Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Έλπισον επί τον Θεόν

 Ἱνατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου; καὶ ἱνατί συνταράσσεις με; ἔλπισον ἐπὶ τὸν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ· σωτήριον τοῦ προσώπου μου καὶ ὁ Θεός μου.
(Γιατί, λοιπόν, είσαι τόσον λυπημένη, ψυχή μου; Γιατί με συγκλονίζεις; Έχε την ελπίδα σου στον Θεό, διότι θα έλθει και πάλιν ημέρα, που θα δοξολογήσω τον Κύριο, τον σωτήρα μου και Θεό μου, στον ιερό ναό Του).
Πηγή μετάφρασης εδώ

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

#menoume pisti !

(Το "υποκλέψαμε" από τον Babis Amerinos) 

* Η ευκαιρία του εγκλεισμού


Μονάζοντες ως στρουθία εντός των τειχών, εντός των τεσσάρων τοίχων ενός διαμερίσματος, χωρίς δυνατότητα δικαιολογίας για απαραίτητα τρεχάματα, για δουλειές που δεν παίρνουν αναβολή, για διεκπεραιώσεις κάθε είδους, που επιβάλλει η ένταξη μας σε μία κοινωνία και τον γραφειοκρατικό μηχανισμό της, βιώνουμε έναν εγκλεισμό, που είναι διάπλατα ανοικτός, από την απόλυτη κατάθλιψη μέχρι την υψηλότερη νοηματοδότηση. 
Αχ, παντοδύναμο μυαλό του ανθρώπου, με την τρομερή σου ευθύνη να μπορείς να δίνεις τον ευγενέστερο σκοπό στα ευτελέστερα και να μπορείς να τον στερείς ακόμη και από τα επουράνια!

Αν κάποια στιγμή σου είχε περάσει η υποψία μήπως η καλογερική ήταν ο δρόμος σου, ιδού η μεγάλη ευκαιρία να διαπιστώσεις τις δυνάμεις και τις κλίσεις σου. 
Όσα και να πεις με τους οικείους σου, όσα τηλεφωνήματα κι αν κάνεις, όσες ώρες και αν καταναλώσεις στον υπολογιστή, κάποια στιγμή θα το αποφασίσεις να βάλεις απέναντί τον εαυτό σου και να τα πείτε λιγάκι, έξω από τα συνηθισμένα, έξω από τα πάγια, έξω από τα υποχρεωτικά.

Θα το αντέξεις; Φαίνεται εύκολο, ίσως και επιθυμητό, αλλά… θα το αντέξεις;

Αν έρθει η ώρα ενός μικρού απολογισμού, πώς θα διαχειριστείς τις ακυρώσεις των προγραμμάτων σου και τις διαψεύσεις των προσδοκιών σου; 
Θα καταφέρεις να αποδεχτείς τις χαώδεις αποστάσεις ανάμεσα στα σχέδιά σου και τα σχέδια της ζωής; 
Θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να ταπεινωθεί και να αποδειχτεί ότι η ζωή δεν μας ανήκει αλλά της ανήκουμε;

Τι θα κάνεις, πώς θα διαχειριστείς τη σχετικότητα των βεβαιοτήτων σου για το μέλλον, το μέλλον που πριν μία εβδομάδα το είχες σίγουρο και αυτονόητο και τώρα σου χαμογελάει ειρωνικά και σου δείχνει τους έρημους δρόμους, τα κλειστά μαγαζιά και τα κομβόι με τα φέρετρα; 
Πού θα καταφύγεις; Σε θεωρίες συνωμοσίας; 
Μα, και έτσι να ναι, μοιάζουν πολύ πετυχημένες, αφού κατάφεραν και σου μπλόκαραν τις δραστηριότητες, τα σχέδια, το κορμί και την ψυχή σου. 
Το πρόβλημα δεν είναι αν «παίζουν» συνωμοσίες. 
Το πρόβλημα είναι τα διαθέσιμα όπλα σου και τα αποθέματα ηρωισμού σου για να αντιδράσεις.

Τα μεγάλα ερωτήματα θα τα αντέξεις; Τη σχετικότητα των ανθρώπινων, τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής που όλο ανέβαλες να απαντήσεις, την εξάρτησή σου από μηχανισμούς που δεν ελέγχεις, τις μάσκες που έγιναν αιτία να κοιτάξεις επιτέλους τα αδιάφορα για σένα με΄χρι χθες ανθρώπινα πρόσωπα, έστω κι αν φαίνονται μόνο τα μάτια τους; Θα τ΄ αντέξεις;

Βεβαίως και το μυαλό σου είναι πανίσχυρο. Μπορείς, αν θέλεις, να το ρίξεις στο φαγητό, στα διαδικτυακά παιχνίδια, στον ύπνο, στα τηλεφωνήματα και σε όλες τις εξόδους κινδύνου, που σύντομα θα εφεύρει ο καταναλωτικός μηχανισμός, που ξέρει, ακόμη και από τις πιο τραγικές περιστάσεις να κερδίζει. Θ΄ αντέξεις όμως μία ακόμη χαμένη ευκαιρία;

Αν όχι τώρα, πότε θα καταλάβεις τη γλυκύτητα της απομόνωσης από ατελείωτη περίσπαση και περιφορά του νου στα δήθεν σημαντικά και κατ΄ ουσίαν ασήμαντα;

Αν όχι τώρα, πότε θα ξαναβρείς τον εαυτό σου διαθέσιμο για μία ειλικρινή κουβεντούλα για όλα εκείνα που τόσα χρόνια τού αναβάλλεις να συζητήσετε;

Αν όχι τώρα, πότε θα ανοίξεις εκείνο το βιβλίο, πότε θα προχωρήσεις εκείνη τη σκέψη, πότε θα πιάσεις εκείνο το χέρι του ανθρώπου που ζεις μαζί, πότε θα χαρίσεις στον εαυτό σου όλα εκείνα πού ξέρεις αποδεδειγμένα ότι ήταν βάλσαμο για την καρδιά σου όσες φορές τα χρειάστηκες, αλλά συνήθισες να τα έχεις διαρκώς στο «περίμενε»;

Αν όχι τώρα, πότε θα μετρήσεις τις δυνάμεις σου απέναντι στο φόβο πως όλα είναι προσωρινά, όλα είναι μάταια, όλα είναι εύθραυστα; 
Και πότε θα σου δοθεί η ευκαιρία να ξανανιώσεις καλλιτέχνης, αγγειοπλάστης, που από τη λάσπη τής φθαρτής ζωής σου, μπορείς να γεννήσεις στοχασμό και λόγω και πράξη με δίψα αιωνιότητας;

Αν όχι τώρα, πότε θ΄ ανοίξεις τις δεξαμενές της πίστης σου για να απαντήσεις έμπρακτα στις προκλήσεις των καιρών και στη χλεύη των τεχνοκρατών;

Αν όχι τώρα, πότε θα μιμηθείς το ήθος των Αγίων που τόσες φορές ασπάστηκες την εικόνα τους ή διάβασες τα συναξάρια τους αλλά, στην πραγματικότητα, τους είχες απλώς για συναισθηματικό αποκούμπι, χωρίς να πολυπιστεύεις πώς ο τρόπος που έζησαν είναι δυνατόν να γίνει πράξη στις μέρες που ζεις; 
Πότε θα σου δοθεί η ευκαιρία, έστω και λίγο, να βρέξεις τα χείλια σου με την βεβαιότητα της πίστης τους, τη γαλήνη της εμπιστοσύνης τους σε έναν Πατέρα με αγάπη απείρως ισχυρότερη από κάθε συμφορά, τη νηφαλιότητα του λόγου τους, την πηγαία αγάπη τους για κάθε ταλαιπωρημένο άνθρωπο, όπου γης, όπου ιδεολογίας, όπου υπαρξιακής επιλογής;

Αν όχι τώρα, πότε θα εμβαθύνεις, έστω και λίγο, πάνω στα θεμελιώδη της πίστης που επέλεξες, που στα λόγια την είχες για θεμέλιο αλλά στην πράξη την είχες σαν μία μικρή ζαρντινιέρα στο ρετιρέ του οικοδομήματος της ζωής σου;

Θα βρεις το θάρρος να αναρωτηθείς αληθινά για αυτά που νομίζεις πως ξέρεις γύρω από τον θησαυρό μιας Ορθοδοξίας που εσύ διάλεξες, η οποία, μετά το αίμα του Γολγοθά, ζυμώθηκε με αίμα Μαρτύρων όχι μόνο στα ιπποδρόμια αλλά και στα κελιά της ησυχίας, στα γραφεία της μελέτης, ακόμη και στα έδρανα της κοσμικής γνώσης; 
Αυτής της κοσμικής γνώσης που άγιοι στοχαστές και φιλόσοφοι σαν τους τρεις Ιεράρχες, ίδρωσαν και δάκρυσαν και μάτωσαν για να προσλάβουν, ώστε να το μπολιάσουν με αιωνιότητα και να το ξαναπροσφέρουν στον κόσμο με γλώσσα κατανοητή, χωρίς να σκανδαλίζουν και κυρίως χωρίς τη νοοτροπία ορισμένων εξ ημών, που στέλνει όσους δεν θέλουν ή δεν μπορούν να καταλάβουν, στο πυρ το εξώτερον.

Εσύ, μόνος σου, με μόχθο προσωπικό, με μόχθο προσευχής, με μόχθο αποκοπής από πανικούς και συνομωσιολογίες, θα βρεις άραγε χρόνο να ψάξεις πηγές, κείμενα, λόγο αληθινά θεολογικό και Πατερικό, δουλεμένο με σκέψη και ήθος; 
Τώρα, που οι θεολογικές και νοητικές ακροβασίες τελειώσανε, μήπως είναι ώρα να αρχίσεις να σχηματίζεις μέσα σου τεκμηριωμένες θέσεις για Θεία Κοινωνία, για Εκκλησία, για Αποκάλυψη, για τόσα και τόσα που, αφού δεν χαλάλισες μέχρι τώρα λίγο προσωπικό χρόνο και αφού δεν αξιώθηκες έναν Εκκλησιαστικό λόγο ενότητας και σοβαρής θεολογικής επεξεργασίας από εκείνους που ήταν ευθύνη τους να το πράξουν, πρέπει να το αναζητήσεις με δίκες σου δυνάμεις, για να μην γίνεις παίγνιο κάποιων άλλων, που εγγράφουν τον δύσκολο αυτό καιρό οπαδούς της άγνοιας και της πόρωσής τους για μελλοντική χρήση; 
Και επιτέλους, θα αναγνωρίσεις την κοινή λογική ως δώρο Θεού και θα την ξεχωρίσεις, ως διάνοια, από τον νου, μήπως και καταλάβεις, πως κάθε τι που προφυλάσσει την ανθρώπινη ζωή, το μοναδικό α αυτό δώρο στον καθένα, για το οποίο θα δώσουμε λόγο, αποτελεί προίκα του κατ΄ εικόνα και ευθύνη που ο Θεός μας τίμησε να μοιραζόμαστε μαζί Του;

Αυτές τις ώρες του εγκλεισμού, θα βρεις το θάρρος να πάρεις ένα κόσκινο και, ακόμη και μέσα από το διαδίκτυο, που με τα χίλια του στραβά, έχει και κάτι να προσφέρει, να ξεχωρίσεις, το στάρι του αγαπητικού λόγου και της συμπόνιας από την ήρα των κραυγών τού κάθε δυστυχισμένου ανερμάτιστου θεολογούντος, που έκανε τον Ορθόδοξο θεολογικό λόγο δεκανίκι της υπαρξιακής και πνευματικής του αναπηρίας;

Θα χάσεις αυτή τη μεγάλη ευκαιρία για προσωπικό ερημία, ώστε να υποψιαστείς πως η μόνη σου περιουσία είναι ο εαυτός σου και μοναδικό έργο που αντέχει στο χρόνο είναι ο καλλωπισμός και η καλλιέργειά του από τον δικό σου μόχθο και η αγιοποίηση του από τη Χάρη του Θεού που διαρκώς σου χτυπάει την πόρτα και τόσα χρόνια απλώς δεν βρήκες χρόνο να της ανοίξεις;

Θα βρεθείς έτοιμος στον καινούργιο κόσμο που έρχεται; θα βρεις το θάρρος και τις δυνάμεις να αποδείξεις πρώτα στον εαυτό σου και μετά στους άλλους πως η πίστη σου και η ορθοπραξία σου είναι παντός καιρού και πάσης ανάγκης; 
Τι θα διαλέξεις; 
Τον ρόλο του μάρτυρα με μαρτυρία σεμνότητας, ποιότητας διάνοιας, ποιότητα πνεύματος, εντιμότητας, σεμνότητας, συνέπειας, διαθεσιμότητας στους νέους πόνους και τις προκλήσεις που έρχονται; 
Ή τον στο ρόλο του γραφικού πιστού με λόγο μεσαίωνα, ήθος μισαλλοδοξίας και αγάπης ψευδεπίγραφης; 
Με ρωτάς αν έρχεται ένας αντιχριστιανικός κόσμος. Σου απαντώ, ναι! Και με ξαναρωτάς, πώς θα αντισταθούμε. 
Και σου δείχνω το Σταυρό και σου θυμίζω πως αυτά τα δύο εγκάρσια αγιασμένα ξύλα νίκησαν τον κόσμο και όχι οι εξυπνάδες, οι κραυγές και οι διεκδικήσεις των κεκτημένων. 
Μήπως είναι καιρός, εκεί, κλεισμένος στο κελί σου, στο κέντρο της πόλης, να επιλέξεις ήθος; 
Μήπως είναι ώρα να καταλάβεις κι εσύ κι εγώ πως η βλασφημία, βεβαίως και εκπηγάζει από νου δαιμονικό, κάνει όμως γέφυρα και φτάνει στους ανθρώπους το στρεβλό μας ήθος, τον ψευδεπίγραφο χριστιανισμό μας, την αίολη θεολογία μας, την παγανίζουσα λατρεία μας, την συχνή χαιρεκακία μας για το δράμα του κόσμου, την οκνηρία μας και την ανύπαρκτη αυτοκριτική μας; 
Αν οι γιατροί του σώματος έφτασαν να θυσιάζονται στη βάρδιά τους, να ακριβολογούν, να είναι λιγόλογοι, να τρέμουν μη γίνει και λάθος κίνηση, μια λάθος διάγνωση, μια λάθος κουβέντα, γιατί μπορεί να στοιχίσει μια ζωή, πόσο εμείς, οι σημαιοφόροι της ψυχικής υγείας και της αθανασίας, θα έπρεπε να τρέμουμε για κάθε θεολογικό λόγο που βγαίνει από τα χείλη μας, για κάθε πράξη μας που μπορεί να σκανδαλίσει, για κάθε συμβουλή, που μπορεί να στείλει έστω και μια ψυχή στον χαμό, για κάθε στιγμή χαμένη για λίγη δουλεία πνευματική και αγαπητική, τουλάχιστον με τον εαυτό μας; 
Ευτυχώς –ή δυστυχώς- δεν έχει βρεθεί ακόμη τρόπος μέτρησης πνευματικώς νοσούντων ή ψυχικώς τεθνεώτων, οπότε, το μη μετρήσιμον, όχι μόνον είναι μηδέ διοικούμενον, όπως διδάσκει το σύγχρονο management, αλλά και μηδέ καταλογίζον ευθύνες.

Κοίτα γύρω σου τους τέσσερις τοίχους που σε κλείσανε και ξεκίνα, βάζοντας κατ΄ αρχάς τάξη στον μικρό προσωπικό σου χώρο σπιτιού σου, που καθρεφτίζει την ψυχή σου. 
Ξεσκόνισε τις γωνιές του, πέτα τα περιττά, βρες περίοπτη θέση για τα καταχωνιασμένα πολύτιμα σου και κάνε κάθε σου κίνηση συμβολική κινήσεων που πρέπει να κάνουμε μέσα μας. 
 Κι αν δεν έχεις προσωπικό χώρο, να σε προβληματίσει. Τέτοιος χώρος λείπει και στην ψυχή σου. Επειγόντως , και μέσα και έξω σου, πρέπει να βρεθεί ταμιείον περισυλλογής, με πόρτα, στην οποίαν θα γίνεται προσεκτικός έλεγχος εισερχομένων, όχι τόσο ανθρώπων, όσο σκέψεων και επιρροών. 
Μόνον μέσα σε τέτοιον χώρο θα μπορέσεις να συγκεντρώσεις τον εαυτό σου, τον διασκορπισμένο εδώ κι εκεί. Μόνον εκεί, έχεις ελπίδες να νιώσεις αγάπη για τον Θεό και αγάπη για τους ανθρώπους.

Εκεί, σ΄ αυτόν τον χώρο του σπιτιού και της ψυχής σου, ήρθε η ώρα για ξεσκόνισμα και ξεσκαρτάρισμα. Για να μείνουν ζωντανά και με άνεση χώρου αυτά που θα χρειαστούν στα επερχόμενα, άλλα τραγικά και άλλα υπέροχα, που ο Θεός κράτα ήδη στη χούφτα του και ετοιμάζεται να τα σπείρει στη γη, άλλα προς μετάνοια και άλλα προς σωτηρία. 
Και πες μαζί μου, με όλη τη δύναμη της ψυχή σου:

«Αφού από Σένα είναι Κύριε, όλα καλοδεχούμενα!»

* Χρησιμοποιούμε σωστά τα γάντια μιας χρήσης;

Πολλοί από μας φοράνε γάντια όταν πρόκειται να βγουν έξω για ψώνια, όταν πρόκειται να ακουμπήσουν αντικείμενα με πιθανό μεγάλο ιικό φορτίο.
Μήπως όμως, εκθέτουμε τον εαυτό μας σε χειρότερο κίνδυνο, όταν αγνοούμε βασικές αρχές προστασίας;
Το παρακάτω βίντεο εξηγεί με απλό τρόπο πώς πρέπει να βγάζουμε τα γάντια μιας χρήσης.
Να προσθέσουμε ότι αφού βγάλουμε τα χρησιμοποιημένα γάντια, πρέπει να τα τοποθετήσουμε σε μια πλαστική σακούλα, να την δέσουμε και να την πετάξουμε σε έναν κάδο απορριμάτων και όχι στον κάδο ανακύκλωσης. Έτσι, θα προστατέψουμε και τους υπαλλήλους της καθαριότητας από πιθανή μόλυνση.

Δείτε σχετικά:

Υπέρ αναπαύσεως... (Να δώσει ο καλός Θεός να βρεθούν τα 4 παιδιά του σε καλά χέρια...)


Υπέρ αναπαύσεως του πολύτεκνου πατέρα στην Καστοριά. 
Ετών 51, γυμναστής.
Τα 3 από τα 4 παιδιά του είναι ανήλικα. 
Ήταν χήρος, τα παιδιά έμειναν πεντάρφανα. 
Να δώσει ο καλός Θεός να βρεθούν σε καλά χέρια...
(Μάθαμε το όνομά του: Κωνσταντίνος...) 


(από την Lydia Lydia)

"Μέχρι πότε θα μπαινοβγαίνουμε στους ναούς χωρίς να μας αγγίζει τίποτα παρά μόνο οι πλάτες των άλλων στο αντίδωρο; Μέχρι πότε αδέλφια; "

* Μας ενημερώνει το αξιοσέβαστο fb πως σαν σήμερα, λέει (4 χρόνια πριν) διαβάζαμε αυτό που ακολουθεί και κοιταζόμασταν μεταξύ μας. Αλλά δεν παίρναμε χαμπάρι ... Τώρα θέλουμε (ωσάν "θεότρελοι") αλλά δεν μπορούμε. Δυνατό το μάθημα... Μυαλό θα βάλουμε όμως; (Χριστέ, συγχώρα μας...)

~ εκ των "συν αυτώ"...

Έβγαινε ο παπα Παρθένιος στην Ωραία Πύλη και έκανε απόλυση.
Εγώ μικρό παιδάκι, έτοιμος να τρέξω να πάρω το αντίδωρο.
Έλεγε το "Δι'ευχών" και μετά συμπλήρωνε: "Απολύεστε, εν ειρήνη, αγάπη και ομονοία" και ευλογούσε τους πιστούς.
Ο λόγος του αυτός έμεινε χαραγμένος μέσα στην καρδιά μου.
Τον άκουγα σε κάθε Θεία Λειτουργία.
Τώρα που θα φύγετε από τον ναό, να φύγετε με ειρήνη στην καρδιά σας, με αγάπη και ομόνοια.


Πάμε στην Θεία Λειτουργία μα παραμένουμε αγρίμια, πάμε στην Θεία Λειτουργία και αντί να βγούμε αλλοιωμένοι βγαίνουμε οι ίδιοι. Δεν μας αγγίζει τίποτα. Δεν επιτρέπουμε στον Χριστό να μας αγγίξει.


