Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

✨ Ἕνα Μετάλλιο πού στάζει...γάλα! |Από μία ἀληθινά τραγική ἱστορία της εποχής μας...

 


 

Η ώρα τής εκτέλεσης...

 

 

 

…Τά πόδια της τρεμαν, 

τό μπουστάκι τήν στένευε πό ρα, 

τά παπούτσια τήν πονοσαν πό τό τελευταο λμα. 


Βάζοντας ση δύναμη τς εχε πομείνει, 

στερέωσε τά γόνατα δίπλα πό τό βάθρο 

καί τά μάτια της χαμήλωσαν. 


Προσπάθησε νά κλάψει, 

λλά τά βλέφαρά της εχαν στεγνώσει. 


προπονητής της τήν πλησιάζει 

καί κείνη σκύβει δίπλα του.

 

 

 

— « πρώτη θέση! 

Δεξε πιά λίγη χαρά! 

Χαμογέλα! 

Σέ βλέπουν! 

νεβαίνεις!». 


Κοιτάζει τόν ορανό… 

νά μποροσε νά κλαιγε, στω γιά λίγο, γιά μία στιγμή… 


Σκέφτηκε τήν ρα πού ασθάνθηκε τήν καρδιά της 

νά σπάει σέ μικρά κομμάτια… 

να βιαστικό ρυάκι ρχισε νά κυλ στό στθος της, 

τό μπλουζάκι της ρχισε νά στάζει… 


κούει τό νομά της καί νεβαίνει πάνω. 

Τς φορον τό χρυσό μετάλλιο καί τό γγίζει. 

κενο, ντιδρώντας στό γγιγμά της, 

πλημμυρίζει πό λευκές σταγόνες. 


μία σταγόνα κυλάει στήν πίπεδη κοιλιά της. 

Αχμαλωτίζεται στήν παλάμη της, 

τήν φέρνει στό πρόσωπό της.

 

 

 

--«Εναι γάλα! Θεέ μου στάζει τό μετάλλιο γάλα!», 

ψιθύρισε καί πέφτοντας στά γόνατά της, 

ξέσπασε σέ λυγμούς. 


«Συγχώρεσέ με…», 

ορλιάζει ψυχή της καί σπάει σάν εθραυστη κούκλα. 


Καί κόσμος εναι τόσο ζαλισμένος 

πό τό ρωμα τν πανηγυρισμν καί τς φήμερης χαρς, 

πού δέν τήν βλέπει.

 

 

 

17 Μαΐου 2022 6:05 μ.μ. 


Βάδιζε μόνη της στό γυρισμό. 

ργά, μέ χαμηλωμένο τό κεφάλι 

περπατοσε νάμεσα στά στενά σοκάκια, 

στούς φαρδύτερους δρόμους… 


Ξαφνικά, μορφή της ζωγραφίζεται 

σέ μία φωτεινή βιτρίνα νός βιβλιοπωλείου 

στό κέντρο τς θήνας. 


Δίχως νά σταματήσει νά περπατ

τήν περιεργάστηκε. 


Τς ρεσε τό εδωλο τς κοπέλας 

πού ντίκριζε στό τζάμι 

νά προχωρ παράλληλα μέ κείνη. 


Λεπτή, γυμνασμένη,

 μέ μαλλιά κουρεμένα τόσο κοντά, 

στε νά μήν χρειάζονται λούσιμο.

 

να λεύθερο κορίτσι! 


Καί πς τς πήγαινε ατό τό στενό μαρο φόρεμα! 

Θαύμαζε τά δύνατα ψηλά πόδια της νά καμαρώνουν 

νάμεσα στά περήφανα βιβλία τς βιτρίνας. 


Μπαίνει στήν καφετέρια 

καί κάθεται σέ ναν φράτο καφέ καναπέ. 


νας γεροδεμένος νεαρός ρχεται πρός τό μέρος της. 


Πάει νά σηκωθε καί τό μεταξωτό της φόρεμα 

φήνει να θρόισμα σάν ναστεναγμό.

 

 

 

 — «Μέ νησύχησες μέ τό μήνυμά σου! Τί συμβαίνει;»

 

 

 

— «Πρέπει νά μιλήσουμε!»

 

 

 

 — «Δέν θά μέ γκαλιάσεις;»

 

 

 

— «Εμαι γκυος...»

 

 

 

  νεαρός φήνει τό σμα του νά προσγειωθε στόν καναπέ 

καί μένει μίλητος νά τήν κοιτάζει.

