Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

"... Σηκώθηκα τρελή από χαρά, φίλησα το χέρι του γέροντα, βγήκα έξω και πήγα στο σπίτι πετώντας. Είχα ξεχάσει όμως να πάρω το αναπηρικό καροτσάκι!!!"


|Προσωπική μαρτυρία...|

[αυτή η φωτογραφία είναι η τελευταία του Αγίου μας...]


~ γράφει η Georgia Mantzoula

Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντι με Χριστώ.
Σε μια στιγμή εκεί που είσαι πεσμένος στο χώμα και νομίζεις πως οι δυνάμεις σου σε εγκατέλειψαν έρχεται μια Μαρία και σου συστήνει έναν Άγιο.

Η ιστορία της Μαρίας είναι αληθινή.
Μου τη διηγήθηκε η ίδια το 1996.

Απόγευμα χειμωνιάτικο, Δεκέμβριο μήνα νομίζω, γονατισμένη από πολλά...
Τελειώσαμε το μάθημα αγγλικών με τη γλυκιά Ζωιτσα και η μαμά Μαρία βλέποντας με σκυφτή και χάλια, μου ζήτησε να καθίσω για να τα πούμε λιγάκι...
Τόσο καιρό μπαινοβγαινα σε κείνο το ζεστό σπιτικό, μα μόνο εκείνη τη μέρα την γεμάτη πίκρα ήτανε για να τα πούμε.
Τι να πούμε δηλαδή;
Να μου πει ήθελε η γυναίκα, μπας και με σώσει...

" Ξέρεις Γεωργία, μου είχα ένα γιο το Νίκο μου.
Σκοτώθηκε πριν τρία χρόνια σε τροχαίο με μηχανάκι..."

Για πρώτη φορά σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα απέναντι.
Πάνω σε ένα μπουφέ μια φωτογραφία.
Ο Νίκος της, ένας ξανθός νέος 20 χρονών περίπου...
Την κοίταξα σαστισμένη, μα εκείνη χαμογελούσε.
Τι παιχνίδι σκέφτηκα είναι αυτό πάλι;

Η Μαρία συνέχισε:
"Εχασα τη γη, έχασα τον κόσμο όλο,
παρέλυσαν τα πόδια μου κυριολεκτικά.
Ενάμισι χρόνο μετά,
το αναπηρικό καροτσάκι ήταν ακόμη εκεί
να μου θυμίζει την αδυναμία μου
να δεχτώ το θέλημα του Θεού."

[Τι λέει; Ποιο θέλημα Θεού;
Έχασε το παιδί της και μιλά για Θεό;
Υπάρχει Θεός;]

"Μας είπαν τότε για ένα Αγιορείτη γέροντα που έκανε πολλά θαύματα...
Πίστευα στο Θεό, μα όχι στα θαύματα, Γεωργία μου,
αλλά είπα θα πάω να πάρω την ευχή του..
Έτσι να κάνεις μου είπαν.
Νοσηλευόταν στο Θεαγενειο.
Ήταν στα τελευταία του.
Με πήρε ο άντρας μου με πήγε.
Όταν φτάσαμε εκεί κόσμος πολύς έξω από το δωμάτιο"

[...και δεν έκανε ένα θαύμα να διώξει τον καρκίνο,
μπας και ζήσει λίγο παραπάνω;]

"... Περιμεναμε ώρα πολλή,
οι χριστιανοί πολλοί και πονεμένοι,
άνοιξε κάποια στιγμή η πόρτα του θαλάμου..
μια νοσοκόμα βγήκε
και ψάχνοντας με το βλέμμα της
με κοίταξε και μου λέει...
"Μαρία πέρασε μέσα ο γέροντας σε θέλει!
Δεν πρόλαβα να σαστισω
γιατί με έβαλαν αμέσως μέσα σέρνοντας το καρότσι.
Ενας πονεμένος γεράκος,
κιτρινισμενος από την κακιά αρρωστια,
γερμενος στο πλάι του κρεβατιού
μου άπλωσε το αδύναμο χεράκι του
για να μου δώσει την ευχή του.
Εσκυψα το κεφάλι...

"ΜΗ ΛΥΠΑΣΑΙ ΜΑΡΙΑ,
Ο ΝΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ..."

[Ο Νίκος; Μαρία; είναι καλά; μα πως... ;]

"... σηκώθηκα τρελή από χαρά,
φίλησα το χέρι του γέροντα,
βγήκα έξω και πήγα στο σπίτι πετώντας.
Είχα ξεχάσει όμως να πάρω το αναπηρικό καροτσάκι!!!"

[... απίστευτο... ]

" Έχεις ακούσει Γεωργία για το γέροντα Παΐσιο;"

Δεν είχα ακούσει τιποτα
όπως και ποτέ δεν είχα αναζητήσει το Θεό
γιατί νόμιζα πως και να υπήρχε,
δεν θα με άκουγε.
Όμως η ιστορία αυτή έδωσε φτερά και σε μένα!
Άρχισα να ελπίζω πως ισως κάποια μέρα τον συναντήσω κι εγώ...
Ο Άγιος Παΐσιος λίγα χρόνια αργότερα,
με στήριξε ίσως στην πιο δύσκολη δοκιμασία της ζωής μου.
Ήταν ο φάρος που οδήγησε τα βήματα μου στην πρώτη μου εξομολόγηση...!

|μας έστειλε η εκ των "συν αυτώ"Θωμαή Στεφανοπούλου 

☆ Στην πυρκαγιά τοῦ πειρασμοῦ (ἀπό τη ζωή τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου)

Πιάσανε αἰχμάλωτο τὸν ἅγιο Παΐσιο σὰν ἦταν νεαρὸ παλληκαράκι καὶ τὸν φυλάκισαν. Δὲν εἶχε κάνει κάτι. Εἶχαν ἁπλῶς τὴν ὑποψία ὅτι δὲν ἦταν δικός τους. Τὸν καιρὸ τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἦταν πολὺ πιθανὸ νὰ συλληφθεῖ κάποιος –ἀκόμα καὶ νὰ ἐκτελεστεῖ– μόνο μὲ μιὰ ὑποψία. Τὸν ρίξανε σ’ ἕνα δωμάτιο μαζὶ μὲ ἄλλους, σὲ συνθῆκες ἄθλιες. Ἦταν τόσοι πολλοί, ποὺ δὲν χω ροῦσαν νὰ ξαπλώσουν. Ἄσε τὶς ψεῖρες ποὺ ἔστηναν χορὸ στὰ κεφάλια τους!

Ἡ ταλαιπωρία κορυφώθηκε ὅταν τὸν ἔβγαλαν ἀπὸ κεῖ καὶ τὸν ἔκλεισαν σ’ ἕνα ἄλλο, πολὺ μικρὸ δωματιάκι, καὶ μετὰ ἔφεραν δύο γυναῖκες ἀπὸ τὸ δικό τους ἰδεολογικὸ στρατόπεδο, σχεδὸν γυμνές, καὶ τὶς ἔβαλαν μέσα. «Παναγία μου!» προσευχήθηκε μὲ θέρμη τὸ νεαρὸ παλληκάρι, «φύλαξέ με καὶ σκέπασέ μέ». Ἦταν τόσο ἔντονο τὸ αἴτημά του, ποὺ ἡ Παναγία τὸν ἐνίσχυσε τόσο, ποὺ τὶς ἔβλεπε μὲ ἀπάθεια, σὰν νὰ ἦταν ἀδελφές του. Ὕστερα τοὺς μίλησε μὲ πόνο ψυχῆς, μὲ ἀγάπη. Καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε: ἦρθαν σὲ συναίσθηση καὶ μὲ δάκρυα βγῆκαν ἀπὸ τὸ δωματιάκι.


Πολλὰ χρόνια ἀργότερα, κι ἐνῶ ἦταν ἤδη κάμποσα χρόνια μοναχός, δέχθηκε μιὰ τρομακτικὴ δαιμονικὴ ἐπίθεση κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἦταν στὸ Στόμιο. Ἦταν τόσο ἔντονος ὁ σαρκικὸς πόλεμος, ποὺ ἀναγκάστηκε νὰ ἀσκήσει βία στὸ σῶμα του, ἀλλὰ ὁ πόλεμος δὲν σταματοῦσε. Ἀντίθετα, γινόταν πιὸ ἔντονος. «Καλύτερα νὰ μὲ φάνε οἱ ἀρκοῦδες» εἶπε κι ἔφυγε γιὰ τὸ δάσος. Ἀποκαμωμένος ὕστερα ἀπὸ ὥρα, ἔκατσε σὲ μιὰν ἄκρη τοῦ μονοπατιοῦ καὶ συλλογιόταν πῶς καὶ γιατί νὰ τοῦ ἔρθει τέτοιος πειρασμός. Καὶ τότε θυμήθηκε! Εἶχε ἔρθει πρὶν ἀπὸ μέρες νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ μιὰ συμμαθήτριά του ἀπὸ τὸ σχολεῖο, γιὰ τὴν ὁποία εἶχε πολὺ ἄσχημες πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὴν ἠθική της. Τὴ μάλωσε ἄσχημα κι ἐκείνη ἔβαλε τὰ κλάματα κι ἔφυγε. Θεέ μου, ἂν αὐτὴ αἰσθανθεῖ τέτοιο σαρκικὸ πόλεμο, πῶς θὰ μπορέσει ἡ καημένη ν’ ἀντέξει; συλλογίστηκε κι εὐθὺς ζήτησε συγχώρεση ἀπὸ τὸν Θεό. Δὲν χρειάστηκε νὰ προχωρήσει ἄλλο στὸ δάσος. Ὁ πόλεμος εἶχε σταματήσει. Ἡ πύρωση εἶχε φύγει.

Ἔλεγε ἀργότερα στοὺς προσκυνητές: «Ὅταν μᾶς πειράζει σαρκικὴ ἐπιθυμία, δὲν φταίει πάντα ἡ σάρκα. Μπορεῖ ἕνας λογισμὸς ὑπερηφάνειας ἢ κατάκρισης νὰ εἶναι ὁ αἴτιος. Πρῶτα νὰ βροῦμε τὴν αἰτία τοῦ πειρασμοῦ καὶ ἀνάλογα νὰ πράξουμε».

***

Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των: 

Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου | Αγίου  Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των Πατρών | Αγίου Γεωργίου της Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του λεπρού | Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.

 

Αναζητείστε το www.ear-books.com και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία. 

♡ Να συγγενέψουμε με την Παναγία - ΓΕΧΑ Αιγίου

 


✨ Η Αργυρώ, της Σπιναλόγκα, ένα ευωδιαστό κομμάτι του Παραδείσου... † 12 IOΥΛΙΟΥ 2014

                  |Για δες καιρό που διάλεξε ο Άγιος Θεός να την πάρει κοντά Του...

   (και με ποιον επίσης βασανισμένο Άγιο να συνεορτάζει αιωνίως...

   Τα ίδια παλικάρια που έφτιαξαν τον βίο αυτού του μεγαλειώδους Αγίου σε σειρά, ετοιμάζονται σε λίγο καιρό να κάνουν το ίδιο και με την αγιασμένη Αργυρώ! Μόλις τελειώσουν με τον τεράστιο Άγιο ΙωσήΦ τον Ησυχαστή... Τι έχουνε ακόμα να δούνε τα ματάκια μας... Αν θέλει ο Θεός.-)


  Γεννήθηκε στην Κρήτη, σ’ ένα χωριό έξω από το Ηράκλειο γύρω στα 1920.

 Ήταν μια λεβέντισσα, όμορφη, καλοστημένη! 

Αγαπήθηκαν μ’ έναν νέο, αλλά πριν προλάβουν να παντρευθούν κηρύχθηκε ο πόλεμος. 

Το παλικάρι έφυγε και πολέμησε στην Αλβανία τους Ιταλούς. 

Μετά την συνθηκολόγηση κατέβηκε στην Κρήτη για να αγωνιστεί κι εκεί εναντίον των Γερμανών.

 Κάποια στιγμή βρίσκεται αιχμάλωτος των Γερμανών να οδηγείται προς εκτέλεσιν. 

Πληροφορείται η Αργυρώ τα καθέκαστα και τρέχει στον τόπο της εκτέλεσης. 

Δέκα Έλληνες είναι στημένοι στον τοίχο κι απέναντί τους δέκα Γερμανοί με προτεταμμένα τα όπλα τους περιμένουν τη διαταγή για να πυροβολήσουν. 

Η Αργυρώ αγέρωχη, περήφανη, όμορφη σαν θεά περνάει μπροστά τους και μία μία κατεβάζει τις κάνες των όπλων. 

Όλοι σαστίζουν. 

Ο στρατιωτικός υπεύθυνος της εκτέλεσης την φωνάζει μπροστά του. 

“Τι κάνεις εκεί; Τι θέλεις; “.

 “Ο αρραβωνιαστικός μου είναι εδώ. Ή θα τον ελευθερώσεις ή χτύπα κι εμένα!”.

 Ο άνθρωπος υποκλίνεται. 

Τέτοιο θάρρος, τέτοια αφοσίωση δεν την έχει ξαναδεί. 

“Πάρ’ τον και φύγε!” της λέει. 

Μα η Αργυρώ δεν σταματά εδώ. 

Και τα άλλα παλικάρια είναι Έλληνες, είναι χωριανοί της. 

Με περίσσιο θάρρος αντιλέγει! 

“Όχι! Ή όλους ή στήσε με κι εμένα στον τοίχο!” και με τα λόγια αυτά προχωράει προς τους κατάδικους. 

Ο διοικητής έχει μείνει άφωνος. 

Οι στρατιώτες τους το ίδιο. 

Στέλνει μήνυμα στον ίδιο τον Φύρερ, ο οποίος εκφράζει τον θαυμασμό του και την επιθυμία του να γνωρίσει αυτή την ηρωική Ελληνίδα. 

Και χαρίζεται η ζωή σε όλους…


 Η Αργυρώ κι ο αγαπημένος της παντρεύονται. 

Αποκτούν ένα παιδάκι. 

Μετά την γέννα εκδηλώνεται η φοβερή λέπρα στην Αργυρώ. 

Πρέπει να αφήσει τον άντρα της, το νεογέννητο αγγελούδι της, το σπιτικό της, όλο το στήσιμο της ζωής της και να απομονωθεί στην Σπιναλόγκα, το νησί των καταραμένων. 

Την περιμένει η κοινή μοίρα αυτών των απόκληρων…


 Ο πατέρας μένει μ’ ένα λεχούδι στα χέρια. 

Αναζητάει τροφό για να του το αναστήσει και βρίσκει βοήθεια από μια γυναίκα στα Χανιά, στην άλλη άκρη της Κρήτης. 

Περνούν λίγοι μήνες. 

Η Αργυρώ καίγεται απ΄τη στέρηση του σπλάχνου της και παίρνει μια τρελή απόφαση. 

Νύχτα βουτάει στη θάλασσα και διασχίζει κολυμπώντας την απόσταση μέχρι την απέναντι στεριά. 

Έχει κάνει εναν μπόγο τα ρούχα της και τά ‘χει δέσει πάνω στο κεφάλι της. 

Περπατάει εφτά μερόνυχτα, μόνη, κρυπτόμενη για να μην την αντιληφθούν και την πετροβολήσουν, σχεδόν άσιτη και άπο τη και κάποια στιγμή φθάνει στα Χανιά και βρίσκει το σπίτι της τροφού -είχε πάρει τις πληροφορίες της από τα μηνύματα που της έστελνε ο άντρας της. 

Το βρίσκει έρημο. 

Κάθεται παράμερα στην αυλή και περιμένει. 

Κάποια στιγμή έρχονται κάποιοι, μια γυναίκα, δυο-τρεις γριές. 

Από μακριά τους μιλάει, τους συστήνεται.

 “Μόνο να μου πείτε αν είναι καλά το παιδί μου. Μόνο να το δω από μακριά!!!” τους λέει.

 “Το παιδί σου πέθανε χθες το βράδυ! Μόλις το κηδέψαμε, ερχόμαστε από τα μνήματα…”. 

Μαζεύει τα συντρίμμια της, τον πόνο της και παίρνει το δρόμο της επιστροφής…


 Περνούν λίγα χρόνια. 

Εκείνη πάντα στην Σπιναλόγκα. 

Παίρνει μήνυμα από τον άντρα της πως θέλει να παντρευτεί. 

Εκείνος είναι νέος και δεν υπάρχει καμιά ελπίδα σωτηρίας και επιστροφής για την Αργυρώ. 

“Μ΄όλη μου την καρδιά και την αγάπη μου!!!”, του απαντάει.

  Και τη μέρα του γάμου κάνει πάλι την ίδια παράτολμη ενέργεια. 

Βγαίνει κολυμπώντας και παρευρίσκεται στο γάμο, πάλι από μακριά. 

Κι όταν τελειώνει το μυστήριο πλησιάζει τη νύφη και της φωνάζει “Έχεις καλόν άντρα να τον αγαπάς!” και της αφήνει και το δώρο της, ένα χρηματικό ποσό που το μάζεψε ψίχουλο-ψίχουλο από το επίδομα που της έδιναν. 

Και σε κάθε παιδί που γεννούσε αυτή η γυναίκα, έβγαινε με τον ίδιο τρόπο στη βάφτισή του κι άφηνε ένα δώρο, ό,τι μπορούσε η φτώχια της να προσφέρει…


 Το 1957 το Λεπροκομείο της Σπιναλόγκα κλείνει. 

Έχει φθάσει κι εδώ το φάρμακο της λέπρας. 

Όσοι είχαν την νόσο σε πρώιμα στάδια θεραπεύθηκαν και επέστρεψαν στα σπίτια και στις οικογένειές τους. 

Οι παλιοί ασθενείς, στους οποίους είχαν προκληθεί ορατές ανεπανόρθωτες βλάβες και οι οποίοι ως επί το πλείστον είχαν ξεχαστεί και από τις οικογένειές τους, αν και θεωρούνταν ασφαλείς πλέον με την θεραπεία στην οποία είχαν και αυτοί υποβληθεί, μεταφέρθηκαν σε ειδική πτέρυγα του Νοσοκομείου Λοιμωδών Νόσων στην Αγία Βαρβάρα Αττικής.


 Εδώ η Αργυρώ θα γίνει μια ταπεινή διάκονος των πιο ηλικιωμένων ασθενών.

 Θα γνωρίσει τον Άγιο Νικηφόρο και τον Άγιο Ευμένιο και θα βιώσει την άπειρη αγάπη του Θεού.

 Θα πάρει και θα δώσει αγάπη και προσφορά, θα αγιάσει με τη ύπαρξή της εκείνον τον ταλαίπωρο τόπο. 

Μαζί με δυο-τρεις άλλες ομοιοπαθείς γυναίκες έπλεναν, καθάριζαν, περιποιούνταν και νεκροστόλιζαν, όταν ερχόταν η ώρα τους, τις λεπρές αδελφές. 

Αξιοσημείωτο είναι και το τάμα που είχαν από παλιά κάνει: 

“Κάνε, Θεέ μου, να βρεθεί το φάρμακο για τη λέπρα, όχι για μας, για τους νέους που χάνουν την αξιοπρέπεια και τη ζωή τους και δεν θα φάμε λάδι στον αιώνα!!!”.

 Κι αφού βρέθηκε το φάρμακο έπρεπε να κρατήσουν την υπόσχεση. 

Και την κράτησαν. 

Και δεν έβαλαν λάδι στο στόμα τους. 

Και το Πάσχα για να κάνουν κατάλυση βουτούσαν το δάχτυλο, το κολοβωμένο απ’ την αρρώστια, στο λάδι της καντήλας και το ακουμπούσαν στα χείλη τους για να τιμήσουν την ημέρα την Ανάστασης χωρίς να πατήσουν τον όρκο τους.

Αυτή ήταν η Αργυρώ. 

Ποιος ξέρει πόσα άλλα διαμάντια έκρυβε η μαρτυρική ζωή της! 

Αλλά ο Θεός την εφανέρωσε και το λείψανό της ευωδίαζε!

 Το λείψανο αυτής που εν ζωή έπρεπε να περικρύπτει την ασχήμια και την κακοσμία του λεπρού της σώματος!!


  |Από το βιβλίο "Ασκητές εν τω Κόσμω"

https://proskynitis.blogspot.com/2022/07/blog-post_54.html



Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

❈ "...Η Παναγούδα τον καλεί σε φτωχικό παλάτι, εκεί τον επισκέπτονται από της γης τα πλάτη. Πρώτα τον υποδέχτηκαν Άγιοι να του δείξει πως τον ακούει Ο Θεός και να τον ενισχύσει. "Είμαι ο Λουκιλλιανός". Εκείνος πρώτος τρέχει... "Παντελεήμων, φρόντισε τα τραύματα που έχει"! Πήγε Η Μητέρα Του Θεού σα να 'ταν δύο Φίλοι, κάθισε και του έδωσε πρόσΦορο και σταΦύλι. "Με ομορΦιά ανείπωτη που όλη μύρο στάζει... Η Ιεροσολυμίτισσα που βλέπετε, της μοιάζει"! Έμεινε η ευωδία Της σ' έδαφος και αιθέρες, δεν ζήτησε ούτε νερό ο Άγιος για μέρες. Είχε μεγάλο χάρισμα· αυτό που λέμε αγάπη, σπάνιο και πολύτιμο χρήσιμο σαν τ' αλάτι. Είχε την πιο αγνή ψυχή και δεν είναι τυχαίο, που πάνε τόσοι Άγιοι και βρίσκουν τον μοιραίο... Την πόρτα απλά του χτύπησε η Άγια ΕυΦημία κάθισε και τ' απάντησε σε κάθε του απορία... Βλέπει τον κάθε άνθρωπο και τ' όνομα του ξέρει, τι πρόβλημα και τι καημός εκεί τον έχει Φέρει...

 


|Το κείμενο και το κεραμίδι,
 ζυμωμένα με κλάματα και προσευχές,
έΦτιαξε για τον Άγιο Παππού μας

 


👉  


Τι είσαι άμα υπηρετείς

Χριστό μα και πατρίδα,

στον πόνο το παυσίπονο,

στο μαύρο η ελπίδα

 


Να 'χεις πατέρα Πρόδρομο

και μάνα Ευλογία

και να 'σαι προσφυγόπουλο

απ' την Καππαδοκία

 


Να 'χεις Αγίου τ' όνομα

και να 'χεις και Τη Χάρη,

ε τότε είσαι σίγουρα

της πίστης παλικάρι!

 


Στα Φάρασα το πρώτο φως

πέρασε στη ματιά του

και έμεινε στο βλέμμα του

μέχρι τα γερατειά του

 


Ο Άγιος Αρσένιος

με Θεία οδηγία

το όνομα κληρονομιά

του δίνει κι ευλογία

 


Στην κολυμβήθρα το βουτά

και τ' ουρανού η κουρτίνα

άνοιξε και το έλουσε

μιά γαλανή ακτίνα

 


Σχημάτισε στο μέτωπο

Σταυρό από χρυσάφι

και τ' όνομα Αρσένιος

Η Χάρις υπογράφει

 


Μόλις ακούν οι χωριανοί

τ' όνομα που του δίνει,

ένας στον άλλον συζητά

άραγε ποιός τ' εγκρίνει!


 

Άκουσε τότε ο Άγιος

για την πρωτοβουλία

μέχρι πως είναι εγωιστής

και θέλει μεγαλεία


 

Έτσι ευδόκησε Ο Θεός

να τον υπηρετήσει

πριν γεννηθεί τον ρώτησε

κι έτσι ήθελε να ζήσει

 


Ήταν σαράντα ημερών

τα όργανα αρχίσαν,

οι Τούρκοι κάναν εισβολή

τίποτα δεν αφήσαν

 


Πήραν στα χέρια τα παιδιά

και τσ' Άγιες εικόνες

κι αφήσαν τ' Άγια χώματα

που ζούσανε αιώνες

 


Έγινε η ανταλλαγή

να φύγουν πρέπει μόνο

που για να μην προφθάσουνε

τους σκότωναν στο δρόμο


 

Ποδοπατήσαν το μωρό

μα η Χάρις θα προλάβει,

από το χάρο να σωθεί

που ήταν στο καράβι

 


Η Ευλογία σ' αγκαλιά

ατσάλινη το βάνει,

το βρέφος και το θήλαζε

και δεν το ξαναβγάνει


 

Και έτσι διασώθηκε,

αρρώστια δεν το βρήκε,

στις κακουχίες άντεξε

και στην Ελλάδα βγήκε


 

Φτάνουν λοιπόν ταλαίπωροι,

πάμπτωχοι, κουρασμένοι,

νέα ζωή, μα δύσκολη

τώρα τους περιμένει

 


Με τα πολλά στην Κόνιτσα

μόνιμα κατοικούνε,

κάνουν νοικοκυρόσπιτα

Το Θείο Λόγο ακούνε

 


Στα δώδεκα με άριστα

απ' το σχολείο βγήκε,

πιο χρήσιμη του μαραγκού

να μάθει τέχνη βρήκε


 

Θα γίνει μάστορας καλός

και θα τον προτιμούνε,

καμάρωσε ο πατέρας του

τέτοιο παιδί απού 'ναι

 


Η Ευλογία φρόντιζε

στην εκκλησία να 'ναι,

τα πόδια του στο έδαφος

με πίστη να πατάνε

 


Μέσα στο δάσος πήγαινε

και έρημος βρισκόταν,

μέσα του έχτιζε έδαφος

για εκείνα που ερχόταν


 

Κάποιο παιδί που παίζανε

για Τον Χριστό του είπε

πως είναι άνθρωπος καλός

μα για Θεός τ' αρνείται!

 


Έκλαψε και γονάτισε

κι είπε γιατί συμβαίνει

και σ' ένα Φώς υπέρλογο

μέσα Ο Χριστός προβέρνει!

 


Έτσι του είχε Ο Θεός

στο δίλημμα απαντήσει

πως ο δικός του άνθρωπος

είναι να προχωρήσει

 


Στον Ελληνοϊταλικό

τα αδέρφια του θα πάνε

κι εκείνος μένει στους γονείς

μαζί κόπους βλαστάνε

 


Κι έρχεται ο εμφύλιος

έπρεπε πια να φύγει,

η στράτευση ήταν χρέος του

και δε θα τ' αποφύγει

 


Μιμείται πλήρως Τον Θεό

μ' όλη τη σημασία,

να σώζει θέλει ηρωικά

όλους μ' αυτοθυσία


 

Στον λοχαγό του αρνήθηκε

υπακοή να κάνει,

γιατί έβρισε την Παναγιά

και του 'πε αυτό μου φτάνει

 


Τέλειωσε η θητεία του

της στράτευσης της πρώτης,

στο τάγμα το αγγελικό

θα γίνει στρατιώτης

 


Στο Άγιο Όρος έφτασε

στα εικοσιεννιά του,

Την Παναγία ένιωθε

πατρίδα η καρδιά του


 

Στην αυστηρότερη μονή

διάλεξε να καθίσει,

ήδη της Αγιότητας

σημάδια του θ' αφήσει

 


Το όνομα Παΐσιος

στη νέα γέννησή του

έλαβε που γιορτάζεται

στην Άγια κοίμηση του


 

Είδανε άνθρωπο σεμνό

μ' αγάπη και συμπόνια,

που νέο κι Άγιο μοναχό

είχαν να δούνε χρόνια

 


Οκτώ έτη περάσανε

στην Κόνιτσα κινάει,

στα μέρη που τον θρέψανε

επί σκοπού θα πάει

 


Ανακαινίζει τη μονή

Στομίου με αγώνα,

του στέκονται οι χωριανοί

με γόνατο κι αγκώνα

 


Τέσσερα χρόνια πέρασαν

το έργο του είχε γίνει,

ο κόσμος τόνε κούρασε

και πίσω τους αφήνει

 


Σ' έρημο τόπο να βρεθεί

στην προσευχή ζητάει,

απ' το Σινά τον βρίσκουνε

και του ζητούν να πάει


 

Δυό χρόνια σ' ασκητήριο

σ' υψόμετρο μεγάλο,

ξυπόλυτος σ' άνυδρη γη

κάνει ουράνιο ζάλο!

 


Τους βεδουίνους πρότυπο

θα 'χει στην άσκηση του,

η φτώχεια τους κι η υπομονή

γίνονται μίμηση του

 


Κάνει γι' αυτούς εργόχειρα

ψωμί να τους ταΐζει,

να 'χουν πατέρα κι αδερφό

και στήριγμα φροντίζει

 


Στα δύο χρόνια ασθενεί

από τις κακουχίες,

δεν δέχονται οι πνεύμονες

άλλες ταλαιπωρίες

 


Στο ιατρείο βάζουν τον

και του απαγορεύουν

να μη γυρίσει στο Σινά

γιατροί τον συμβουλεύουν

 


Κάνει και πάλι υπακοή

φεύγει σαν το σπουργίτι,

φωλιάζει σε φτωχό κελί

στου Πρόδρομου το σπίτι

 


Γίνεται υποτακτικός

σε στοργικό πατέρα

του Ρώσου παπα Τύχωνα

που 'ναι στη νύχτα ημέρα!

 


Δυό χρόνια όμως πέρασαν

κι η ασθένεια 'χε φτάσει

σε απροχώρητο βαθμό

ως και ζωή να χάσει

 


Του αφαιρέσανε σχεδόν

τ' αριστερό πνευμόνι,

του κάνουνε επέμβαση

που τη ζωή του σώνει

 


Γι' αυτή του την επέμβαση

θα δώσουν τότε αίμα

οι μοναχές που έμελλε

μ' αυτές να γίνει ένα

 


Η Σουρωτή του άνοιξε

την πόρτα για να μπαίνει

και από τότε ο Άγιος

εκεί αιώνια μένει

 


Τον δέχονται για ανάρρωση

και τις επιβραβεύει

γιατί την καθοδήγηση

Αγίου έχουν εύρει

 


Στο Άγιος Όρος όρθιος

χάρη σ' αυτές γυρίζει

και από εκεί ο Άγιος

θάλπει και τις στηρίζει

 


Η Παναγούδα τον καλεί

σε φτωχικό παλάτι,

εκεί τον επισκέπτονται

από της γης τα πλάτη

 


Πρώτα τον υποδέχτηκαν

Άγιοι να του δείξει

πως τον ακούει Ο Θεός

και να τον ενισχύσει

 


"Είμαι ο Λουκιλλιανός"

Εκείνος πρώτος τρέχει...

"Παντελεήμων, φρόντισε

τα τραύματα που έχει"!

 


Πήγε Η Μητέρα Του Θεού

σα να 'ταν δύο Φίλοι

κάθισε και του έδωσε

πρόσΦορο και σταΦύλι

 


"Με ομορΦιά ανείπωτη

που όλη μύρο στάζει...

Η Ιεροσολυμίτισσα

που βλέπετε, της μοιάζει!"

 

Έμεινε η ευωδία Της

σ' έδαΦος και αιθέρες,

δεν ζήτησε ούτε νερό

ο Άγιος για μέρες

 

Είχε μεγάλο χάρισμα

αυτό που λέμε αγάπη·

σπάνιο και πολύτιμο,

χρήσιμο σαν τ' αλάτι

 

Είχε την πιό αγνή ψυχή

και δεν είναι τυχαίο,

που πάνε τόσοι Άγιοι

και βρίσκουν τον μοιραίο...

 

Την πόρτα απλά του χτύπησε

η Άγια ΕυΦημία,

κάθισε και τ' απάντησε 

σε κάθε του απορία!

 

Βλέπει τον κάθε άνθρωπο

και τ' όνομα του ξέρει,

τι πρόβλημα και τι καημός

εκεί τον έχει Φέρει

 

Μιά δεύτερη επέμβαση

κακό της πρώτης έργο

τον ακολούθησε σιμά

χωρίς να πει το έχω

 

Πόνους αφόρητους βαστά

μα ο γιατρός τον πείθει

έχει καθήκον ιερό

και έτσι δεν το αρνήθη

 

Στην κήλη βρήκε γιατρειά

και δεν τον κατατρύχει

χαίρεται που εμπόδιο

στην άσκηση δε βρίχνει

 

Ήτανε το χαμόγελο

για κάθε πικραμένο

το μέλι πάνω στην πληγή

για τον τραυματισμένο

 

Πράγματα διαφορετικά

έλεγε στον καθένα

ακόμη κι αν τον ρώταγαν

όλοι το ίδιο θέμα

 

Τί οφελουσε μιά ψυχή

και τί θα τη χαλούσε

τί να προσέξει, που πατεί

τί θα την οφελούσε

 

Παρόλο που ήτανε μισός

εργάζονταν για δύο

κάποιοι πηγαίναν σοβαροί

και άλλοι για αστείο

 

Με χάρισμα διόρασης

που είχε βοηθούσε

ήξερε που χρειάζονταν

και πόσο να μιλούσε

 

Τα λουκουμάκια πλήθαιναν

αντί να λιγοστεύουν

και ήτανε το κέρασμα

σ' όσους εκεί προφταίνουν

 

Κάνει ιάσεις φοβερές

τυφλό παιδί γιατρεύει

κάνει και κάθε αιρετικό

Ορθόδοξα να βλέπει

 

Αυτό για δεκατέσσερα

χρόνια δίχως να λείψει

τον άνθρωπο που υπηρετεί

τώρα εκεί θα λήξει...

 

Έρχεται ισχυρότερο

χτύπημα στο κορμί του

καρκίνος και το δέχεται

σαν να 'ταν το παιδί του

 

Τη θεραπεία δέχτηκε

στ' ανθρώπινα πατούσε

απ' Το Θεό την ίαση

για 'κεινον δε ζητούσε

 

Έβλεπε κάθε ασθενή

την πόρτα του περνούσε

μετάνοια τους έβαζε

το χέρι τους φιλούσε!

 

Του ανακοίνωσε ο γιατρός

το τέλος πλησιάζει

με χιούμορ τότε ο Άγιος

του λέει πως γιορτάζει!

 

"Χορό θα στήσω να γλεντώ

πρώτη φορά μου βγαίνει

σαν ζει Ο Χριστός στον άνθρωπο

χαρά 'ναι να πεθαίνει"

 

Όταν γίναν τα δέοντα

κι έληξε η θεραπεία

στήριζε κάθε άνθρωπο

λες κι έσφιζε απ' υγεία!

 

Στη Σουρωτή μαζεύονταν

για να τον συναντήσουν

έλεγε στις καλόγριες

όλους να τους αφήσουν

 

Πόνους βαστούσε αφόρητους

το μαρτυρά ο γιατρός του

που 'γινε φίλος μπιστικός

παιδί του κι αδερφός του

 

Το πιό όμορφο χαμόγελο

στα μάτια του καθρέφτης

που δείχνουνε ο θάνατος

είναι στον κόσμο ψεύτης

 

Δώδεκα Ιούλη σφάλιξαν

τα μάτια του στο σώμα

μα μείνανε ορθάνοιχτα

και μας κοιτούν ακόμα

 

Και στρέφεται το βλέμμα του

σ' όποιον του πει παππούλη

και είναι ολοζώντανος

τη γη γυρίζει ούλη

 

Απ' τα βιβλία έμαθαν

γι' αυτόν στον κόσμο όλο

έχει μεγάλη απήχηση

ως και το Βόρειο Πόλο

 

Οι νέοι που υπεραγαπά

μ' αυτόν νικούν τα πάθη

σαν μελισσούλες έρχονται

στου γέροντα τα άνθη

 

Και μεγαλώνει κι ο μπαξές

τα μέλια ξεχειλίζουν

αφού χιλιάδες άνθρωποι

τον Άγιο γνωρίζουν

 

Και ετοιμάζει Ο Θεός

λιβάδια και καθίζει

με λουλουδάκια όμορφα

ο κόσμος ομορφύζει

 

Κι είναι στη μέση ο γέροντας

και τα καλωσορίζει

κι ακόμα λέει ταπεινά

"Ο Κύριος φροντίζει"

 

Χώρος σε νου δε βρέθηκε

ούτε αρκετό μελάνι

όσα του πρέπουν να γραφτούν

τόνος χαρτιού δε φτάνει

 

Ξέρουμε ήταν σαν κι εμάς

γιατί αυτό ζητούσε

να μην τον πούνε Άγιο

ήθελε όσο ζούσε

 

Ζήτησε χώμα και πηλό

στου τάφου του τη σκέπη

και ένα ξύλινο Σταυρό

που στη ζωή του ρέπει

 


 

|ΑΓΙΟΣ ΠΑΐΣΙΟΣ

ο Αγιορείτης

 

Κοιμήθηκε στις

12 Ιουλίου 1994,

σε ηλικία 70 ετών...