Πολλές φορές τρώμε το Σώμα Του και το Αίμα Του μα και πάλι τίποτα.
Πώς είναι δυνατόν να μην συγκλονιζόμαστε από την ένωση μαζί Του;
Πώς είναι δυνατόν να εκκλησιαζόμαστε μα να μένουμε αμέτοχοι στα γεγονότα που διαδραματίζονται;
Είναι δυνατόν. Διότι πάμε στο ναό από συνήθεια, ανυποψίαστοι για τα τελούμενα.
Πάμε στο ναό αμετανόητοι, γεμάτοι έπαρση, μίσος, εμπάθεια.
Πάμε στον ναό δεδικαιωμένοι, χωρίς αίσθηση της αμαρτωλότητάς μας.
Γι'αυτό και βγαίνουμε από τον ναό χωρίς ειρήνη, χωρίς αγάπη, χωρίς διάθεση ομόνοιας με τους άλλους, παρέα με την προσωπική μας πλάνη.
Μέχρι πότε αδέλφια;
Μέχρι πότε θα μπαινοβγαίνουμε στους ναούς χωρίς να μας αγγίζει τίποτα παρα μόνο οι πλάτες των άλλων στο αντίδωρο;



~ Η Thania Makradima κοινοποίησε τη δημοσίευση του π. Paulos Papadopoulos.

* Το δικό μου αφεντικό έναν έστειλε Υιό κι αγκαλιάζει το λεπρό.

Ιερά Σύνοδος: Κλειστές οι εκκλησίες για τους πιστούς το Πάσχα

'Ερημος είναι ο δρόμος λες και πάγωσε ο χρόνος,
μόνοι, άνθρωποι μόνοι.
Εξω οι απάνθρωποι νόμοι.
Πως αλλάξαν' οι καιροί και που ν' ανάψω ένα κερί
για να φανεί μια όαση κλείσ' την τηλεόραση.

Το δικό μου αφεντικό απ' την γη στον ουρανό
'Εναν έστειλε Υιό κι αγκαλιάζει το λεπρό.


Φεύγει της ζωής το πλοίο, θέλω να σου πω αντίο
μα δεν με αφήνουν, φαντάσου,
τέτοια στιγμή μακριά σου.
Πως αλλάξαν' οι καιροί και που ν' ανάψω ένα κερί
για να φανεί μια όαση κλείσ' την τηλεόραση.

Το δικό μου αφεντικό απ' την γη στον ουρανό
'Εναν έστειλε Υιό κι αγκαλιάζει το λεπρό. 

Στίχοι - Μουσική: Λεωνίδας Μπαλάφας 

Μάρτιος 2020

(από την Καλλίστη μας)

Χαίρε αοράτων εχθρών αμυντήριον


Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

* Ανοσία αγέλης


Σε μοναχικούς περιπάτους, βλέπεις ανθρώπους ανήμπορους να συμφιλιωθούν με τη στιγμιαία μοναξιά τους. 

Αντί λόγου χάρη να σταθούν να ατενίσουν τη θάλασσα στήνοντας αυτί στο μέσα κυματισμό τους, τρέχουν να πάρουν κάποιο τηλέφωνο ή να σερφάρουν στα ρηχά του διαδικτύου. 

Σπάνε με κάθε τρόπο τη σιωπή που αφήνει να ακουστεί ο ψίθυρος του εαυτού τους. 

Σε καιρούς κοινωνικής αποστασιοποίησης, η μεγαλύτερη απόσταση που έχει κανείς να διανύσει είναι η συνάντηση με τον ίδιο του τον εαυτό και αυτό απαιτεί κότσια. 

Όσο επικρατεί η τρέχουσα κοινωνική ζωή, ο οφθαλμός επιπολάζει στους άλλους, και αποστρέφει το βλέμμα από εμάς τους ίδιους, οπότε αποφεύγεται μία κατ' αντιμωλίαν εξέταση με τη συνείδησή μας. 

Η καραντίνα προκαλεί υποτροπή μίας καραμπινάτης δυσανεξίας στον εαυτό, για αυτό και όλοι εκφράζουν εναγωνίως το πόσο στερούνται αγαπημένα πρόσωπα ή κοινωνικές τους συναναστροφές. 

Ο έγκλειστος εαυτός, έχοντας στερηθεί βαθμούς ελευθερίας, υπάρχει φόβος πως δε θα χαριστεί τώρα που μας βρίσκει αφύλακτους. 

Για αυτό φαίνεται πως μας χρειάζεται μία ανοσία τύπου αγέλης μέσω κοινωνικού συγχρωτισμού, ώστε να περάσουμε στο πόδι τη ζωή και τις ιοβόλες σκέψεις μας.
(μας το έστειλε ο γ.δ.μ.)

* Το μυστήριο των μυστηρίων σε απαγόρευση ! (π. Αστέριος Χατζηνικολάου)

Τράπεζα Ἰδεῶν - Ἀρχιμανδρίτης Ἀστέριος Χατζηνικολάου: «Τό Μυστήριο ...

Πέμπτη 2 Απριλίου, ώρα 10:15 μ.μ.
Συντονιζόμαστε και παρακολουθούμε την εξαιρετικά επίκαιρη ομιλία

* Τα μαγικά ρεβίθια

Το μεσημέρι με βρήκε σ’ ένα παγκάκι της γειτονιάς να σκέφτομαι τι δικαιολογία θα πω στη μητέρα μου, για να μη φάω τα ρεβίθια που μαγείρεψε. Εδώ και τόσα χρόνια δίνω μάχες με απίστευτες δικαιολογίες για να μην τα φάω. Άλλες φορές νικάω και άλλες φορές τα όσπρια με ρίχνουν κάτω. Κι εκεί που το μυαλό μου στέρεψε από ιδέες ακούω μια κουρασμένη φωνή να μου μιλάει.
- Να κάτσω δίπλα σου παιδί μου;
Είναι ο κυρ-Γιάννης, ο γεράκος της γειτονιάς. Χρόνια μένει μόνος του σ’ ένα ετοιμόρροπο σπιτάκι.
- Ναι κυρ-Γιάννη, του είπα αλλά με έτρωγε μέσα μου να πω όχι. Μύριζε κάπνα από ξυλόσομπα και η εμφάνισή του δεν ήταν και η καλύτερη. Ήθελα να πάω πιο εκεί στο παγκάκι αλλά η ντροπή δεν με άφησε. Πρώτη φορά ήρθα τόσο κοντά με τον κυρ-Γιάννη. Φοβήθηκα ότι θα με γραπώσει και θα μου ρίξει μερικές ψιλές. Ουκ ολίγες φορές τον κοροϊδέψαμε με τα παιδιά της γειτονιάς.
- Μεσημέριασε δεν θα ’πρεπε να πας στο σπίτι σου; μου είπε.
- Ναι, θα πάω.
Ήταν η πρώτη φορά που τον κοίταξα από τόσο κοντά. Μου χαμογέλασε, όχι όπως χαμογελάμε εμείς. Μου χαμογέλασε διαφορετικά, με μια γλύκα, με μια αθωότητα και αμέσως χάθηκε η μυρωδιά της κάπνας και όλα τ’ άσχημα πάνω του.
- Δεν πεινάς, παιδί μου; Γιατί δεν πας να φας;
- Έχουμε ρεβίθια, δεν τα πολυτρώω.
- Τα ρεβίθια θα σε μεγαλώσουν, βρε.
-Τα ρεβίθια με πρήζουν.
Και κάπου εδώ άρχισε μια φιλοσοφική συζήτηση για τα μυθικά ρεβίθια. Όσο μιλούσαμε κατάλαβα ότι είχα να κάνω μ’ έναν σεμνό παππούλη, ένιωσα τόσο ντροπή που τον κοροϊδεύαμε… Οι τύψεις μου, να είναι καλά, με βοήθησαν να ψελλίσω…
- Κυρ-Γιάννη, συγγνώμη.
- Για ποιο πράγμα, παιδί μου;
- Για όσες φορές σε πειράξαμε και για προχθές που πετάξαμε ξύλα στην αυλή σου.
- Καλό μου παιδί, αυτά τα ξύλα εμένα με βοήθησαν, με αυτά άναψα τη σόμπα μου και δεν χρειάστηκε να βγω να μαζέψω.
Τα ξύλα γίνανε ξυλιές για μένα, πώς είναι δυνατόν από την κακία και την βλακεία μας να βγάζει τόση πολλή αγάπη για μας; Και, και, και… άρχισα να λέω συγγνώμη για ό,τι του κάναμε και εκείνος έβρισκε πάντα έναν καλό λόγο για να τα μπαλώνει. Κάθε ζημιά που του προξενούσαμε, κάθε σπάσιμο, ο κυρ-Γιάννης το έκανε ένα όμορφο μωσαϊκό και μας δικαιολογούσε.
- Δεν έχεις παιδιά, κυρ-Γιάννη;
- Ο γιος μου χάθηκε απ’ την κακιά αρρώστια πριν χρόνια, μόνο αυτόν είχα. Η ζωή δεν τα φέρνει τα πράγματα με παραγγελιά. Πρέπει όλα να τα δεχόμαστε χωρίς γκρίνιες και παράπονα, είπε και έσκυψε το κεφάλι του.
- Καλά, και δεν πόνεσες;
- Πόνεσα, αλλά ξέρω πως μια μέρα θα πάω και θα τον βρω, αυτό με παρηγορεί.
Τι μεγαλοψυχία! Εγώ χάνω την μπλούζα μου και ξεσηκώνω τον κόσμο, βρίζω και φωνάζω και ο κυρ-Γιάννης έχασε τον γιο του και είναι τόσο αξιοπρεπής:
- Ξέρεις, μου είπε, όταν πεθαίνει ο άνθρωπος υπάρχουν δύο μέρη για να πάει, το καλό και το κακό μέρος. Αν οι πράξεις του και η ζωή του είναι καθαρές και τίμιες, τότε πάει στο καλό μέρος, αν όχι, τότε…
Ο κυρ-Γιάννης μιλούσε κι εγώ τον κοιτούσα, δεν άκουγα αυτά που έλεγε, έβλεπα την καρδιά του στα μάτια του, την καρδιά του στα χέρια του, έτοιμη να την χαρίσει στον οποιονδήποτε, ακόμη και αν ήξερε ότι θα την πάρει πίσω χαρακωμένη. Αν λοιπόν έχει το χάρισμα να γεννηθείς με τον γλυκό λόγο και τη χάρη του κυρ-Γιάννη, ο λόγος θα σπάσει τις φλέβες σου και θα κυλήσει κάνοντας μούσκεμα και σένα και τους γύρω σου. Ο κυρ-Γιάννης το είχε καταφέρει αυτό με μένα.
- Άντε, παιδί μου, πήγαινε να μην αργήσεις.
Δεν ήθελα να φύγω, αυτό είναι το παράδοξο, καλά που δεν κάθισα πιο μακριά στο παγκάκι γιατί σίγουρα θα αναζητούσα την τωρινή μου θέση δίπλα του.
- Παππού, του είπα, γιατί τον ένιωθα παππού μου, αύριο την ίδια ώρα θα είσαι εδώ; Θέλω να σου φέρω κάτι.
- Ναι, παιδί μου, την ίδια ώρα.
Φεύγοντας γύρισα να τον δω, να φας τα ρεβίθια σου, μου φώναξε κι εγώ του έγνεψα, ναι! Φτάνοντας σπίτι βρήκα τους γονείς μου στο τραπέζι.
- Ρεβίθια έχουμε, είπε η μητέρα μου χασκογελώντας και σκουντώντας τον πατέρα μου πονηρά.
- Τέλεια! είπα κι έχω μια πείναααα.
Ο πατέρα μου απορημένος ψέλλισε «Κύριε ελέησον!» και η μητέρα μου έκανε τον σταυρό της. Μαγικά αυτά τα ρεβίθια. Μόλις είχαν κάνει τους γονείς μου πιο χριστιανούς.
Η επόμενη μέρα με βρήκε στο κρεβάτι με τη μητέρα μου να μου φωνάζει να ξυπνήσω.
- Σοφάκι, ξύπνα, πάω δίπλα ν’ ανάψω ένα κεράκι, πέθανε ο κυρ Γιάννης. Πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, νιώθοντας ότι γκρεμίζεται το μέσα μου.
- Θα ’ρθω κι εγώ περίμενε να ντυθώ.
Παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας μου, πήγα μαζί της. Κανένας δεν έκλαιγε πιο πολύ από μένα. Στεκόμουν πάνω από το φέρετρο του παππού και με πονούσε η αναπνοή μου. Είμαι τυχερή που τον γνώρισα, παρηγορούσα τον εαυτό μου. Έκλεισα τα μάτια μου και μιλούσα από μέσα μου. Παππού, εσύ είπες ότι όποιος έχει καθαρή και τίμια ζωή πάει στο καλό μέρος, εκεί που είσαι τώρα, εκεί που νομίζω ότι είναι ο γιος σου, εκεί που νομίζω ότι είναι ο αδελφός μου, εκεί που κάποτε ελπίζω να είμαι κι εγώ. Χαθήκαμε που χαθήκαμε εδώ να μην χαθούμε και στην άλλη ζωή. Τον χαιρέτισα και πήγα σπίτι.
Όπου φυσάει ο άνεμος δεν επιτρέπει και τον απόπλου. Ο κυρ-Γιάννης ήταν η ευκαιρία μας για να ανοίξουμε πανιά, κανένας όμως από μας δεν το κατάλαβε. Φύσηξε ο άνεμος ο άνεμος του κυρ-Γιάννη και κουκουλωθήκαμε, αντί να σηκώσουμε τα πανιά της ανθρωπιάς μας. Και αν το κάναμε αυτό, είναι σίγουρο ότι ο παππούς θα μας ταξίδευε. Γιατί τα ταξίδια του πνεύματος είναι τα πιο όμορφα, τα πιο μαγευτικά. Γιατί χορταίνει η ψυχή και γεμίζει και απ’ το περίσσευμά της χορταίνουν και άλλοι και ίσως τότε να κερδίζαμε και την καλή μεριά.
Καλό ταξίδι παππού!!!

Δήμητρα Σαββίνα Παπαδημοπούλου
(μας έστειλε ο Κ.Κ.)

Η Ευκαιρία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής για να Ζήσουμε την Μετάνοια...

Μια αυθεντικά Ορθόδοξη ομιλία ενός απλού ανθρώπου ...
Του κ.Ηράκλη Βασιλείου.
Ας τον ακούσουμε προσεκτικά!
Κι ας μην φαίνεται καλά αυτός ο Κύπριος μπάρμπας, ο άνθρωπος του Θεού...
("Δανειστήκαμε" από τον George Hadji)

Τώρα θα σε δω. Άσε το κομπολόι και πιάσε το κομποσκοίνι...

Αραμπατζή: Το φετινό Πάσχα «μένουμε σπίτι» και τρώμε πιστοποιημένο ...
Έλα. Πες πρώτα και συ τη θεορία σου. 
Γκρίνιαξε. 
Πες τα παράπονά σου.
Φυσχιολογικά και αναμενόμενα.
Για τους σημερινούς που δεν φοβούνται τον Θεό.
Για τους χθεσινούς που ήταν αντίθεοι και στο΄λεγαν, αλλά τους άφησες να βγουν.
Για τους Δεσποτάδες που δεν πάτησαν πόδι.
Για τους παπάδες μας που φοβούνται τον φόβο των Ιουδαίων.
Για τον κυριούλη "που είναι στο κόλπο και εκεινούς που είν΄από πίσω του και του τα λέν και τα διαβάζει".
Δικαιολογίσου.
(Γιατί "εμείς είμαστε οι μόνοι που δεν φταίμε"...)
Θύμωσε.
Κλάψε.
Θυμήσου "τα χρόνια τα παλιά που πηγαίναμε μεγαλοβδομαδιάτικα στις Εκκλησιές μας".
Ο κόσμος πρέπει να προετοιμαστεί ότι θα κάνει Πάσχα στο σπίτι ...
Μα μόλις τα κάνεις όλα τούτα και ξεσπάσεις, 

παρ΄το απόφαση και ξεκίνα.
Γιατί το ξέρεις πια καλά.
Όσο και να σ΄έχουνε φλομώσει στο μπίρι μπίρι του "Μείνε μέσα"...
Σε αυτήν την φάση δεν γίνεται αλλιώς.
Και είναι και σωστό.

Αλλά, για να γυρίσει τούμπα η κατάσταση, θέλει δουλειά πολλή, το λέγει κι ο ποιητής.
Και η δουλειά δεν γίνεται πια από το κομπολόγι σου.
Τώρα να σε δω.
Τώρα να μας δω. Κι ο μπάρμπας μέσα.
Θα κάνουμε το σπίτι μας σπηλιά των Μακαββαίων ή ένα τηλεοπτικό στούντιο που θα μιλάμε νύχτα μέρα για την κατάσταση, χωρίς να λέμε τίποτα;
Κυβέρνηση: «Θα κάνουμε ένα ξεχωριστό Πάσχα στα σπίτια μας ...
Τώρα θα φανεί τι σόι Χριστιανοί είμαστε.
Είμαστε από την φάρα των παλικαριών, που από τη σπηλιά τους μέσα φλέγονται στην προσευχή για να πείσουν τα Ουράνια ν΄αλλάξουνε τη γνώμη τους;
5 βασανιστικά ερωτήματα για το Πάσχα! | Άρθρο | gazzetta.gr
Ή στην κατηγοριά των νερόβραστων;
"Αρκεί να πιστεύεις μόνο και όλα θα πάν΄καλά.
Αγάπη μόνο.
Εγώ δεν κοινωνάω. Δεν ξομολογούμαι. 
Ούτε έκλεψα, ούτε και σκότωσα κανένανε. 
Πάω μόνος μου όμως, το ανάβω το κεράκι μου και βρίσκω παρηγοριά.
Δεν πειράζει. Θα γλιτώσουμε και τα δώρα. Και το αρνάκι αντί στη σούβλα, θα το βάλουμε στον φούρνο".
Γιατί αυτό είναι το θέμα μας...
Πως θα φάμε το αρνάκι τώρα που θα πινοκιοποιηθεί και το σούβλισμα;

Άκου.
Στα σοβαρά τώρα.
Είναι η μεγάλη ευκαιρία σας.
Έτσι όπως τα καταντήσαμε τώρα τα πράματα.
Όχι στα λόγια.
Ειδικά σε σας που χετε μικρά ή και κομμάτι μεγαλύτερα παιδιά.
Στρέψ΄τα στην προσευχή.
Δείξ΄τους γιατί το κομποσκοίνι που όλα τους φορούν δεν είναι διακοσμητικό.
Μάθε τα.
Το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με".
Το "Παναγία Θεοτόκε σώσε μας".
Το "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησε τον κόσμο σου".
Το "Άγιε του Θεού πρέσβευε υπέρ ημών".
Το "Παναγία Τριάς βοήθει μοι".
Το "Χριστός, Θεός, Σωτήρας".

Εξήγησέ τα.
Όχι με λόγια πολλά, αν και δεν το μπορείς.
"Παιδιά μου, τα πράματα είναι σοβαρά.
Πιο σοβαρά από όσο τα λέει ο Σπύρος ο Παπαδόπουλος. Όχι με τον κορονογιό. Αλλά με το Πάσχα μας. Δεν θα πηγαίνουμε τη Μεγάλη Βδομάδα που΄ρχεται στην Εκκλησιά μας. Για να το πουν οι μεγάλοι και πιο σοβαροί από μας δίκιο θα χουνε. Θα κάνουμε λίγο ακόμα υπομονή. Θα παίζουμε, θα διαβάζουμε, θα χαζολογάμε και λίγο, όπως το κάναμε μέχρι τα τώρα. Αλλά, σαν έρχεται η ώρα των Ακολουθιών, θα φοράμε όλοι τα ρούχα της Εκκλησιάς. Και σεις οι μικρότεροι και μεις οι μεγάλοι. Θα πλένουμε τα μούτρα μας. Γιατί θα πηγαίνουμε στο σπίτι του Χριστού. Και για φέτος, το σπίτι του θα΄ναι το σπίτι μας. Δεν είναι ωραίο; Δεν είναι βολικό; Μόνο για φέτος μας το παραχωρεί ο Χριστούλης μας αυτό το προνόμιο. Από του χρόνου, δεν θα χωράμε πάλι στις Εκκλησιές μας. 

Θα μαζευόμαστε το λοιπόν, όλοι εδώ κάτω από το εικονοστάσι μας.
Θα θυμιάζουμε.
Θα ανάβουμε το κεράκι μας που θα κρατάει για όλους μας η μαμά (μη λερώσουμε τον κόσμο όλο ή πάρουμε και καμιά φωτιά).
Θα παίρνουμε τα βιβλιαράκια που πάντοτε έχουμε στα χέρια μας τέτοιες μέρες. 
Και θα σιγοδιαβάζουμε και μεις ακούγοντας στο ραδιόφωνο τις ακολουθιές. 
Και μόλις το ακούσουμε το "Δι΄ευχών", ξαναγυρνάμε στο παιχνίδι μας".

Το καρπούζι τώρα είναι στα χέρια σας.
Θέλετε να είστε τα παιδιά του Θεού, οι αετοί σα να λέμε, που τα αετόπουλά σας θα κοιτάνε και θα κράζουνε εκεί θεόρατα ψηλά; Τόσο που να μην αντέχει τις φωνές τους πια ο Ουρανός;
Ή θα καταντήσετε να΄στε τα όρνια και σεις και τα παιδιά σας που όλο κάτω θα΄στε κι όλο κάτω θα κοιτάτε ν΄αρπάξετε και να φάτε ότι θ΄απομένει από τ΄αποφάγια και τα λόγια των αλλονών που μιλάνε και ξημεροβραδιάζονται στις τηλεοράσεις τους ακόμα και τις Μεγάλες Πέμπτες και τις Μεγάλες Παρασκευές που΄ρχονται και φτάνουν;

Το λοιπόν.
Άσε το κομπολόι και πιάσε το κομποσκοίνι...
Όλον αυτόν τον καιρό, δεν θα σε βλέπουνε τα παιδιά σου στο κινητό και τον υπολογιστή όλη τη μέρα. 
Κλείσ΄τα την Αγία Εβδομάδα τα ρημάδια. 
Μα θα σε βλέπουνε στα γόνατα. 
Μην τους το λές. 
Μη το δγιαδίδεις. 
Μη το προαναγκέλεις. 
Κάντο μυστικά. 
Τα παιδιά σου θα το καταλάβουνε. 
Κι αν το κάνεις έτσι, η προσευχή σου θ΄ανέβει στον Ουρανό σαν το θυμίαμα που κάθε μέρα θα ανάβεις. 
Και θα σ΄ακούσει ο Χριστός, μαζί με τόσες άλλες αναρίθμητες προσεφχές σαν την δικιά σου.
Και θ΄αλλάξει τα πράματα.
Δεν θα την καταστρέψει τη Νηνευί μας, όπως το΄χει ίσως αποφασίσει.
Το πως δεν το ξέρω.
Ένας μπάρμπας μονάχος είμαι που μου ζήτηξες να σου πω πως τα βλέπω τα πράματα από δω και πέρα.
Στα πα το λοιπόν.
Σου άδειασα εδώ όλο το κεφάλι μου.

Τώρα θα μας δω που περνιόμαστε για παλικάρια του Χριστού, γω κι εσύ και η συνομοταξία σου.
Στις λειτανίες που θα γίνονται αυτόν τον καιρό στα σπίτια μας για την πνευματική την ξηρασία που μας δέρνει, θα πέρνουμε μαζί τις ομπρέλες μας ή θα κουβαλάμε μόνο τις επιφυλάξεις μας;

Άιντε!
Πάσχα στο σπίτι φέτος - Δεν τίθεται θέμα εκδρομέων - AgrinioVOICE.gr
Και καλήν Ανάστασην!

* ο μπάρμπας σου.-

~ Σημ: Στο κείμενο που μας έστειλε ξημερώματα ο μπάρμπας, οι "συν αυτώ" προσθέσαμε μόνο τις εικόνες...

Μένουμε σπίτι


Κείμενο: π. Μιλτιάδης Ζέρβας

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2020

Άγιος Πορφύριος: "Ο Παράδεισος υπάρχει" (ηχητικό απόσπασμα. Μιλάει ο ίδιος...Τρέλα!)

Δες!
Για μας τα (θεό)τρελα καθάρματα μιλάει ο Άγιος Γέροντάς μας.
"Ναι, αλλά άμα τρελαίνεται κανείς, μιλάει.
Υπάρχει και τρέλα..."
Μπες πρώτα στο 3΄ 20΄΄ να πάρεις και συ ανάσα με την φωνή του και άκουσέ το μετά ολόκληρο! 
                                                                      ~ εκ των θεότρελων "συν αυτώ"...

Αποσπάσματα από την παλικαρίσια Επιστολή του Μητροπολίτου Μεσογαίας και Λαυρεωτικής στην κα Κεραμέως...

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, γένι
" Η Απόφαση αυτή της Κυβέρνησης παραβιάζει τα όσα διακηρύττονται περί των διακρι­τών ρόλων μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας.(...)
Δεν είναι η Εκκλησία ένα άτακτο κοριτσάκι που του τραβάμε τα μαλλιά ή το χαστου­κίζουμε για να συμμορφωθεί. Ο θεσμικός σεβασμός τραυματίστηκε καίρια.
Απαγόρευση της θείας λατρείας δεν έχει γίνει ποτέ, ακόμη και από τα επισήμως ταυτιζόμενα με τον αθεϊσμό καθεστώτα, πλην του Εμβέρ Χότζα στην Αλβανία. Το σοβιετικό καθεστώς πολέμησε τη θρησκευτικό­τητα, εδίωξε την Εκκλησία, γκρέμισε ναούς, εξόντωσε κληρικούς, δεν απα­γό­ρευσε όμως τη λατρεία κεκλεισμένων των θυρών. Η Κυβέρνησή μας το έκανε!
Στις μέρες μας, κάτω από το καθεστώς της απειλής εξάπλωσης του κορωνοϊού, σε καμία άλλη χώρα πλην της Ελλάδας δεν έχει απαγο­ρευθεί η τέλεση της θείας λατρείας, ούτε στην Κύπρο, ούτε στις σλαβικές χώρες, ούτε στην Κορέα, ούτε στις εκκλησίες του Οικουμενικού Θρόνου.(...)
Το όλο πλαίσιο ως έχει προκαλεί για παράνομες υπεκφυγές με τέλεση λειτουργιών «κρυφά» ή εκεί που δεν περιλαμβάνει η ΚΥΑ, με συνέπειες που δύσκολα θα ελεγχθούν και τότε θα δημιουργηθεί πρόβλημα με τη δημόσια υγεία.
Αν οι ιερείς τελούν λειτουργίες στα σπίτια τους, σε αποθήκες, σε σαλόνια, σε ουδέτερους χώρους, σε ξωκλήσια που η πολιτεία τα μετέτρεψε σε μουσεία και δεν είναι πλέον χώροι θρησκευτικών συνα­θροίσεων, με πολύ περισσότερα άτομα, αυτό δεν προκαλεί ανησυχία στην Κυβέρ­νηση;(...)
Από τα μέτρα δεν εξαιρούνται τα μοναστήρια. Εκεί γιατί επιτρέπεται η κοινή ζωή, η κοινή τράπεζα και ρητά απαγορεύεται η θεία λατρεία, τη στιγμή που οι συνήθως λίγες μοναχές ή μοναχοί θα μπορούσαν να δια­σκορπιστούν μέσα στον ναό; Τους αναγνωρίζονται όλα πλην της λατρείας που είναι το κέντρο της ζωής τους.
Σάς προτείνουμε να ερωτηθεί ο κ. Τσιόδρας και να αποφανθεί για το αν η τέλεση της θείας λατρείας από τους ιερείς με πέντε ή δέκα ανθρώπους στις μεγάλες γιορτές, υπό την προϋπόθεση της αυστηρής τήρησης των όρων της Κυβέρνησης, ενέχει κίνδυνο μετάδοσης του ιού ή κάπως παραβιάζει το πνεύμα των μέτρων.
Ας απαντήσει ο ίδιος και η ομάδα του με καθαρά επιστημονικά κριτήρια, όχι με βάση την ιδεολογία τους (τι πιστεύουν), αλλά αυστηρά στη βάση της επιστημονικής ειδικότητας τους (τι γνωρίζουν).
Έχει δημιουργηθεί το αίσθημα μιας εχθρικότητας και παράλογης πολε­μικής από την πλευρά της Κυβέρνησης προς την Εκκλησία ή ακόμη ότι έτσι υποθάλπεται η ύβρις, που κατά κόρον εκφράστηκε για το ιερότερο στοιχείο της πίστης των Ορθοδόξων, που είναι η Θεία Ευχαριστία. Πώς αυτό θα εξαλειφθεί;
Η ισχύς της ΚΥΑ λήγει στις 11/4. Τί θα γίνει μετά; Είναι δυνατόν την Μεγάλη Πέμπτη που τιμούμε τον Μυστικό Δείπνο να μην τελέσουμε τη θεία Ευχαριστία; 
Είναι δυνατόν την Κυριακή των Βαΐων να μην ακουστεί το Ωσαννά στους ναούς μας, όπως έχουμε μάθει;
Είναι δυνατόν τη Μεγάλη Παρασκευή να μη γίνει περιφορά του Επιταφίου μέσα στους ναούς; την Κυριακή του Πάσχα να απαγορεύσουμε το «Χριστός Ανέστη»;

Είναι σαν να βάζουμε τον Χριστό μέσα στον τάφο πασχαλιάτικα και να Τον εμποδίζουμε να βγει.
Εμείς πάντως πιστεύουμε με όλη τη δύναμη της ψυχής μας ότι ο Κύριος εξέρχεται και «ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος» και «εἰσέρχεται τῶν θυρῶν κεκλεισμένων».
Και το κάνει πάντοτε. Και φέτος.
Το «Χριστός Ανέστη» πρέπει να ακουστεί, όχι μόνο στις καρδιές μας αλλά και σε όλους τους ναούς μας.''

† Ο Μεσογαίας & Λαυρεωτικής Νικόλαος

Εδώ ολόκληρη η επιστολή...
(από τον Δαμιανό Τσάγκα)

Γεωργία Παλληκαρίδου – Ποσπορή: «Ο αδελφός μου, Ευαγόρας»



Σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που επέλεξε να δώσει μέχρι σήμερα, η μεγαλύτερη αδελφή του ήρωα ποιητή, εκείνη στην οποία απευθυνόταν με την τελευταία του επιστολή που έγραψε μέσα στις κεντρικές φυλακές λίγες ώρες πριν απαγχονιστεί από τους Άγγλους, στις 14 Μαρτίου 1957, καταθέτει στο «ΦιλGood» τη δική της ιστορική μνήμη-ντοκουμέντο.

«Των αθανάτων το κρασί
το ‘βρετε σεις και πίνετε
ζωή για σας ο θάνατος
κι αθάνατοι θα μείνετε».
(Ποίηση: Ευαγόρας Παλληκαρίδης)


Δεν είναι δύσκολο να αναγνωρίσει κάποιος το ισόγειο σπίτι της, λίγα μέτρα πίσω από το Μεσαιωνικό κάστρο της Λάρνακας, εκεί όπου ζει με την οικογένειά της από το 1974, αφού μέχρι τότε κατοικούσε στην Αμμόχωστο – ένας μεγάλος πίνακας και μία ασπρόμαυρη φωτογραφία του ήρωα φαίνονται απ’ το δρόμο, από το ανοιχτό παράθυρο, επάνω από μία μικρή ξύλινη βιβλιοθήκη με βιβλία, τετράδια και έγχρωμα λευκώματα, όλα αφιερωμένα στον ποιητή αδελφό της, τον τελευταίο που απαγχονίστηκε στη διάρκεια της ΕΟΚΑ και τον μικρότερο ηλικιακά.
«Ήταν πολύ συγκινητική εκείνη η τελευταία του επιστολή, λίγο πριν απαγχονιστεί…», ξεκίνησα να της λέω. Δεν μίλησε, γύρισε το κεφάλι της προς τις μικρές κορνιζαρισμένες φωτογραφίες του χολ – για λίγο σιωπή. «Τι θα θέλατε να σας κεράσω;», είπε. Επέμεινα. Της διάβασα ένα μικρό απόσπασμα, εκείνης της -ιστορικής πια- επιστολής, που απευθυνόταν σ’ εκείνην: «…Κατά τα άλλα, μη λυπάστε. Ίσως να είναι μια δίκαιη τιμωρία. Ίσως ο Θεός να θέλη να μας δοκιμάση. Πάντα υπάρχει ελπίδα. Λυπούμαι που θ’ αφήσω πίσω κάποια πρόσωπα αγαπημένα. Λυπούμαι που θα τα λυπήσω. Μα, δεν πειράζει… Γεια σου, μεγάλη μου αδελφή. Δεν θα γελάσουμε ξανά, λέγοντας πελλάρες. Δεν θα μιλήσουμε ούτε και τα σοβαρά μας… Το κάθε τι γεννιέται και πεθαίνει…». Σηκώνεται, σαν να θέλει να αποφύγει να δω το πρόσωπό της, προχωρεί προς την κουζίνα και μου φέρνει μερικά κουλουράκια μέσα σ’ ένα μικρό πιατάκι, με μπλε ζωγραφισμένα μοτίβα επάνω, κάτι σαν μικρά πουλιά. «Γιατί δεν δίνετε συνεντεύξεις για τον αδελφό σας; Απ’ το ’57 έχετε μιλήσει ελάχιστα, απ’ όσο έμαθα, ενώ στο διαδίκτυο δεν υπάρχει πουθενά αναρτημένη κάποια συνέντευξή σας…», της λέω. «Ακούστε. Ούτε μιλάω, ούτε φωτογραφίζομαι – κάνω μία εξαίρεση αυτή τη φορά. Βγάλατε κανά δυο φωτογραφίες τις προάλλες, απ’ το μνημόσυνο, στα “Φυλακισμένα Μνήματα” – ας είναι. Μιλάει συνήθως δημόσια η Μαρούλλα, η μικρότερή μας αδελφή. Εγώ το αποφεύγω, δεν μπορώ, είμαι πολύ ευσυγκίνητη σ’ αυτό το θέμα… Πάρτε από φωτογραφίες του Ευαγόρα που έχω στο σπίτι, απ’ το αρχείο μου, ό,τι θέλετε, ό,τι θέλετε από εκείνον – για εκείνον…». 
Η αγχόνη. Εκεί όπου οδηγήθηκε ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης τα μεσάνυχτα της 14ης Μαρτίου 1957. 