 

 

 

— «……..»

 

 

 

— «Συνεννοήθηκα μέ τή γιατρό, αριο θά τό ρίξω.»

 

 

 

— «Δέν τό συζητήσαμε…»

 

 

 

— «Τί νά συζητήσουμε… 

Σέ δέκα μέρες εναι τό πανελλήνιο πρωτάθλημα.»

 

 

 

 — «να μωρό!»

 

 

 

— «Δέν εναι μωρό.»

 

 

 

 — «Πόσο μηνν εσαι;»

 

 

 

– « χω κλείσει τόν τρίτο μήνα, 

λλά γιατρός μπορε νά μέ καλύψει. 

Μέ τήν προπόνηση καί τήν αστηρή διατροφή, 

δέν τό εχα καταλάβει. 

χω πέρηχο σέ λίγο, 

φεύγω.»

 

 

 

— «Περίμενε σέ παρακαλ

Δέν θά θελα νά τό χαλάσεις τό παιδί. 

σε με νά σο μιλήσω.»

 

 

 

— «φησέ με.»

 

 

 

 — «Δέν πάρχω καί γώ σέ ατή τήν πόφαση;», 

τς λέει πιτρέποντας τόν πόνο πού εχε ματιά του 

νά σπάσει σάν να φρέσκο ρόδι. 


Δέν κουγε τίποτα. 


Μία κενή φιάλη έρα χρος πού βρίσκονταν. 


Τά λόγια διαλύθηκαν καί χάθηκαν σάν μορφές 

δωμένες πίσω πό να παράθυρο δαρμένο πό τή βροχή. 


Βγκε τρέχοντας πό τήν καφετέρια 

καί ξεχύθηκε στό δρόμο. 


Κρατοσε σφιχτά τό λευκό της ζακετάκι 

γιά νά μήν ποκαλυφθε καρδιά της πόσο χτυποσε 

καί νά μήν τς τό κλέψει ξαφνικός νεμος 

πού ρχισε μανιωδς νά φυσάει.

 

 

 

νας χλωμός νεμος, σέ χρμα κιτρινωπό. 


Τό ργοκίνητο λεωφορεο 

μφανίστηκε ς θεόσταλτο δρο μπροστά της. 


νέβηκε καί στάθηκε κρεμασμένη πό τό χερούλι. 


Ασθάνθηκε τι θά πνιγε πό τόν χτύπο τς καρδις της. 


Κατεβαίνει πό τό λεωφορεο καί κοιτ τόν ορανό. 

«Μία μάζα κυττάρων, 

δέν χεις ζωή, 

εσαι να τίποτα! 

κος; 

Εσαι να τίποτα! 

Δέν πάρχεις! 

Γιατί μως ασθάνομαι τσι;» 


γιατρός της, 

τήν ποδέχτηκε γκαλιάζοντάς την.

 

 

 

— «Δέν θά θυμσαι τίποτα! 

Σέ να τέταρτο θά χουν λα τελειώσει!», 

τς ψιθυρίζει φιλώντας την.

 

 

 

— «Νά ξαπλώσω;»

 

 

 

— «Ξάπλωσε καί σκέψου κάτι μορφο…», 

τς επε κείνη 

βάζοντας νευρικά ζελέ στό ξάρτημα το περήχου.  


νας χος κούστηκε 

καί γιατρός ρχισε νά κουν νευρικά 

τό ργαλεο στήν κοιλιά της...

 

 

 

— «Τί ταν ατό;»

 

 

 

— « χος το μβρύου.»

 

 

 

— «Μπορ νά τό κούσω;» 


καρδιά το μωρο ξεκίνησε νά κούγεται 

καί γιατρός σκουπίζει τό δρωμένο μέτωπό της.

 

 

 

— «Εναι ζωντανό…!»

 

 

 

— «Κύτταρα εναι, μορφη μάζα, 

μή δίνεις σημασία. 


Εσαι εκοσιπέντε χρόνων, 

δέν θά καταστρέψεις λη σου τή ζωή γιά να παιδί.»

 

 

 

 — «Μπορ νά τό δ σς παρακαλ;» 


γιατρός γύρισε τήν θόνη το περήχου 

καί μορφή το μικρο πλάσματος 

ποκαλύφθηκε μπροστά της. 


Κουνοσε τά πόδια καί τά χεράκια του...

 

 

 

 — «Εναι ζωντανό…!»

 

 

 

— «Τό σμα εναι δικό σου, σύ ποφασίζεις.»

 

 

 

 — «Μά εναι ζωντανό…!»

 

 

 

— «κου κοπέλα μου, 

λα ατά εναι συναισθηματισμοί… 

Πήγαινε μία βόλτα στή θάλασσα 

καί αριο κτώ ρα σέ περιμένω στήν κλινική! 

Θυμήσου, σέ λίγες μέρες εναι ο γνες! 

Ο γνες θά κρίνουν τή συμμετοχή σου στούς λυμπιακούς! 

Σέ δυό χρόνια.»

 

 

 

— «Μά εναι ζωντανό!»

 

 

 

— «Καί πς θά πς στό Παρίσι; 

Μέ να μωρό νάμιση χρονν;» 


κενο τό βράδυ δέν εχε καθόλου φεγγάρι. 

Στήν παραλία περπατοσε 

καί χάζευε τά στρα το ορανο


Μία μαύρη θάλασσα πάφλαζε 

καί στελνε μεθοδικά δαντέλες πό φρό 

στίς γυμνές πατοσες της. 

Μία ασθηση πικρς λμύρας φτανε στά χείλη της. 

Τς τσουζε καί τά μάτια.

 

 

 

Ξάπλωσε στήν μμο 

καί νειρεύτηκε τή γιαγιά της 

νά τή χαϊδεύει πρίν κοιμηθε


Νά τς λέει παραμύθια. 

συναίσθητα πιασε τήν κοιλιά της 

καί ξέσπασε σέ λυγμούς… 


«Δέν πάρχεις! 

Εσαι μία μάζα κυττάρων! 

τσι δέν λένε; 

Δικό μου δέν εναι τό σμα;» 


Λίγες ρες κόμα καί θά φεγγε. 



18 Μαΐου 2022, 6:00 π.μ. 


ταν ξημερώματα ταν ξύπνησε. 

Τά λίγα σύννεφα, 

πού στεφάνωναν τόν ορανό, 

βάφτηκαν πό τήν παλέτα 

λίγων ξεχασμένων νοιξιάτικων λουλουδιν. 


Εχε δυό ρες μέχρι τό χειρουργεο.

 

 

 

Βγκε στήν παραλιακή καί πρε να ταξί. 


φτασε στό μαιευτήριο 

καί κάθισε στά σκαλάκια νά περιμένει 

νά πάει ρα κτώ… 


νας ζητιάνος μέ να τρυπημένο καπέλο τήν πλησιάζει 

καί τς δείχνει τήν παλάμη του γιά νά το δώσει χρήματα. 


Τό πρόσωπό του ρεμο, γαλήνιο… 


Το δίνει λίγα χρήματα πού εχε στήν τσέπη της.

 

 

 

 «Καλή πιστροφή!», 

τς φώναξε καί σιγοτραγουδώντας 

χάθηκε στίς φιγορες το πέναντι δρόμου. 


Εχε πλησιάσει ρα. 


Ασθάνθηκε τόν έρα πότομα νά κόβεται. 

Μία γρή ζέστη τήν γκάλιασε, 

πηξε τό σάλιο στό στόμα της 

καί μάτωσε τά στεγνά καί σκασμένα χείλη της. 


Κάποιος τς βαζε τούς δικούς του κανόνες 

στούς ρρύθμιστους χτύπους τς καρδις της.

 

 

 

νέβηκε τά σκαλιά 

καί μέ γρήγορα βήματα πέρασε τήν πόρτα 

το γυναικολογικο τμήματος. 


Μία νοσηλεύτρια τήν περίμενε στήν πόρτα. 


«Περάστε. 

Φορέστε ατή τή ρόμπα καί ξαπλστε. 

ρχεται ναισθησιολόγος.» 


γιαγιά της μφανίστηκε καί πάλι μπροστά της. 


Λυπημένη ατή τή φορά, 

νά τήν κοιτ μέ μάτια γρά… 


Ο σκέψεις της διακόπηκαν 

πό τήν εσοδο τς γιατρο της στό δωμάτιο.

 

 

 

— «Καλημέρα! Πς ξυπνήσαμε;»

 

 

 

— «Πόσο θά κρατήσει;»

 

 

 

— «Λίγα λεπτά, καί μετά… λεύθερη! 

ζωή σέ περιμένει! Τό χρυσό μετάλλιο σέ φωνάζει!», 

τς επε γελώντας 

καί σέ λίγο ναισθησιολόγος τή βοήθησε 

νά παραδώσει τήν παρξή της σέ ναν βουβό πνο.

 

 

 

Καί κε πού να πόλυτο σκοτάδι πρχε γύρω της, 

να μικρό κοριτσάκι μέ λευκό δέρμα 

καί κοντά ξανθά μαλλιά μφανίστηκε δίπλα της. 


πλωσε τά χέρια της νά τήν πιάσει 

καί μικρή κοιτώντας την μέ μάτια πού δέν βλεπαν, 

χάθηκε… 


«Πο πς;», τς φώναξε, 

λλά μικρή εχε δη χαθε πό μπροστά της…

 

 

 

Ξύπνησε πό τή μυρωδιά το ονοπνεύματος. 


σύντροφός της ταν δίπλα της καί τς κρατοσε τό χέρι.

 

 

 

— «Εσαι καλά; 

γιατρός μέ νημέρωσε καί τρεξα κοντά σου.»

 

 

 

— «Μία χαρά εμαι… 

Φέρε μου τό κοριτσάκι σέ παρακαλ…» 


– «Ποιό κοριτσάκι; 

Δέν πάρχει κανένα κοριτσάκι καλή μου.» 


— «Τό μωρό, πο πγε;»


νεαρός σηκώνεται 

καί στέκεται δίπλα στό νοιχτό παράθυρο. 


— «Δέν πάρχει πιά μωρό.» 


– «πρχε μωρό! 

ταν ζωντανό! 

ταν κοριτσάκι! 

Φώναξε τή γιατρό...», 

το επε ορλιάζοντας.

 

 

 

γιατρός κούγοντας τίς φωνές μπκε στό δωμάτιο. 


«Εσαι ναστατωμένη πό τή νάρκωση, 

μήν νησυχες. 

Πάρτε να παγωτό καί τοιμη γιά τόν γώνα!» 


κοπέλα νασηκώνεται στό κρεβάτι 

καί τς σφίγγει τό χέρι.

 

 

 

— «Χθές, πού μο κανες πέρηχο...»

 

 

 

— «Ναί…!»

 

 

 

 — «Θέλω νά σέ ρωτήσω ν θυμσαι τό φύλο το μωρο

 

 

 

— «Δέν πάρχει μωρό! 

μβρυο ταν χαρά μου!»

 

 

 

— Μά ήταν ζωντανό! 

Κτυποσε καρδούλα του… εχε ψυχή! 

Τό νιωσα!»

 

 

 

  γιατρός ρχισε νά τρέμει 

καί κατευθύνθηκε στήν ξοδο το δωματίου. 


νοίγει τήν πόρτα 

καί σέ λίγα δευτερόλεπτα πιστρέφει κοντά της.

 

 

 

«Κορίτσι ταν», 

τς λέει καί φεύγει γρήγορα, 

φήνοντας τήν πόρτα νοιχτή. 


μεινε κίνητη πιάνοντας τήν κοιλιά της. 


θελε νά χαθε γιά πάντα, 

νά χανε τά μάτια πού εχε καί νά βαζε τά τωρινά… 


Μία χτίδα το λιου διείσδυσε γιά μία στιγμή στόν μο της, 

λλά στεγη πως ταν, 

σβησε πό δίπλα της. 


28 Μαΐου 2022 9:30 π.μ. 


Τά πόδια της τρέχουν καί λίγο πρίν τό σκάμμα, 

κλάματα μωρο κούγονται. 


κοπέλα πηδ τόσο μακριά, 

πού λο τό στάδιο σηκώνεται καί χειροκροτ…. 


11:52 π.μ. 


Τό γάλα ρέει πό τό μετάλλιο 

καί κείνη τό σκουπίζει μέ τό χέρι της… 


Μιά προσευχή νεβαίνει 

πό τά βάθη τς συντετριμμένης της καρδις...

 

 

 

«Συγχώρεσέ με, Θεέ μου. 

Μέ ξίωσες νά γίνω μάνα, 

κόμα καί ν σκότωσα τό παιδί μου. 

Κύριε, πάρε ατό τό γάλα το παιδιο μου 

καί ζωγράφισε τόν δρόμο τς πιστροφς μου… 

Μόνο τήν νάμνηση τς πράξης μή μο πάρεις ποτέ… 

Βοήθησέ με νά σηκωθ

νά γυρίσω πίσω, 

κοντά Σου, 

ν καί δέν τό ξίζω…»!

 

 

 

ΠΕΦΙΠ – Πολύτεκνοι, τεύχος  183/2024



|εμείς από τις υπέροχες...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου