση όταν κάποιος τους ευχόταν κάτι για τα παιδιά τους. 

«Η καθαρίστρια του σχολείου σας δεν τη λέει ολόκληρη την απάντηση» μου είπε με νόημα. 
Και συνέχισε «όλου του κόσμου τα παιδιά και τελευταία τα δικά μου, έλεγε η μάνα μου η συγχωρεμένη».

«Ναι, αλλά το λένε με την καρδιά τους ή μιμούνται αυτούς που επικαλούνται την Παναγία όταν φρενάρει απότομα το λεωφορείο και την επόμενη στιγμή βλαστημούν τη Μεγάλη Μάνα;» σκέφτηκα κι ευθύς έδωσα την απάντηση μόνος μου: «ας το έλεγα κι εγώ κι ας μην το εννοούσα».
 

«Όταν θέλεις ν’ αποκτήσεις κάτι, να κάνεις παρέα με ανθρώπους που το έχουν» έλεγε ο άγιος Πορφύριος. Είχα ελπίδα δηλαδή, εγώ που έκανα παρέα με τη Μαριάνθη.  

«Και τελευταία τα δικά μου»! Ένιωθα τόσο ντροπή. Δεν το είχα ποτέ ζητήσει από το Θεό. Δεν το είχα ποτέ σκεφτεί. Εγώ που ήξερα απίστευτες λεπτομέρειες από τη ζωή κάθε αγίου. Εγώ που έλεγα απέξω ολόκληρα χωρία από το Ευαγγέλιο. Εγώ που μπορούσα να κάνω κύκλο μελέτης Αγίας Γραφής απροετοίμαστος (έτσι μου ‘χε πει κάποτε κάποιος και είχα καμαρώσει ο ταλαίπωρος!). Είμαι κι εγώ ανάμεσα σ' αυτούς που αναφέρει ο ποιητής 
«Ίσως πρέπει κάποτε να κλαις
ποιητές, εκδότες, ιεροκήρυκες ...
αδιάβροχους σαν τα πιθάρια,
που μέσα τους κρασί περνάει χιλιόχρονο
κι αυτά μένουνε πάντα αμέθυστα
»
Βρέθηκε μια Μαριάνθη από τα «άγια χώματα» να με προσγειώσει. Γιατί εγώ ήξερα το Ευαγγέλιο στα λόγια κι εκείνη το ήξερε στην πράξη.

«Μαριάνθη, μισή τη λες τη φράση» της είπα την άλλη μέρα γελώντας. 
«Δεν τη λέω μισή, τη λέω από μέσα μου» είπε σχεδόν απολογητικά και μετά χαμογέλασε.

Με τη Μαριάνθη χαθήκαμε όταν την άλλη χρονιά διορίστηκα αλλού. Όταν χαιρετηθήκαμε, ανταλλάξαμε ενθύμια σαν να ήμασταν έφηβοι. Εκείνη κράτησε τρισευτυχισμένη όλα τα θρησκευτικά βιβλία που είχα κουβαλήσει εκείνη τη χρονιά μαζί μου. Εγώ κράτησα ένα πλεχτό σεμεδάκι που κοσμεί από τότε το κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου.

Μάρτης του 2020. Με ανάμικτα αισθήματα δέχθηκα να συνοδεύσω τη γυναίκα μου που συμμετείχε σε μια επιτροπή για τους Ολυμπιακούς αγώνες. Θα πήγαινε στα «άγια χώματα». Εκεί που ζήσαμε πριν από 27 χρόνια μαζί με τα τρία από τα πέντε παιδιά μας για μερικούς μήνες. 

Εκεί που έμαθα το Ευαγγέλιο στην πράξη από μια καθαρίστρια που μπέρδευε τον Ακάθιστο Ύμνο με την Παράκληση.

Η τύχη μού χαμογέλασε σχεδόν προκλητικά. Με το που πρωτομπήκαμε στο ξενοδοχείο όπου θα μέναμε, τον πρώτο άνθρωπο που αντικρύσαμε ήταν η Μαριάνθη. Ακολούθησαν αγκαλιές, σφιχτές αγκαλιές και δάκρυα αυθόρμητα. Είχε πιάσει πλέον μόνιμη δουλειά σε ξενοδοχείο, αφού στο σχολείο δεν της ανανέωσαν τη σύμβαση.

«Τι κάνουν τα παιδιά σας;» ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον.

«Δόξα τω Θεώ! Έχουμε πέντε παιδιά πια. Όλα έχουν δικές τους οικογένειες.»

«Να ‘ναι καλά, όπου να ‘ναι»

«Όλου του κόσμου τα παιδιά Μαριάνθη!» της απάντησα. Τόσα χρόνια μετά, σχεδόν συνήθισα να το λέω και ... προσπαθώ να το εννοώ.

«Και τα δικά μας τελευταία» συμπλήρωσε η Μαριάνθη, με νόημα.

«Αλήθεια, τα δικά σου είναι εδώ; Θα τα δούμε;» ρώτησα.

«Όχι. Το κορίτσι τέλειωσε την Ιατρική και κάνει ένα μεταπτυχιακό. Ο γιος τέλειωσε Πολιτικό της Νομικής, έκανε και κάτι ... να δεις πώς το λένε ... που μπορείς να διδάξεις μετά ... και τώρα κάνει το στρατιωτικό του». Μας είπε κι άλλα που έκανε την καρδιά μου να φτερουγίσει. Πως εδώ και πολλά χρόνια πάει σ’ ένα πνευματικό κι αναπαύεται πολύ. Πριν φύγουμε ανταλλάξαμε τηλέφωνα για να μην χαθούμε ξανά.

Την επόμενη μέρα συνοδεύσαμε ένα ζευγάρι μέχρι το ΚΤΕΛ. Κουβέντα στην κουβέντα είπαμε για τη Μαριάνθη. 

«Η καημένη ...» είπε ο άντρας. 
«Μας είπε η κυρία στη ρεσεψιόν, πως η κόρη της είναι εγκλωβισμένη στην Ιταλία σ’ ένα νοσοκομείο με άρρωστους από τον ιό. Κι ο γιος της είναι στα σύνορα, στον Έβρο. Δύσκολα, πολύ δύσκολα και για τα δύο παιδιά. Όλοι θαυμάζουν το κουράγιο της. Η μόνη φορά που λύγισε ήταν όταν έδειξε στην τηλεόραση ένα παλικάρι αποκαμωμένο, να είναι σωριασμένο σ’ ένα κρεβάτι κάποιου νοσοκομείου. Μόνο τότε δάκρυσε και είπε ‘η ευχή της μανούλας του να τον σκεπάζει’».

Δεν μπόρεσα ούτε μια λέξη να αρθρώσω στο άκουσμα των νέων που μάθαμε. Δεν είχα το κουράγιο ούτε όταν γυρίσαμε στην Αθήνα να σηκώσω το τηλέφωνο και να της πω δυο λόγια. Δεν ήξερα τι να της πω.

Διπλή γιορτή σήμερα. Της Παναγίας και της πατρίδας. Μα όχι σαν άλλες χρονιές. Κλεισμένος και αποκλεισμένος σ’ ένα διαμέρισμα 52 τ.μ, βλέπω από τον υπολογιστή τη Λειτουργία και με πιάνει το παράπονο. Στην οθόνη διακρίνω τον ιερέα να θυμιατίζει το στασιδάκι που καθόμουν πριν από μερικές μέρες, το βράδυ της Β΄ Κυριακής των Νηστειών στον Κατανυκτικό Εσπερινό. Ποιος να μου έλεγε πως θα ήτανε ο τελευταίος για φέτος στο σπίτι του Πατέρα ...

Αναρωτιέμαι πότε θα ξανανοίξει η αυλόπορτα του μοναστηριού για να ζήσουμε όλα αυτά που μέχρι πριν από μερικές μέρες ζούσαμε και που δεν υποψιαζόμασταν πόσο πλούσιοι ήμασταν.


Μοναδική ελπίδα μας είναι τώρα πως εκεί, στην αριστερή κόγχη του ιερού ο Γέροντας θα βγάλει από το πρόσφορο ένα ψιχουλάκι για τον καθένα από μας. Για να «ακουμπήσουμε» στο Χριστό, στην Παναγία μας, στους αγγέλους, στους αγίους, όλοι οι αδελφοί της στρατευομένης και της θριαμβεύουσας Εκκλησίας. Όλοι μαζί πάνω στο άγιο δισκάριο.

Με γαληνεύει που να, τώρα που θα τελειώσει η Λειτουργία, ο Γέροντας θα ενώσει τις μερίδες μας στο άγιο Ποτήριο και θα ικετεύσει «Ἀπόπλυνον Κύριε τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἐνθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τῷ αἵματί Σου τῷ ἁγίω».

Δεν μπορώ να κάνω κάτι για τις ψυχούλες που παλεύουν με το θάνατο σε κάποια ΜΕΘ. Ούτε για τους ήρωες με τις λευκές στολές. Ούτε ... ούτε ... ούτε...

Αυτό που μπορώ να κάνω είναι κάθε βράδυ στις 10 να γονατίζω και να λέω με λαχτάρα 

«Κύριε ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησον τὸν κόσμον», όπως μας προέτρεψαν εκείνοι που ‘χουν την ευθύνη των αποφάσεων σε τούτες τις δύσκολες ώρες. 
Και θα συμπληρώνω από μόνος μου «Παναγιά μου, και τα παιδιά της Μαριάνθης, όλα τα παιδιά του κόσμου ... και τελευταία τα δικά μου!».
Κρ.Π.
ΥΓ.

Στη φωτογραφία εικονίζεται ο γιατρός Jiang Wenyang, ξαπλωμένος σε ένα άδειο κρεβάτι με προστατευτικό κοστούμι και γυαλιά.  Ήταν ήταν η τελευταία νυχτερινή βάρδια γι' αυτόν στο Wuchang Temporary Hospital, το οποίο προσέφερε θεραπεία για COVID19 σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα. Το προσωρινό νοσοκομείο Wuchang είναι το τελευταίο από τα 14 προσωρινά νοσοκομεία που έκλεισαν στο Wuhan. “Δεν πετάτε, αλλά είστε ο υπερήρωάς μου", σχολίασε κάποιος κάτω από τη φωτογραφία.

YΓ2
Συμπληρώνω: "και τα παιδιά της Χαρίκλειας και την οικογένεια της Άννας (βλ. εδώ)"

3 σχόλια: