Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

☆ Συναντήθηκα ποτέ αληθινά με κάποιον; Όχι με πολλούς. Με έναν άνθρωπο έστω... Με τον αληθινό μου εαυτό, μήπως; ή τόσα χρόνια, μια ολόκληρη ζωή ίσως, μιλάω με το είδωλο του πραγματικού μου εαυτού;| είσαι σίγουρος για την απάντηση; Μήπως να το ξαναδείς; άκου τον παπα Σπύρο...

     Ξεκίνησα να ακούω τώρα το πρωί τον παπά Σπύρο σε αυτή την τυχαία απ' το YouTube επιλογή - αφού έχει πάρει χαμπάρι τι κουμάσια είμαστε και τι μας αρέσει να ακούμε...

  Και ενώ άκουγα, σταμάτησα. Ξεκίνησα να το προωθώ σε φίλους και γνωστούς, γιατί μου φάνηκε τρομερά ενδιαφέρον.


Όσο όμως προχωρούσα, συνειδητοποίησα ότι μάλλον ταιριάζει σε όλους μας. 

Οπότε είπα να το βγάλω λίγο πιο πάνω στην επιφάνεια, να το ακούσουμε όλοι και να καθρεπτιστούμε σε όλα όσα λέγονται, μήπως και γυρίσουμε το κουμπί και αφήσουμε τους υπόλοιπους και τα παράπονα που έχουμε από τους γύρω μας, και ξεκινήσουμε να αλλάζουμε εμείς πρώτοι απ'όλους...

   Σας αΦήνω ήσυχους.

   Ακούστε, αν θέλετε, τον παπά Σπύρο.

   Δωρεάν συνεδρία...



Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

☆ Εμείς όμως, όταν προσευχόμεθα, δεν προσευχόμεθα να πετύχεις εσύ στο πανεπιστήμιο ή να μην πετύχεις. Όχι. Δεν προπορευόμεθα του Θεού... |Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

      {Επειδή ξεκινούν να γράφουν τα παιδιά μας αύριο...}


   "Λαμβάνουμε συνήθως γράμματα από μητέρες που μας παρακαλούν να προσευχηθούμε για την επιτυχία των παιδιών τους, όταν δίνουν εισαγωγικές εξετάσεις για το πανεπιστήμιο.


Εμείς όμως όταν προσευχόμεθα, δεν προσευχόμεθα να πετύχεις εσύ στο πανεπιστήμιο ή να μην πετύχεις.

Όχι. 

Δεν προπορευομεθα του Θεού. 


Εμείς λέμε: 

"Θεέ μου, εσύ ξέρεις ποιο είναι το συμφέρον του παιδιού".


Εμείς προσευχόμεθα να γίνει το θέλημα του Θεού σε σένα.


Ποιο είναι δεν το γνωρίζουμε. 


Γιατί πολλές φορές το θέλημα του Θεού φαίνεται ότι είναι "καλό".


Άλλοτε φαίνεται ότι είναι "κακό" .


Δεν το γνωρίζουμε.


Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι ένα πράγμα φαίνεται επιφανειακώς ότι είναι καλό, κατά βάθος όμως είναι κακό.


Και το αντίστροφο. 


Επιφανειακώς φαίνεται ότι είναι κακό όμως στο βάθος είναι καλό.

Ξέρει ο Θεός...


    |Άγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης


   [εμείς από τον π.Βασίλειο Τσιμούρη]


...

 


✔ ἑνός ἐστί χρεία... |Ο 6αποδώς (μάς) δουλεύει 365 μέρες, χωρίς άδειες και αργίες...

      

    ...Και τους εμΦανώς καλύτερούς μας 

τους χτυπάει απροκάλυπτα σαν τον Ιώβ...

 (αλλά θα τα φάει και πάλι τα μούτρα του...)



   ... Πόσω μάλλον όταν μπαίνουμε 

με φιλότιμο στη διαδικασία

να ειρηνεύσουμε (τσατάλια τα νεύρα μας...),

να πούμε τις συγγνώμες μας (πόσο δύσκολα βγαίνουνε...),

τα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ μας ί ἄνταποδώσωμεν...),

να αλλάξουμε (επιτέλους...),

να πατήσουμε κάτω το ΕΓΩ μας (πριν μας καταπιεί...)

και να μετα-νοήσουμε (πριν είν΄αργά)...



Μπορούμε λοιπόν, να μην του δίνουμε σημασία 

και να μην πιανόμαστε από την οποιαδήποτε αφορμή 

μας σπέρνει;



Να γίνουμε όλοι Μαρίες...



Πλιζ...


 Τρόποι υπάρχουν! (Λεφτά όχι...)


  Άσε (παλιο)εαυτέ μου τις δικαιολογίες και ψάξου.-


      Γιατί ακόμα και συ συμΦωνείς πως...


   ΥΓ:

Αγαπάμε Μαρίες!

"Εξ απανέκαθεν"...


        {όλα αυτά τα λέμε και τα (ξανα μανα)λέμε!

      Για μας, 1α απ΄όλους.

    Κι όχι ψιθυριστά.

  "πίστει κράζοντας..."  (σου θυμίζει κάτι;) 

Μήπως δεήσουμε και τ΄ακούσουμε εμείς πρώτοι απ΄όλους...}



   Ωστόσο, 

η μεγαλύτερη απορία της ζωής μας 

παραμένει από πάντα να εμπεριέχεται

μέσα σ΄αυτές τις 9 λεξούλες...


  Τί ἄνταποδώσωμέν τῷ Κυρίω 

περὶ πάντων ὥν ἄνταπέδωκέν ἡμῖν; 


     Έχει κανείς μας τα κότσια να απαντήσει;


   [επειδή κάποιοι με ρωτάνε τι σκέΦτομαι...

Να, κάτι τέτοια ασυνάρτητα...]


               |σ.Β.Γ. 




☆ Ο Άγιος Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός, που εορτάζει σήμερα, συνήθιζε να φιλάει τα σκαλιά των πορνείων καθώς εκεί κάθονταν άγγελοι Κυρίου θρηνώντας για τις πόρνες...

 



    ... Ο Άγιος Ανδρέας ο δια Χριστόν Σαλός είναι στενά συνδεδεμένος μέσα μου με αυτό το δώσιμο, την αγκαλιά τη διαφορετική, τη ματιά τη διαφορετική που είχε και έχει πρωτίστως ο Χριστός μας. 

Γι΄ αυτό και στην παρακάτω ανάρτηση τον έβαλα φρουρό αλλά και τηρητή να μου θυμίζει μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού...

---

Μια από τις ωραιότερες ιστορίες του Λαυσαϊκού περιγράφει το βίο ενός μοναχού, που αφού εγκατέλειψε το μοναστήρι, δούλευε σαν φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. 
Και όπως από κάθε λιμάνι, ούτε απ’ αυτό έλειπαν οι πόρνες.

Ο «μοναχός» δούλευε όλη την ημέρα, και το βράδυ ξόδευε όλα όσα κέρδιζε, «αγοράζοντας» την συντροφιά μιας πόρνης για όλη τη νύχτα.

Ήταν η ντροπή των χριστιανών της πόλης, ήταν το σκάνδαλο της Εκκλησίας. 

Τα χρόνια πέρναγαν και παρά τις εκκλήσεις και τις συστάσεις, αυτός συνέχιζε την αμαρτωλή του ζωή.

Κάποτε, όπως σε όλους μας, ο θάνατος ήρθε σαν λύτρωση, σαν φάρμακο που θα τον έσωζε από τις αμαρτίες που δεν σταμάτησε να κάνει ακόμη και λίγο πριν πεθάνει. 

Και πώς να τον αφήσουν χωρίς ταφή για χριστιανό; 
Οι παπάδες της πόλης τον πήραν να τον κηδέψουν και μαζί του να θάψουν το σκάνδαλο. 
Το νέο μαθεύτηκε: Ο «γεροπόρνος» μοναχός πέθανε. 

Ποιος άραγε θα πήγαινε στην εκκλησία να τον αποχαιρετήσει;

Η εκκλησία στην κηδεία του γέμισε από γυναίκες της Αλεξάνδρειας, τίμιες γυναίκες, χριστιανές, που ήρθαν να τον αποχαιρετήσουν, μα όχι σαν έναν οποιοδήποτε νεκρό, σαν άγιο! 

Κάποιος γνώρισε σε κάποια από αυτές το πρόσωπο μιας πόρνης, που είχε καιρό να δει στο λιμάνι… 
δεν ήταν όμως, όπως την θυμόταν. 

Κάποιες άλλες, απλά τους θύμιζαν κάτι απόμακρο.

Τότε η πόλη έμαθε πως ο «γεροπόρνος» μοναχός ήταν ένας άγιος, που με τα λεφτά που κέρδιζε, εξαγόραζε μια νύχτα χωρίς αμαρτία, αγόραζε το «δικαίωμα» στο σώμα τους για να κερδίσει την ψυχή τους...



Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

✨ ...Ήτανε εικοσιεπτά του Μάη αυτή η μέρα, που ο Άγιος ταξίδεψε στης γης όλη τη σΦαίρα... Όμως... Δε μένει μόνο ξαπλωτός, σηκώνεται και βγαίνει κι όπου ζητούν βοήθεια σαν αστραπή πηγαίνει! Τόσο που είναι ζωντανός νεκρός δε μοιάζει να' ναι. Είναι Τα μέτρα Του Θεού π' αλλιώτικα μετράνε...

 




 

 


Πολλούς Αγίους Γιάννηδες

του Πρόδρομου Ιωάννη

έχουμε και της Χάρης του

φοράνε το στεφάνι...



Είναι ένας που τον βρίσκουμε

και Ρώσο τον καλούμε

και για φαντάσου...

οι Έλληνες

στα μέρη μας κρατούμε!



Η βόρεια η Εύβοια

του 'καμε εκκλησία

κ' έχει Στον Έναν μας Θεό

μεγάλη παρησσία!



Κοζάκοι τον γεννήσανε

το χίλια επτακόσια

ήταν στα δέκα χρόνια του

ψυχή καθάρια όσια...



Ενήλικος στρατεύθηκε

στου Τσάρου υπηρεσία

του Πέτρου που πολέμησε

τους Τούρκους στη Ρωσία.



Το επτακόσια έντεκα

στον Προύθο τονε πιάνουν

αιχμαλώτο και σε κελί

απάνθρωπα τον βάνουν.



Οι Τάταροι ως σύμμαχοι

των Τούρκων τονε πάνε

στην Πόλη σ' έναν ίππαρχο

ως σκλάβο τον πουλάνε.



Τον πήρε με πεποίθηση

να τον εξισλαμίσει

ο δούλος Του Ιησού Χριστού

άλλον ν' υπηρετήσει...



Σκληρά βασανιστήρια

οι Καππαδόκες είδαν,

που στο Προκόπι

στέναξαν κι όσοι καρδιά δεν είχαν!



Οι υπηρέτες του φορούν

μεταλλικό κανίκι

πυρακτωμένο μα θα βρουν

το θάρρος του μανίκι...



Στη βαρβαρότητα νικούν

φεύγουν κομμάτια δέρμα

με το αναμμένο κύπελο

να αλλάξει πίστη τέρμα...



Μα ο Ιωάννης δε λυγά

κι ας φρίττει απ' την οδύνη,

προσεύχεται κι αντίσταση

και μαρτυρία δίνει!



"Κάνε μου ότι λαχταράς,

επιθυμώ τον πόνο,

δε θα νικήσεις την ψυχή

παρά στη σάρκα μόνο"...



Τον παρατάνε τελικώς

με ζαρωμένη μούρη

τον ρίξανε να κοιμηθεί

σε στάβλο σαν γαϊδούρι...



Σ' ένα ταξίδι ο ίππαρχος

που φεύγει για τη Μέκκα

αφήνει πίσω να κρατά το σπίτι

η γυναίκα

"Αχ, και να ήτανε εδώ

που 'καμα το πιλάφι

κι είναι τ' αγαπημένο του

πάνω κι από χρυσάφι"!



Ακούει ο Άγιος αυτό

και λέει στην κυρά του

δώσ΄το και θα το στείλω εγώ

και θα χαρεί η καρδιά του!



Παρότι όλοι γέλασαν,

εκείνη δε γελάει,

το πιάτο παίρνει ο Άγιος

στο στάβλο κάτω πάει...



Εκεί στη Φάτνη όπου ζει

γίνεται αυτό το θαύμα...

Τον Κύριο παρακαλεί

να κάνει τέτοιο πράγμα!



Κάποια στιγμή επέστρεψε

ο ίππαρχος και δίνει

πίσω το πιάτο κι άφωνους

όλους τριγύρω αφήνει!



Κι όχι μονάχα κοντινούς,

μα στην Καππαδοκία

ολόκληρη ακούστηκε

η φοβερή ιστορία!



"Μπροστά μου ήρθε αχνιστό

και το καταβροχθίζω,

μα βλέπω το ολόγραμμα

και ν' απορώ αρχίζω...



Κατάλαβα περίεργο

πως είναι, μα τι τρέχει;

Με το δικό μου όνομα

πιάτο κανείς δεν έχει!"



Ο ίππαρχος στα πόδια του

πέφτει και του ζητάει

να γίνει κύριος κι αυτός

τονε παρακαλάει...



"Έλα στο σπίτι κι άρχοντα

θα 'σαι κι εσύ Βαλή μου!

Τέτοια ευλογία ο Αλλάχ

μου'φέρε στην αυλή μου"!



Μα όσο κι αν προσπάθησε

και τον παρακαλάει

εκεί να ζήσει ταπεινά

ο Άγιος ζητάει...



Κόσμος ντουνιάς μέσα εκεί

στις κοπριές ζυγώνει...

στον Άγιο που θαυμαστά

κι Άγια ψωμιά ζυμώνει...



Τα ζώα τον λατρεύουνε,

μετάνοιες του βάζουν

κι όταν αυτός προσεύχεται

ούτε μιά άχνα βγάζουν!



Τα ευλογεί και γίνονται

πολλά με την ευχή του

κι ο ίππαρχος πιο πλούσιος

για την καλή ψυχή του!



Το πνεύμα να ελευθερωθεί,

να ταξιδεύει πάντα

παίρνει εντολή απ' Το Θεό

πριν να γενεί σαράντα...



Ήτανε εικοσιεπτά

του Μάη αυτή η μέρα,

που ο Άγιος ταξίδεψε

στης γης όλη τη σφαίρα!



Τον έθαψαν μ' ευλάβεια

κι όλοι ανεξαιρέτως

με δάκρυα τον χαιρετούν

και τον τιμούν κατ' έτος...



Στου Αϊ Γιώργη την αυλή

να κοιμηθεί τον πήγαν,

που ήτανε ο φίλος του

τις Κυριακές και σμίγαν...



Πέρασε απο την κοίμηση

μισό και τρία χρόνια

το βρήκαν και ευωδίαζε

σαν του Μαγιού παιώνια!



Φέρνει ειρήνη, δάκρυα

κατάνυξης και δέος

και είναι ανεξάρτητη

απ' εποχή βεβαίως!



Με τη Μικρασιατική

καταστροφή, τον παίρνουν

οι πρόσφυγες, στην Εύβοια

μ' ευλάβεια τον φέρνουν!



Μας διηγείται ο Άγιος

που 'χε και αποδείξεις

ο Ιάκωβος πως έκανε

Αγίες υποδείξεις...



Αρτοποιός στην κούραση

πολύ αγανακτούσε

και με κατάρες και βρισιές

τους άρτους της πουλούσε...



Φάνηκε ολοζώντανος

μέσα στο μαγαζί της

και θυμωμένος έδειξε

πως ήτανε μαζί της!



Στον ίδιο κάνει εγχείρηση

με του Δαβίδ βοήθεια

και του 'δωσαν παράταση

δίχως γιατρό στ' αλήθεια!



Ο Άγιος σ' όλη τη γη

σαν αστραπή προφταίνει

κι ο αργαλειός του εργόχειρα

ουράνια υφαίνει!



Δε μένει μόνο ξαπλωτός,

σηκώνεται και βγαίνει

κι όπου ζητούν βοήθεια

σαν αστραπή πηγαίνει!



Τόσο που είναι ζωντανός

νεκρός δε μοιάζει να' ναι...

Είναι Τα μέτρα Του Θεού

π' αλλιώτικα μετράνε...



|η φωτογραφία από το σκήνωμα του Αγίου μας χθεσινοβραδινή...

από την εκ των "συν αυτώ", Αγγελική Γλυνού



Τρίτη 26 Μαΐου 2026

♡ Αγαπάμε Αη Γιάννη ... |Ευγνωμοσύνης το ανάγνωσμα...


   [Τι να πρωτοπούμε γι΄αυτό το Άγιο παλικάρι του Χριστού;

  Το πόσες φορές έχει παρέμβει αυτεπάγγελτα στη ζωή μας;

  Το πως έχει σκεπάσει με απίθανους τρόπους την Φαμίλια μας;

  Ή το πως επιβλέπει το μεγάλωμά της;

  Επειδή θα μπορούσαμε να μιλάμε για εκείνον μέχρι αύριο, που θα΄χει περάσει η γιορτή του...

  

Προτιμότερο είναι να μην πούμε τώρα άλλη κουβέντα...

 Ούτε καν για το θέμα που έχουμε με κάποιον πολύ δικό μας, 

εδώ και 3 μήνες και 23 μέρες.

  Παρά μόνο ένα τεράστιο "ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ"...

    Ξέρει εκείνος κι αυτό μας Φτάνει.-]


  |το α(μ)Φιερωματάκι μας στον Άη Γιάννη της καρδιάς μας μόλις ξεκίνησε. Τις αναρτήσεις μας που κάναμε για εκείνον όλα αυτά τα χρόνια, για τον γνωστό λόγο που γνωρίζεις δεν θα τις ανεβάσουμε εμείς, αλλά αν το θελήσεις, θα τις βρεις μονάχος σου φέτος εδώ. Όρεξη να΄χεις και είναι πολλές. Αλλά έχουν τελειωμό. Η αγάπη μας όμως για εκείνον δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ...


 [Το τι μας ενώνει εμάς τους 2, Άγιε μου, θα το αφήσουμε και φέτος μόνο για μας. 

 Ε, ας κρατήσουμε και κάτι για τον εαυτό μας.

 Δεν συμΦωνείς;]



✨ Οι Τούρκοι έμαθαν πως οι Έλληνες ήθελαν να πάρουν και το Ιερό Λείψανο του Αγ. Ιωάννου του Ρώσου και έκαναν επανάσταση. «Να μείνει εδώ», έλεγαν, «ποιος θα κάνει θαύματα μετά;»


Όταν ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος 
μαρμάρωσε τους Τσέτες...



Ο π. Γεράσιμος συχνά έλεγε ότι είχε γνωρίσει και είχε μιλήσει με την εγγονή μιας όμορφης γυναίκας από το Προκόπι της Καππαδοκίας, που έκανε τα χέρια της χωνί και φώναξε:
“ Ε, Γιάννη, με παίρνουν...Σώσε με...” και ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος, που η εκκλησιά του ήταν κοντά στο σπίτι της, μαρμάρωσε τους Τσέτες, που ήρθαν να κλέψουν την πανέμορφη νεόνυμφη και δεν ολοκλήρωσαν το ανόσιο έργο τους.



Είχε πάρει προσκυνητές στο Προκόπι και εκείνο το “Φως Ιλαρόν” που έψαλλε στο λεωφορείο, διασχίζοντας τη διψασμένη για «το Ύδωρ το Ζων» μικρασιατική ενδοχώρα, ήταν το ωραιότερο της ζωής τους.

Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς από όλο εκείνο τον πνευματικό πλούτο που ο π. Γεράσιμος Φωκάς προσέφερε;

***
Μεταξύ άλλων έλεγε:
"Λίγο πριν την κοίμησή του γύρεψε να κοινωνήσει ο Άγιος και ο παπάς φοβήθηκε μήπως τον δουν οι Τούρκοι να πηγαίνει με τα Άγια και βεβηλώσουν την Θεία Κοινωνία. 

Τότε έσκαψε ένα μήλο και έβαλε εκεί τη Θεία Κοινωνία και πήγε στο στάβλο και κοινώνησε τον Όσιο.



Ήταν νεαρός, το είδατε, παλικάρι ήταν, φαίνεται πολύ καλά. 

Εκοιμήθη το 1730 στις 27 Μαϊου. 

Μετά από χρόνια, όταν έγινε ανακομιδή, το άγιο λείψανο βρέθηκε άφθαρτο ευωδιάζον. 

Οι Έλληνες, τότε είχαμε Έλληνες πολλούς εκεί, έκτισαν ναό περίτρανο. 


Στο Προκόπιο της Καππαδοκίας λοιπόν, στο Ναό του Αγίου Βασιλείου ήταν τοποθετημένο το σκήνωμα του Όσιου Ιωάννου του Ρώσου. 

Το ιερό λείψανο βρισκόταν μέσα σε μια ξύλινη λάρνακα. 

Αυτό το ναό γκρέμισε ένας δήμαρχος πριν 30 χρόνια. 

Μόνο οι πόρτες του, που ήταν πολύ καλές, ξύλινες σκαλιστές, σώζονται τώρα, τις είδαμε, τις έβαλε στο δημαρχείο. 

Ισοπέδωσε τον ναό, τον έκανε πλατεία.

Το Άγιο Λείψανο έμεινε εκεί μέχρι το 1924. 

Έκανε θαύματα πολλά και στους Τούρκους και στους Έλληνες.

Μετά την Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, με την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι Έλληνες πρόσφυγες πήραν μαζί τους αρχαία κειμήλια, ιερές εικόνες, άγια ποτήρια, ιερά σκεύη και ήθελαν να πάρουν και το Ιερό Λείψανο του Αγίου Ιωάννου του Ρώσου, αλλά οι Τούρκοι το έμαθαν και έκαναν επανάσταση, δεν ήθελαν να χάσουν τον Άγιο, «να μείνει εδώ», έλεγαν, «ποιος θα κάνει θαύματα μετά;»


Ήταν διαταγή λοιπόν από τις Τουρκικές αρχές να μην πάρουν το Ιερό Λείψανο από την εκκλησία, γιατί όπως ισχυρίζονταν πάντα, ο Άγιος είχε ζήσει στην πατρίδα τους και άρα τους ανήκε.

Είχαν καθορισθεί οι μέρες που θα έφευγε ο κάθε Έλληνας.

Την άλλη μέρα το πρωί που ήταν 10 Σεπτεμβρίου 1924 έφευγε ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος.

Τον βρήκαν και τον παρακάλεσαν να πάρει μαζί του τον Όσιο.

Αυτός με μεγάλη χαρά δέχτηκε. 

Έτσι λοιπόν, την ίδια νύχτα, ο κλειδαράς άνοιξε την πόρτα, πήραν το σκήνωμα του Οσίου, το τύλιξαν με ένα κιλίμι που το έραψαν προσεκτικά γύρω - γύρω και το πέρασαν από το τελωνείο, λέγοντας ότι ήταν ρούχα και τρόφιμα.

Έτσι το σκήνωμα του Οσίου, ταξίδευσε στο λιμάνι της Μερσίνας. 

Και από το λιμάνι της Μερσίνας, που είναι απέναντι από την Κύπρο, από εκεί έφυγαν και έκαναν την εισβολή στην Κύπρο. 

Από εκεί έφυγε και το Κεφαλλονίτικο καράβι που μετέφερε τους πρόσφυγες με τον Άγιο, όπως σας είπα και πριν.

Όταν το καράβι βρισκόταν μεσοπέλαγα, κοντά στη Ρόδο συνέβη το εξής περίεργο περιστατικό. 

Κάποια στιγμή και ενώ οι μηχανές δούλευαν στο φουλ, το καράβι σταμάτησε να προχωράει και περιστρεφόταν στο ίδιο σημείο.

Ο κυβερνήτης, αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε καμιά βλάβη στο καράβι του, τρομοκρατήθηκε και ρώτησε τους υπευθύνους των προσφύγων: 

«Κύριοι, μήπως έχετε τίποτα ιερό μαζί σας στο πλοίο»;

Του εξήγησαν ότι κάτω στο αμπάρι βρισκόταν το σκήνωμα του Όσιου Ιωάννου του Ρώσου και τότε ο κυβερνήτης διέταξε να μεταφερθεί αμέσως και να τοποθετηθεί στο σαλόνι.

Εκεί οι ιερείς που βρίσκονταν στο πλοίο έκαναν δέηση μπροστά στο σκήνωμα και αμέσως το καράβι άρχισε να ταξιδεύει ομαλά στη ρότα του, σε μια θάλασσα ήρεμη και γαλήνια..."


πηγή: Ο π. Γεράσιμος Φωκάς όπως τον ζούμε

(στις φωτογραφίες το σπίτι και το εσωτερικό του σπηλαίου- στάβλου, που έζησε σαν σκλάβος ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος...)

 

Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

✔ Που να ξέραμε, όταν πριν χρόνια σκαρώναμε αυτήν την καρτούλα μας, τι νόημα θα αποκτούσε για όλους μας σήμερα...;;;

 


✨ "Νομίζω πως εκεί αρχίζει ο Θεός τελικά. Στη στιγμή που ο άνθρωπος αγαπά κάποιον περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό... |Μνημόνευε τη Γωγώ (Γεωργία Μαστροκώστα † 25/5/2026).-

             ...και βάλε στην προσευχή σου τον Τραϊανό και τη Βικτωρία τους. Να βρουν από τον Θεό την αληθινή παρηγοριά...


…«Τρεις μέρες αφού γέννησα την κόρη μου, μου είπαν ότι έχω καρκίνο. 

Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς χωράνε μέσα στην ίδια ζωή δύο τόσο αντίθετα πράγματα. 

Το μητρικό γάλα και ο φόβος. 

Το νεογέννητο σώμα του παιδιού μου και το δικό μου σώμα που ξαφνικά έμοιαζε να με προδίδει. 

Θυμάμαι το δωμάτιο του νοσοκομείου να μυρίζει μωρό και αντισηπτικό μαζί. 

Μια γυναίκα δίπλα μου θήλαζε. 

Εγώ προσπαθούσα να καταλάβω αν θα ζήσω. 

Κανείς δεν προετοιμάζεται για μια τέτοια στιγμή. 

Γιατί ο άνθρωπος αντέχει σχεδόν τα πάντα εκτός από τον λάθος χρόνο.


Κοιτούσα τη Βικτώρια να κοιμάται και τρόμαζα. 

Όχι επειδή πονούσα. 

Ο πόνος είναι ζώο, τον συνηθίζεις. 

Τρόμαζα γιατί άρχισα ξαφνικά να μετράω τη ζωή σε μελλοντικές απουσίες. 

Θα προλάβω να τη δω να περπατά; 

Να μιλά; 

Να ερωτεύεται; 

Να θυμάται τη φωνή μου; 

Υπήρχαν βράδια που την κρατούσα αγκαλιά και μύριζα τα μαλλιά της σαν να προσπαθούσα να αποθηκεύσω τον κόσμο ολόκληρο μέσα σε μία ανάσα. 

Κι εκεί, μέσα στη σιωπή του νοσοκομείου, κατάλαβα κάτι τρομακτικό: όταν γίνεσαι μάνα, δεν φοβάσαι πια τον θάνατο για σένα. 

Φοβάσαι το κενό που αφήνεις πίσω.


Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήμουν δυνατή επειδή χαμογελούσα. 

Δεν ήξεραν ότι πολλές φορές χαμογελούσα μόνο και μόνο για να μην τρομάξει το παιδί μου όταν μεγαλώσει κοιτώντας φωτογραφίες μου. 

Υπήρχαν μέρες που στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη χωρίς μαλλιά και δεν αναγνώριζα το πρόσωπό μου. 

Κι όμως, το πιο παράξενο ήταν ότι δεν έκλαιγα τόσο για μένα. 

Έκλαιγα γιατί σκεφτόμουν πως μια μέρα η κόρη μου μπορεί να ψάχνει φωτογραφίες της μητέρας της για να θυμηθεί πώς ήταν. 

Οι γυναίκες μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι το σώμα μας είναι η αξία μας. 

Ύστερα έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνεις ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό σπίτι του φόβου και της αγάπης.


Ο Τραϊανός δεν μιλούσε πολύ. 

Δεν υπήρξε ποτέ άντρας των μεγάλων λέξεων. 

Υπήρχαν όμως νύχτες που ξυπνούσα από πανικό και τον έβλεπα να κάθεται αθόρυβα δίπλα μου χωρίς να κοιμάται. 

Κάποιες φορές μου έφτιαχνε τοστ μέσα στη νύχτα επειδή δεν μπορούσα να κρατήσω τίποτε στο στομάχι μου. 

Άλλες φορές μου έδενε το μαντήλι στο κεφάλι χωρίς να πει κουβέντα. 


Και νομίζω πως εκεί κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς έναν άνθρωπο. 

Όχι να τον θαυμάζεις όταν λάμπει. 

Να μένεις όταν αρχίζει να σβήνει.


Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι θεραπείες. 

Ήταν η ανεμελιά που δεν επέστρεψε ποτέ. 

Αυτό δεν στο λέει κανείς. 

Νομίζουν όλοι ότι όταν τελειώσουν τα χειρουργεία και οι εξετάσεις, ξαναγυρίζεις στη ζωή σου. 

Δεν υπάρχει επιστροφή. 

Υπάρχει μόνο ένα «μετά». 

Ένα σώμα που συνεχίζει να περπατά αλλά μέσα του κατοικεί πια μια μικρή σκιά. 

Ακόμα και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές, υπήρχε πάντα μια φωνή που ψιθύριζε: «κι αν ξανάρθει;». 

Ο καρκίνος δεν σου παίρνει μόνο δύναμη. 

Σου παίρνει την αθωότητα.


Τις νύχτες της χημειοθεραπείας άρχισα να προσεύχομαι χωρίς να το καταλάβω. 

Όχι όπως προσεύχονται οι άνθρωποι στις εικόνες ή στις εκκλησίες. 

Δεν ήξερα ποτέ να προσεύχομαι σωστά. 

Δεν ήμουν από τους ανθρώπους που μιλούν εύκολα για τον Θεό. 

Υπήρχαν όμως κάτι ξημερώματα στο νοσοκομείο που το σώμα μου πονούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθα πως αν δεν μιλήσω κάπου θα διαλυθώ. 

Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, άρχιζα να ψιθυρίζω σαν παιδί:

 «Θεέ μου, άσε με λίγο ακόμα. 

Μόνο μέχρι να μεγαλώσει το παιδί μου».


Θυμάμαι μια νύχτα που η Βικτώρια κοιμόταν δίπλα μου κι εγώ την κοιτούσα μέσα στο μισοσκόταδο. 

Το κεφάλι της μύριζε ακόμα μωρό. 

Ακούμπησα το χέρι μου πάνω της και ξαφνικά φοβήθηκα τόσο πολύ, που δεν άντεξα. 

Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα πρώτη φορά αληθινά στη ζωή μου. 

Όχι να σωθώ. 

Να μη φοβηθεί εκείνη. 



Νομίζω πως εκεί αρχίζει ο Θεός τελικά. 

Στη στιγμή που ο άνθρωπος αγαπά κάποιον περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.


Υπήρχαν μέρες που θύμωνα μαζί Του. 

Πολύ. 

Έβλεπα το σώμα μου να αλλάζει, να χάνει τη δύναμή του, και δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει μια γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα νεογέννητο και ταυτόχρονα να κοιτάζει τον θάνατο κατάματα. 

Μου φαίνονταν όλα άδικα. 

Σχεδόν βίαια. 


Αλλά μετά ερχόταν η κόρη μου και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω μου ή ο Τραϊανός μού έδενε σιωπηλά το μαντήλι στο κεφάλι, και σκεφτόμουν πως ίσως ο Θεός να μην βρίσκεται στα θαύματα. 

Ίσως να βρίσκεται απλώς στους ανθρώπους που μένουν δίπλα σου όταν όλα αρχίζουν να σβήνουν.


Κάποτε, λίγο πριν μπω σε μια εξέταση, είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα στον διάδρομο του νοσοκομείου να κάνει τον σταυρό της αργά, σχεδόν τρυφερά. 

Τη ζήλεψα εκείνη τη στιγμή. 

Όχι για την πίστη της. 

Για την ηρεμία της. 

Γιατί εγώ δεν είχα ποτέ ηρεμία. 

Ακόμα και στις προσευχές μου υπήρχε πανικός. 

Σαν να ήθελα να διαπραγματευτώ με τον Θεό. 

«Πάρε οτιδήποτε άλλο, αλλά άφησέ με να δω το παιδί μου να μεγαλώνει». 

Ίσως όλες οι προσευχές των μανάδων να είναι τελικά ίδιες. 

Ένας διαρκής φόβος μην τελειώσει ο χρόνος πριν προλάβουν να αγαπήσουν αρκετά.


Κάποτε περνούσα μπροστά από καθρέφτες και έλεγα «φτου να φύγω». 

Δεν πίστευα ποτέ πραγματικά ότι είμαι όμορφη. 

Είναι παράξενο, έτσι; 

Μια ολόκληρη χώρα να κοιτά το σώμα σου κι εσύ να αισθάνεσαι ακόμη εκείνο το κορίτσι που δεν είχε αυτοπεποίθηση. 

Μπορεί γι’ αυτό δεν μέθυσα ποτέ ολοκληρωτικά από τη δημοσιότητα. 

Βαθιά μέσα μου παρέμεινα ένα παιδί που ήθελε απλώς να αγαπηθεί χωρίς όρους. 

Και τελικά ο καρκίνος αυτό κάνει. 

Σε γυρίζει βίαια στο πιο αληθινό σημείο σου. 

Εκεί όπου δεν έχει σημασία αν υπήρξες ποθητή, διάσημη ή όμορφη. 

Σημασία έχει μόνο ποιος μένει δίπλα σου όταν φοβάσαι.


Υπήρχαν μέρες που η Βικτώρια ερχόταν και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω μου χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει. 

Και αυτό το χέρι είχε μεγαλύτερη δύναμη από όλες τις θεραπείες του κόσμου. 


Μερικές φορές τη νύχτα καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι της και την κοιτούσα να κοιμάται. 

Προσπαθούσα να απομνημονεύσω κάθε λεπτομέρεια. 

Τον τρόπο που ανάσαινε. 

Τον τρόπο που μάζευε τα πόδια της. 

Το μικρό της στόμα. 

Σαν να φοβόμουν ότι ο χρόνος ετοιμάζεται να μου τα κλέψει όλα. 

Η μητρότητα είναι αυτό τελικά: 

ένας πανικός αγάπης που δεν τελειώνει ποτέ.


Κι όταν ο καρκίνος επέστρεψε, κατάλαβα κάτι πολύ σκληρό. 

Ότι κάποια στιγμή ο άνθρωπος κουράζεται να πολεμά. 

Όχι επειδή δεν αγαπά τη ζωή. 

Αλλά επειδή η μάχη αρχίζει να γίνεται ολόκληρη η ζωή του. 

Οι άνθρωποι αγαπούν πολύ να λένε τη λέξη «μαχήτρια». 

Δεν ξέρουν πόσο εξαντλητικό είναι να σε χρειάζονται πάντα δυνατή. 


Υπήρχαν νύχτες που δεν ήθελα να είμαι γενναία. 

Ήθελα μόνο να ξαπλώσω δίπλα στο παιδί μου και να αποκοιμηθώ χωρίς φόβο. 

Σαν μια απλή γυναίκα. 

Όχι σαν σύμβολο αντοχής.


Τώρα που όλα γίνονται πιο ήσυχα μέσα μου, δεν ξέρω αν φοβάμαι τόσο τον θάνατο. 

Φοβάμαι μόνο τη στιγμή που η κόρη μου θα με χρειαστεί και δεν θα μπορώ να της απαντήσω. 

Γι’ αυτό προσεύχομαι ακόμα. 

Όχι να σωθώ πια. 

Αλλά να μείνει κάτι από την αγάπη μου επάνω της όταν θα λείπω. 

Σαν χέρι στον ώμο της. 

Σαν ανάσα μέσα στον ύπνο της. 

Σαν μια αόρατη παρουσία που θα της ψιθυρίζει πως κάποτε υπήρξε μια γυναίκα που την αγάπησε τόσο πολύ, ώστε ακόμα και μπροστά στον θάνατο δεν έπαψε να παρακαλά τον Θεό μόνο για εκείνη».


                                    Γωγώ Μαστροκώστα ( † 25/5/2026)


    [ΥΓ:

   Το κείμενο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.

  Ας ελπίσουμε να είναι αυθεντικό.

 Όπως και να΄χει... 

    ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, ΓΕΩΡΓΙΑ!


    |λίγες ώρες μετά τη δημοσίευσή μας μάθαμε από αρκετούς "συν αυτώ" που μας το επισήμαναν πως δεν πρόκειται για σκέψεις της εκλιπούσης. 


Εμείς οΦείλουμε μια συγγνώμη, 
γιατί είναι αλήθεια πως δεν το διασταυρώσαμε όπως θα΄πρεπε.

Από την άλλη, 
παραμένει ανοιχτό το αίτημα και η προτροπή μας
να μπει στις προσευχές μας,
αλλά και στις Άγιες Προθέσεις των Ναών 
και των Μοναστηριών μας
το όνομα της Γιωργίας.

Για να μνημονεύεται, 
τουλάχιστον για τις επόμενες 40 μέρες...

Και στα δικά μας.

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!