- Συγκινείστε πολύ… Δεν συνηθίσατε πια, μετά από 62 χρόνια, την απουσία του Ευαγόρα; Ο Ευαγόρας είναι πάντα απών-παρών. Οι μεγάλοι απόντες είναι πάντοτε παρόντες… Η απουσία του Ευαγόρα δεν συνηθίζεται, ακόμη και μετά από 62 χρόνια. 
- Από όσο κατάλαβα, απ’ την τελευταία του επιστολή, πρέπει να σας είχε πολύ μεγάλη αδυναμία… Ήμασταν κοντά ηλικιακά. Είχαμε 16 μήνες διαφορά – στο δημοτικό της Τσάδας, που ήταν τριδιδάσκαλο, ήμασταν και στην ίδια αίθουσα. Σε τρεις τάξεις, είχαμε βρεθεί μαζί. Ήμασταν, όμως, κοντά και συναισθηματικά. Ταιριάζαμε ως ιδιοσυγκρασίες.
- Τι χαρακτήρας ήταν; Ο Ευαγόρας ήταν ένα ήσυχο, μειλίχιο παιδί, παρά την ενεργητικότητα που τον διέκρινε και την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό – απ’ το δημοτικό ακόμη. Ήταν ένα σιωπηλό παιδί ο αδελφός μου, καθόλου κραυγαλέος. Ήταν κλειστός χαρακτήρας. 
Φθινόπωρο του 1938. Οικογενειακή φωτογραφία. Ο Ευαγόρας στα γόνατα του πατέρα του, Μιλτιάδη, 5 μηνών. Οι γονείς του Ευαγόρα, Μιλτιάδης και Αφροδίτη.
- Μοναχικός; Δεν θα το ‘λεγα. Έπαιζε με τα παιδιά, με τα γειτονόπουλά μας, είχε τις παρέες του, κάθε απόγευμα ήταν στις προπονήσεις του. Ξεχώριζε, άλλωστε, ως αθλητής – στα 100 μέτρα με εμπόδια και στα 400 μέτρα, από την έκτη δημοτικού ενώ, στη συνέχεια, εξελίχθηκε σε πολυαθλητή, με διακρίσεις σε επαρχιακούς και παγκύπριους αγώνες, στο άλμα εις μήκος, στο τριπλούν, στο δίσκο, στο ακόντιο, στη σφαίρα. Αλλά, ταυτόχρονα με αυτές του τις δραστηριότητες, απομονωνόταν για αρκετή ώρα στο δωμάτιό του, όταν ήθελε να μελετήσει κάτι ή να γράψει. Στο σπίτι υπήρχε μία μικρή βιβλιοθήκη και, πολύ συχνά, καταφεύγαμε εκεί. Μαθαίναμε απέξω κάποια ποιήματα -κυρίως πατριωτικά- και τα απαγγέλαμε στη μητέρα μας, η οποία μας διόρθωνε όπου κάναμε λάθος. 
Οι απόφοιτοι του Νεοφύτειου δημοτικού σχολείου, κατά το σχολικό έτος 1949-1950. Ο Ευαγόρας επάνω αριστερά (με τόξο).
- Υπάρχουν, ευτυχώς, αρκετές φωτογραφίες από τη ζωή του Ευαγόρα – ντοκουμέντα πια… Ναι, ναι. Υπήρχε μία παλιά φωτογραφική μηχανή στο σπίτι, που έβγαζε κάτι μικρές φωτογραφίες, από αυτά τα «κειμήλια» που μας είχε αφήσει ο μεγαλύτερός μας αδελφός, προτού φύγει για την ξενιτιά, στην Αφρική. Ο Ευαγόρας είχε πάθος με τις φωτογραφίες, του άρεσε πολύ να φωτογραφίζεται. Σε αντίθεση με εμένα, που δεν μου αρέσει…(χαμογελά). Τις παραμονές, θυμάμαι, πριν φύγει για το βουνό, είχε πάει στον φωτογράφο, Σπύρο Χαρίτου, και έβγαλε σ’ αυτόν την τελευταία του «καλή» φωτογραφία, την οποία πήραμε εμείς αργότερα. 
- Δεν τον θυμάστε ποτέ να έχει εκνευριστεί; Σπάνια. Το αντίθετο. Όταν μάλωναν άλλα παιδιά, πήγαινε εκείνος να τους χωρίσει, είχε το ρόλο του ειρηνοποιού. Μόνο μία φορά θυμάμαι, όταν είχαμε πάει μαζί η πέμπτη και έκτη τάξη εκδρομή στο Σταυροβούνι, κάποια παιδιά, από άλλο σχολείο, είπαν κάτι για τους Παφίτες. Τότε μόνο διαπληκτίστηκε με κάποιο παιδί. Και μάλιστα του είχε πει ο δάσκαλος: «Δεν το επερίμενα αυτό από εσένα, Παλληκαρίδη» (χαμογελά).  
Από την παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου 1954. διακρίνεται μπροστά από τη σημαία.
- Ήταν ευαίσθητος; Τον συγκινούσαν τα πουλιά, τα λουλούδια… Αν τον στενοχωρούσες για κάποιο λόγο, δεν ερχόταν σε αντιπαράθεση μαζί σου, αλλά παρέμενε σιωπηλός. Σε κοιτούσε πικραμένα με εκείνα τα μάτια του, τα γεμάτα μελαγχολία… Λυπόταν για σένα περισσότερο. Μπροστά μου, βέβαια, δεν είχε αφεθεί να κλάψει ποτέ. Όλα τα έβγαζε στα ποιήματά του.  
- Τι δουλειά έκανε ο πατέρας σας; Ήταν αστυνομικός. Καταγόταν από τον Λάρνακα της Λαπήθου και βρέθηκε στην Πάφο το ’14, τότε που αρραβωνιάστηκε με τη μητέρα μου. Εκείνος έχτισε το σπίτι μας, γιατί το είχαν έθιμο στον Λάρνακα της Λαπήθου, το σπίτι να το χτίζουν οι άντρες.
Μαζί με συναθλητές του και τον καθηγητή του, στη διάρκεια των αθλητικών του δραστηριοτήτων (ο πρώτος από αριστερά)
- Πόσα αδέλφια ήσασταν; Πέντε. Ήμασταν οι τρεις μικροί -εγώ, που γεννήθηκα το ‘36, ο Ευαγόρας του ’38 και η Μαρούλλα του ’40- αλλά και οι δύο μεγαλύτεροι, ο Λευτέρης και ο Αντρέας, με τους οποίους είχαμε κάποια ηλικιακή διαφορά, διότι άργησαν οι γονείς μας να κάνουν άλλα παιδιά. Ο Ευαγόρας, ωστόσο, ήταν κάτι διαφορετικό, ήταν ο γιος ανάμεσα σε δύο αδελφές και τον προσέχαμε. Ήταν ο αγαπημένος μας…
- «Ευαγόρα» τον φωνάζατε; Και «Βαγορή». 
Το χειρόγραφο του ποιήματος «Την Ελλάδα αγαπώ». 
- Θυμάστε πότε έγραψε το πρώτο του ποίημα; Το ’52, στην τρίτη τάξη, είχε γράψει μία έκθεση για τα Χριστούγεννα, η οποία τελείωνε με ένα ποίημα. Νόμιζα πως εκείνοι ήταν οι πρώτοι του στίχοι. Θυμάμαι, μια μέρα, όταν μπήκε η μητέρα μας στο δωμάτιό του για να το συγυρίσει, βγήκε με ένα χαρτάκι. «Τούτο είναι ποίημα που έγραψε ο Βαγορής», μας είπε. Μας το διάβασε. Αλλά δεν δώσαμε προσοχή. Ωστόσο, με την ψηφιοποίηση των τετραδίων του Ευαγόρα που βρίσκονται στο «Μουσείον Αγώνος», φαίνεται πως είχε γράψει πολύ πριν. Αναφέρομαι σε κάποιο ποίημά του που εντόπισα σε ένα τετράδιο, γραμμένο τον Γενάρη του ’50. Οπότε οι πρώτες καταγραφές πρέπει να έρχονται ίσως από το δημοτικό. 
1954. στην αυλή του σπιτιού του, στην Πάφο.
- Δεν σας είπε ποτέ πως έγραφε ποιήματα; Ξέραμε απλά ότι ο Ευαγόρας έγραφε. Δυο τρεις φορές, στο παρελθόν, μου είχε ζητήσει κάποια ομοιοκαταληξία, αλλά μέχρις εκεί. Κατά τύχη, όταν μπαίναμε στο δωμάτιό του, μπορεί να ανακατεύαμε τα τετράδιά του, αλλά δεν δίναμε ιδιαίτερη σημασία. Κάπου στην πέμπτη τάξη του γυμνασίου, όμως, έγραφε πολύ σε λευκώματα και όλοι ζητούσαν από τον Ευαγόρα να τους γράψει – ξεχώριζε από τους συμμαθητές του. Υπήρχε, μάλιστα, μια εποχή, που είχαν γεμίσει κάμποσα λευκώματα από στίχους του αδελφού μου… 
- Ήταν ωραία και τα ερωτικά του ποιήματα… «Ρώτησε τα μάτια που δακρύζουν / κάποια αλήθεια να σου πουν / κλαίνε πικρά να σ’ αντικρίσουν / γιατί μπορεί να σ’ αγαπούν.…»… Στην τέταρτη τάξη, ο Ευαγόρας αγάπησε μία συμμαθήτριά του. Αργότερα, όμως, γνώρισε τη Λύα Χατζηαδάμου. Αυτή η σχέση ξεκίνησε ως φιλία, αλλά τα συναισθήματα μετά μπλέχτηκαν, ήταν συγκεχυμένα. Βρίσκονταν για ώρες μαζί, στη λίμνη του έρωτα, στην Πάφο, συζητούσαν για πολλή ώρα, έκανα παρέα. Είχε δημιουργηθεί μάλιστα, κάποια στιγμή, και ένα περιστατικό με τον γυμνασιάρχη, ο οποίος είχε καλέσει τη Λύα στο γραφείο του και της είπε: «Δεσποινίς Χατζηαδάμου, μπορείτε να μου πείτε τι ελέγατε με τον Παλληκαρίδη στη λιμνούλα, επί μία ώρα και ένα τέταρτο;». Χρονομετρημένα… Τότε τα πράματα ήταν πολύ αυστηρά.
- Και η Λύα τι απάντησε; «Περί ψυχής, κύριε γυμνασιάρχα!».
1954. από παγκύπριους μαθητικούς αγώνες, που είχαν γίνει στη Λάρνακα.
- Θαυμάσιο! Με τη Λύα ήταν ένα ακαθόριστο συναίσθημα: Έρως-αγάπη-φιλία. Δεν ήταν ξεκάθαρο. Το ανέφεραν και στις επιστολές τους. Η αλληλογραφία τους είχε αρχίσει τον Μάρτιο του 1955 και τελείωσε το Μάρτιο του 1957 – δεν μιλούσαν για τα δικά τους, αλλά αλληλογραφούσαν γι’ αυτά. Ήταν ένας πλατωνικός έρωτας, είχε και αυτό κάτι από την ποιητικότητα του Ευαγόρα, αν σκεφτεί κάποιος πως της έφερνε -κατ’ ομολογία της Λύας- λουλούδια με στίχους του, ακόμη και μία γλάστρα με γαρύφαλλα είχε «κλέψει» σε μία γιορτή των Τριών Ιεραρχών για να την κάνει δώρο σ’ εκείνην. Η Λύα, εν τω μεταξύ, θα έφευγε μαζί με τη μητέρα της για την Αφρική, εκεί όπου βρισκόταν ήδη και ο πατέρας της. Εκείνος ο πόνος του χωρισμού των δυο τους, «έδωσε» πολλά ποιήματα. Θυμάμαι, λίγο πριν από το αποχαιρετιστήριο πάρτι που θα διοργάνωνε η Λύα, είχε έρθει ο Ευαγόρας σε μένα, μου έφερε ένα κόκκινο τετράδιο, γεμάτο από χειρόγραφα ποιήματα, για να του το τυλίξω, και να της το χαρίσει εκείνο το βράδυ για να το έχει ως ενθύμιο. Θυμάμαι και τους πρώτους στίχους, με τους οποίους ξεκινούσε εκείνο το τετράδιο: «Σε πήρανε προς τ’ άγνωστο οι μοίρες / και φεύγοντας το κάθετί μου πήρες…». Φυσικά δεν του είχα αναφέρει κάτι, αλλά καταλαβαινόμασταν. Συνέχιζαν να αλληλογραφούν οι δυο τους, όσο βρισκόταν η Λύα στην Αφρική. Από αυτή τη σχέση, λοιπόν, προέκυψαν και τα τόσο ωραία ερωτικά ποιήματα του Ευαγόρα, που μου αναφέρατε.   
- Σας είχε εκμυστηρευτεί τα συναισθήματά του για τη Λύα; Όχι, όχι, δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτά τα θέματα.
4/12/1955. Η τελευταία φωτογραφία-πορτρέτο (φωτό: Σπύρος Χαρίτου).
- Για την ΕΟΚΑ πότε σας μίλησε; Καταλαβαίναμε ήδη πως η ατμόσφαιρα ήταν εκρηκτική. Συμμετείχε σε διαδηλώσεις, τον συνέλαβαν, τον πήγαν στο δικαστήριο, βλέπαμε τις πινακίδες για τις διαδηλώσεις που ήταν γραμμένες με δικά του γράμματα, πρωτοστατούσε. Ξέραμε πια πως ανακατευόταν με την ΕΟΚΑ. Δύο χρόνια πριν, τον Ιούνιο του 1953, κατά τη στέψη της βασίλισσας, όταν πήγε μαζί με πλήθος κόσμου στην πλατεία της 28ης Οκτωβρίου για να διαμαρτυρηθεί, κάποιος είχε δοκιμάσει να ανέβει στον ιστό των προπυλαίων, αλλά δεν τα κατάφερε. Τότε ανέβηκε ο Ευαγόρας -ήταν και αθλητής, μην ξεχνάτε- κατέβασε την αγγλική σημαία και την έριξε στο πλήθος. Αυτό ήταν και το έναυσμα τότε για την επέκταση των εκδηλώσεων διαμαρτυρίας. Το βράδυ, βέβαια, επέστρεψε στο σπίτι. Φαινόταν κουρασμένος και στενοχωρημένος – δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Τότε, ο πατέρας μας, κάθισε μαζί του και του μιλούσε για δέκα λεπτά, συμβουλεύοντάς τον. Εκείνος άκουγε, αλλά δεν απαντούσε. Ώσπου, κάποια στιγμή, σηκώνεται, χτυπάει δυνατά το χέρι του στο τραπέζι και λέει: «Να πιάσει τα κατουρημένα της και να φύγει! Τι ζητά δαμέσα;» – εννοώντας τη βασίλισσα. Ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που τον είχα δει να εκρήγνυται, σε τέτοιο βαθμό. Από τότε δεν τον χωρούσε το σπίτι. Τον αισθανόμουν να «πνίγεται», να μην αντέχει! Ώσπου ξεκίνησε ο αγώνας, και έφυγε στα βουνά.  
- Οι γονείς σας δεν τον απέτρεψαν από το να ενταχθεί στην ΕΟΚΑ; Δεν συζητιούνταν αυτά τα θέματα μέσα στο σπίτι. Τα πράγματα είχαν ήδη μπει σε μια ροή. Ήταν αυτονόητο, όμως, πως θα γινόμασταν μέλη της ΕΟΚΑ. Θυμάμαι, μία μέρα, η θεία μας η Νεφέλη, όταν ο Ευαγόρας ήταν ήδη αντάρτης, του είπε: «Γιε μου, τούτα τα πράματα δεν είναι για μας!». Και εκείνος της απάντησε: «Ξέρεις, θεία, κάποτε πήγα να σφάξω ένα κουνέλι, το λυπήθηκα όμως, και το άφησα να φύγει. Αλλά αυτό είναι άλλο!».
- Δεν φοβήθηκε ποτέ; Όχι, όχι. Ο Ευαγόρας ήταν αποφασισμένος!
1953. μαζί με την μικρότερη αδελφή του, Μαρούλλα, στην Πάφο.
- Όταν μάθατε πως τον συνέλαβαν επειδή είχε επάνω του οπλισμό, πώς αντιδράσατε στο σπίτι; Εγώ πια βρισκόμουν στο Βαρώσι – λίγο πριν είχα παντρευτεί και έμενα εκεί μαζί με τον άντρα μου. Τελευταία φορά που τον είχα δει, μετά τη φυγή του, ήταν τέλη Αυγούστου του 1956, στη Φιλούσα. Είχα, ωστόσο, άσχημα προαισθήματα τον τελευταίο καιρό… Τον έπιασαν τελικά στην Πάφο, στη Λυσό. Το άκουσε ο άντρας μου από το ράδιο και μου είπε: «Αύριο, θα πάμε να δούμε τον Ευαγόρα». 
- Πότε έγινε η πρώτη σας συνάντηση, αφότου συνελήφθη; Ο πατέρας μου πήγαινε κάθε μέρα στον αστυνομικό σταθμό της Πάφου, αφότου τον συνέλαβαν, ρωτούσε πού είναι, πού βρίσκεται, δεν του έλεγαν. Τον είχαν συλλάβει στις 18 Δεκεμβρίου. «Στις 30 του μήνα θα επιτραπεί στους στενούς συγγενείς, να τον δουν στο Δασάκι, στην Πάφο», μας είπαν. Τον είχαν σε μια παράγκα. Σε αυτή την πρώτη μας συνάντηση θυμάμαι πως τον είχαν μέσα σε ένα δωμάτιο με ένα κρεβάτι, στο οποίο υπήρχε μόνο η σούστα και με έναν Άγγλο στρατιώτη μαζί του, ο οποίος μιλούσε και ελληνικά. Μόλις τον είδαμε όρμησα να τον αγκαλιάσω πρώτη. Δεν τον άφηνα από τα χέρια μου! Τότε γύρισε ο πατέρας μου και μου είπε: «Άφησ’ μας και εμάς, κόρη μου, να τον δούμε». Είχε μώλωπες, ήταν μαυρισμένα τα μάτια του και τα είχε χαμηλωμένα. Τον ρώτησε ο πατέρας μου: «Γιατί δεν μας κοιτάζεις, γιε μου;». «Είχαν μου τους προβολείς όλη τη νύχτα αναμμένους μέσα στα μάθκια, εν μπορώ…». Μετά, τον ξαναείδαμε πια στις κεντρικές φυλακές. 
Το χειρόγραφο του πιο γνωστού ποιήματος του ήρωα, «θα πάρω μιαν ανηφοριά». το είχε παραδώσει σε μία συμμαθήτριά του, το απόγευμα της 5ης Δεκεμβρίου 1955.
- Έδειχνε ταραγμένος; Ποτέ. Ποτέ. Ήταν πάντα ήρεμος. Εκείνος μας έδινε θάρρος, όχι εμείς σ’ αυτόν. Ήταν ψύχραιμος. 
- Εσείς; Συγκρατιόμασταν. Δεν κλαίγαμε μπροστά του. Δεν διανοούμασταν να κλάψουμε μπροστά του – ακόμη και η μάνα μας! Σφίγγαμε την καρδιά μας. Την κουβέντα εκείνος την κουμάνταρε… Η προανάκριση είχε οριστεί για τις 14 Φεβρουαρίου του 1957, από όπου τελικά η υπόθεση παραπέμφθηκε για εκδίκαση στο Ειδικό Δικαστήριο, στις 25 Φεβρουαρίου του 1957.
- Πότε πήγατε τελευταία φορά στα Φυλακισμένα Μνήματα; Πριν από λίγες μέρες, στην επέτειό του. Για το μνημόσυνο. Όπως κάθε χρόνο.  
Στην περιοχή του χωριού Λυσός της Πάφου, μαζί με συναγωνιστές του, μέλη της ΕΟΚΑ (ο πρώτος από δεξιά).
- Πώς είναι να βλέπετε την καταπακτή με το σκοινί; Α, όχι, όχι. Εκεί δεν έχω πάει ποτέ μου! Δεν μπορώ! Δεν το αντέχω! Ακόμη και το να βλέπω αυτή την εικόνα από φωτογραφίες, ταράζομαι… Μέχρι τον τάφο του πηγαίνω και στο κελί του. 
- Τι θυμάστε από την τελευταία σας επίσκεψη στον Ευαγόρα, τον Μάρτιο του ‘57; Θα σας πω… Ο Ευαγόρας ήταν, όπως πάντα, μέσα από την πόρτα, εμείς απέξω και, ανάμεσά μας, το συρματόπλεγμα. Μαζί μας ήταν οι γονείς μας, η αδελφή μου, η Μαρούλλα, και δύο εξαδελφάκια μας. Την προηγούμενη μέρα, ημέρα Τρίτη, είχε πάει, στο μεταξύ, ο πατέρας μας στη Λευκωσία για να τον δει, του πήρε κάμποσα τσιγάρα, και εκεί ο Ευαγόρας του ανακοίνωσε πως «θα με εκτελέσουν, η μέρα ορίστηκε και είναι η Πέμπτη». Του είπε επίσης: «Θέλω να ανάψεις μία λαμπάδα στον Άη-Γιώρκη, θέλω να μου φέρεις τη μάμα μου να τη δω και θέλω και το σταυρό μου». Την Τετάρτη, λοιπόν, ήμασταν όλοι εκεί, οι πολύ στενοί συγγενείς… 
- Αναρωτιέμαι: Πώς ήταν να βλέπετε έναν άνθρωπο που την επόμενη μέρα δεν θα ζούσε; …Αυτό δεν μπορώ να σας το περιγράψω… Τον κοιτούσαμε και ήμασταν βουλιαγμένοι. Ο Ευαγόρας, όμως, ήταν όρθιος. Εκεί! Ήταν αξιοθαύμαστο, γιε μου (συγκινείται). Ήμασταν όλοι αμήχανοι. Τι να ελέγαμε; Την κουβέντα την εκουμάνταρε πάλι εκείνος. 
- Τι σας έλεγε; Ρωτούσε τι κάνει ο ένας, τι κάνει ο άλλος, γενικότητες… Προσπαθούσε να πάει την κουβέντα αλλού. Μετά φύγαμε και ξαναπήγαμε το απόγευμα. Μαζί μας, σε αυτή την τελευταία μας συνάντηση, ήταν και τα πεθερικά μου από την Αμμόχωστο. Δεν γνωρίζονταν ακόμη με τον Ευαγόρα, γιατί είχα μόλις παντρευτεί. Τους είπε: «Χαίρομαι που σας γνωρίζω, αλλά λυπούμαι που είναι η πρώτη και η τελευταία φορά που σας βλέπω». Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που θα αντίκριζα τον Ευαγόρα.
- Παρέμενε ήρεμος; Πάντα. Πάντα. Δεν ταράχτηκε ούτε μία στιγμή!
13/3/1957. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Έθνος» για την εκτέλεση του Ευαγόρα.
- Θυμάστε να σας είπε κάτι σ’ αυτή την τελευταία σας συνάντηση; Ναι. Θυμάμαι… Μου είπε εκείνο το τελευταίο απόγευμα που τον έβλεπα: «Για μένα, ο θάνατος είναι ζήτημα δύο λεπτών! Όταν πεθάνω, θα πάω στο Θεό και θα τον παρακαλέσω να είμαι ο τελευταίος. Αν γίνει κάτι αυτές τις μέρες, να ξέρετε πως η προσευχή μου εισακούστηκε…» (συγκινείται). Τότε σήμανε ο σκοπός ότι πρέπει να φύγουμε (σταματάμε για λίγα λεπτά). Θυμάμαι κάτι μαύρες πόρτες που ανοίγαν, κάτι άλλες μαύρες πόρτες που έκλειναν… Τελοσπάντων. Ακούμπησα το χέρι μου πάνω στο συρματόπλεγμα για να αγγίξω το δικό του και θυμάμαι πως του είπα «γεια σου». Αυτό μόνο. Δεν είχα τι άλλο να πω. Είναι σαν να το βλέπω τώρα μπροστά μου… «Θα σου γράψω…», μου είπε ο Ευαγόρας. Πράγματι. Μετά τον απαγχονισμό, με περίμενε εκείνο το τελευταίο του γράμμα, που ξεκινούσε «ώρα 7.30 μ.μ. Η πιο όμορφη μέρα της ζωής μου…»… 
- Πώς μάθατε για τον απαγχονισμό; Δεν τον έμαθα. Τον ένιωσα. Κατά τις 12 η ώρα το βράδυ της ίδιας μέρας, άκουσα το ρολόι μας στο σπίτι να χτυπά 12 φορές. Και με έπιασε κάτι σαν βραχνάς. Σαν να ήταν εκείνη η ώρα του τετέλεσται. Την ίδια ώρα, η Λύα του έγραφε από την Αφρική το τελευταίο της γράμμα… Και, μέσα από το παράθυρό της, όπως μας είπε, είχε δει έναν διάττοντα αστέρα να διαγράφει την πορεία του… Ο παπα-Αντώνης μας εκμυστηρεύτηκε αργότερα πως είχαν καθίσει να μιλήσουν για περισσότερο από μία ώρα. Μας είπε πως ήταν συνεχώς με το χαμόγελο στα χείλη – χαμόγελο όχι προσποιητό, αλλά φυσικό. Δεν φοβήθηκε ούτε στιγμή!  
- Άξιζε τελικά εκείνη η θυσία, πιστεύετε, κυρία Παλληκαρίδου, με τα ιστορικά γεγονότα που ακολούθησαν στην Κύπρο; Είναι μία θυσία αδικαίωτη, αλλά ο κάθε ένας από όσους έφυγαν, ήταν ταγμένος γι’ αυτό. Θα σας πω και κάτι άλλο, για να δείτε καμιά φορά… Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσει η μητέρα μας τον Ευαγόρα, φώναξαν τη μαμμή. Ύστερα από πόνους, από πολλή ώρα, διότι δεν έβγαινε ο Ευαγόρας, τελικά εγεννήθηκε καθιστός. Γύρισε τότε η μαμμή και είπε στη μητέρα μας: «Εβασάνισέν μας ο μασκαράς, κόρη Αφροδίτη, αλλά τα εκαταφέραμε. Δόξα σοι ο Θεός. Αλλά να το ξέρεις και να το θυμάσαι, έτσι που εγεννήθηκε, διπλωμένος, θα είναι τυχερό παιδί!». Είχε μία παράξενη μοίρα ο Ευαγόρας. Οι μοίρες τον παράστεκαν και του καθόρισαν το πεπρωμένο του. 
- Ήταν τύχη, δηλαδή, το να φύγει έτσι όπως έφυγε απ’ τη ζωή; Δεν ήταν; Ο Ευαγόρας έμεινε στην αθανασία!
Το κελί του ήρωα στις Κεντρικές Φυλακές, εκεί όπου βρισκόταν προτού οδηγηθεί στην αγχόνη.
- Τον σκέφτεστε κάθε μέρα; Κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα… Πριν μελοποιήσουν ακόμη ποιήματά του, έβαζα εγώ η ίδια μουσική στα ποιήματά του, στα ερωτικά του ιδίως, και τα τραγουδούσα για να τον αισθάνομαι, συνήθως όταν βρισκόμουν μόνη στο αυτοκίνητο.   
- Ο Ευαγόρας, σε εκείνο το τελευταίο του γράμμα σας έγραφε «μη λυπάστε…». Το τηρήσατε; Δυστυχώς, όχι… 
- Τι όνειρα έκανε ο Ευαγόρας για τη ζωή του; Δεν έκανε. Δεν έλεγε ποτέ «θα γίνω αυτό κι αυτό»… 

- Παράξενο… Θυμάμαι πως όταν είχαν πάει εκδρομή στην Αθήνα, με το σχολείο, κάποιοι συγγενείς μας του έλεγαν να μείνει εκεί, διότι είχε θεσπιστεί ο νέος νόμος «περί προσωποκράτησης», είχαν ξεκινήσει να γίνονται πολλές συλλήψεις, ενώ μέσα στη λίστα των υπόπτων λεγόταν πως βρίσκονταν και αρκετοί από τους μαθητές που εκείνη την περίοδο είχαν ταξιδέψει για εκδρομή στην Ελλάδα. Πολλά παιδιά, λοιπόν, είχαν παραμείνει στην Αθήνα. «Γιατί εν έμεινες, γιε μου;», του είχε πει η μάνα μας. «Εγώ δεν επήα για να μείνω στην Αθήνα. Η θέσις μου είναι στην Κύπρο», της είχε πει. «Θα εγύριζα πίσω, ό,τι κι αν εσυνέβαινε. Εγώ έταξα τη ζωή μου για την πατρίδα!». 
  Συνέντευξη: Γιάννης Χατζηγεωργίου      Σπάνιο προσωπικό αρχείο Γ. Παλληκαρίδου Ποσπορή, Γ. Χατζηγεωργίου