Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

✨ "Νομίζω πως εκεί αρχίζει ο Θεός τελικά. Στη στιγμή που ο άνθρωπος αγαπά κάποιον περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό... |Μνημόνευε τη Γωγώ (Γεωργία Μαστροκώστα † 25/5/2026).-

             ...και βάλε στην προσευχή σου τον Τραϊανό και τη Βικτωρία τους. Να βρουν από τον Θεό την αληθινή παρηγοριά...


…«Τρεις μέρες αφού γέννησα την κόρη μου, μου είπαν ότι έχω καρκίνο. 

Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς χωράνε μέσα στην ίδια ζωή δύο τόσο αντίθετα πράγματα. 

Το μητρικό γάλα και ο φόβος. 

Το νεογέννητο σώμα του παιδιού μου και το δικό μου σώμα που ξαφνικά έμοιαζε να με προδίδει. 

Θυμάμαι το δωμάτιο του νοσοκομείου να μυρίζει μωρό και αντισηπτικό μαζί. 

Μια γυναίκα δίπλα μου θήλαζε. 

Εγώ προσπαθούσα να καταλάβω αν θα ζήσω. 

Κανείς δεν προετοιμάζεται για μια τέτοια στιγμή. 

Γιατί ο άνθρωπος αντέχει σχεδόν τα πάντα εκτός από τον λάθος χρόνο.


Κοιτούσα τη Βικτώρια να κοιμάται και τρόμαζα. 

Όχι επειδή πονούσα. 

Ο πόνος είναι ζώο, τον συνηθίζεις. 

Τρόμαζα γιατί άρχισα ξαφνικά να μετράω τη ζωή σε μελλοντικές απουσίες. 

Θα προλάβω να τη δω να περπατά; 

Να μιλά; 

Να ερωτεύεται; 

Να θυμάται τη φωνή μου; 

Υπήρχαν βράδια που την κρατούσα αγκαλιά και μύριζα τα μαλλιά της σαν να προσπαθούσα να αποθηκεύσω τον κόσμο ολόκληρο μέσα σε μία ανάσα. 

Κι εκεί, μέσα στη σιωπή του νοσοκομείου, κατάλαβα κάτι τρομακτικό: όταν γίνεσαι μάνα, δεν φοβάσαι πια τον θάνατο για σένα. 

Φοβάσαι το κενό που αφήνεις πίσω.


Οι άνθρωποι πίστευαν ότι ήμουν δυνατή επειδή χαμογελούσα. 

Δεν ήξεραν ότι πολλές φορές χαμογελούσα μόνο και μόνο για να μην τρομάξει το παιδί μου όταν μεγαλώσει κοιτώντας φωτογραφίες μου. 

Υπήρχαν μέρες που στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη χωρίς μαλλιά και δεν αναγνώριζα το πρόσωπό μου. 

Κι όμως, το πιο παράξενο ήταν ότι δεν έκλαιγα τόσο για μένα. 

Έκλαιγα γιατί σκεφτόμουν πως μια μέρα η κόρη μου μπορεί να ψάχνει φωτογραφίες της μητέρας της για να θυμηθεί πώς ήταν. 

Οι γυναίκες μεγαλώνουμε μαθαίνοντας ότι το σώμα μας είναι η αξία μας. 

Ύστερα έρχεται μια στιγμή που καταλαβαίνεις ότι το σώμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα προσωρινό σπίτι του φόβου και της αγάπης.


Ο Τραϊανός δεν μιλούσε πολύ. 

Δεν υπήρξε ποτέ άντρας των μεγάλων λέξεων. 

Υπήρχαν όμως νύχτες που ξυπνούσα από πανικό και τον έβλεπα να κάθεται αθόρυβα δίπλα μου χωρίς να κοιμάται. 

Κάποιες φορές μου έφτιαχνε τοστ μέσα στη νύχτα επειδή δεν μπορούσα να κρατήσω τίποτε στο στομάχι μου. 

Άλλες φορές μου έδενε το μαντήλι στο κεφάλι χωρίς να πει κουβέντα. 


Και νομίζω πως εκεί κατάλαβα τι σημαίνει πραγματικά να αγαπάς έναν άνθρωπο. 

Όχι να τον θαυμάζεις όταν λάμπει. 

Να μένεις όταν αρχίζει να σβήνει.


Το πιο δύσκολο δεν ήταν οι θεραπείες. 

Ήταν η ανεμελιά που δεν επέστρεψε ποτέ. 

Αυτό δεν στο λέει κανείς. 

Νομίζουν όλοι ότι όταν τελειώσουν τα χειρουργεία και οι εξετάσεις, ξαναγυρίζεις στη ζωή σου. 

Δεν υπάρχει επιστροφή. 

Υπάρχει μόνο ένα «μετά». 

Ένα σώμα που συνεχίζει να περπατά αλλά μέσα του κατοικεί πια μια μικρή σκιά. 

Ακόμα και στις πιο ευτυχισμένες στιγμές, υπήρχε πάντα μια φωνή που ψιθύριζε: «κι αν ξανάρθει;». 

Ο καρκίνος δεν σου παίρνει μόνο δύναμη. 

Σου παίρνει την αθωότητα.


Τις νύχτες της χημειοθεραπείας άρχισα να προσεύχομαι χωρίς να το καταλάβω. 

Όχι όπως προσεύχονται οι άνθρωποι στις εικόνες ή στις εκκλησίες. 

Δεν ήξερα ποτέ να προσεύχομαι σωστά. 

Δεν ήμουν από τους ανθρώπους που μιλούν εύκολα για τον Θεό. 

Υπήρχαν όμως κάτι ξημερώματα στο νοσοκομείο που το σώμα μου πονούσε τόσο πολύ, ώστε ένιωθα πως αν δεν μιλήσω κάπου θα διαλυθώ. 

Και τότε, μέσα στο σκοτάδι, άρχιζα να ψιθυρίζω σαν παιδί:

 «Θεέ μου, άσε με λίγο ακόμα. 

Μόνο μέχρι να μεγαλώσει το παιδί μου».


Θυμάμαι μια νύχτα που η Βικτώρια κοιμόταν δίπλα μου κι εγώ την κοιτούσα μέσα στο μισοσκόταδο. 

Το κεφάλι της μύριζε ακόμα μωρό. 

Ακούμπησα το χέρι μου πάνω της και ξαφνικά φοβήθηκα τόσο πολύ, που δεν άντεξα. 

Έκλεισα τα μάτια και προσευχήθηκα πρώτη φορά αληθινά στη ζωή μου. 

Όχι να σωθώ. 

Να μη φοβηθεί εκείνη. 



Νομίζω πως εκεί αρχίζει ο Θεός τελικά. 

Στη στιγμή που ο άνθρωπος αγαπά κάποιον περισσότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.


Υπήρχαν μέρες που θύμωνα μαζί Του. 

Πολύ. 

Έβλεπα το σώμα μου να αλλάζει, να χάνει τη δύναμή του, και δεν καταλάβαινα γιατί πρέπει μια γυναίκα να κρατά στην αγκαλιά της ένα νεογέννητο και ταυτόχρονα να κοιτάζει τον θάνατο κατάματα. 

Μου φαίνονταν όλα άδικα. 

Σχεδόν βίαια. 


Αλλά μετά ερχόταν η κόρη μου και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω μου ή ο Τραϊανός μού έδενε σιωπηλά το μαντήλι στο κεφάλι, και σκεφτόμουν πως ίσως ο Θεός να μην βρίσκεται στα θαύματα. 

Ίσως να βρίσκεται απλώς στους ανθρώπους που μένουν δίπλα σου όταν όλα αρχίζουν να σβήνουν.


Κάποτε, λίγο πριν μπω σε μια εξέταση, είδα μια ηλικιωμένη γυναίκα στον διάδρομο του νοσοκομείου να κάνει τον σταυρό της αργά, σχεδόν τρυφερά. 

Τη ζήλεψα εκείνη τη στιγμή. 

Όχι για την πίστη της. 

Για την ηρεμία της. 

Γιατί εγώ δεν είχα ποτέ ηρεμία. 

Ακόμα και στις προσευχές μου υπήρχε πανικός. 

Σαν να ήθελα να διαπραγματευτώ με τον Θεό. 

«Πάρε οτιδήποτε άλλο, αλλά άφησέ με να δω το παιδί μου να μεγαλώνει». 

Ίσως όλες οι προσευχές των μανάδων να είναι τελικά ίδιες. 

Ένας διαρκής φόβος μην τελειώσει ο χρόνος πριν προλάβουν να αγαπήσουν αρκετά.


Κάποτε περνούσα μπροστά από καθρέφτες και έλεγα «φτου να φύγω». 

Δεν πίστευα ποτέ πραγματικά ότι είμαι όμορφη. 

Είναι παράξενο, έτσι; 

Μια ολόκληρη χώρα να κοιτά το σώμα σου κι εσύ να αισθάνεσαι ακόμη εκείνο το κορίτσι που δεν είχε αυτοπεποίθηση. 

Μπορεί γι’ αυτό δεν μέθυσα ποτέ ολοκληρωτικά από τη δημοσιότητα. 

Βαθιά μέσα μου παρέμεινα ένα παιδί που ήθελε απλώς να αγαπηθεί χωρίς όρους. 

Και τελικά ο καρκίνος αυτό κάνει. 

Σε γυρίζει βίαια στο πιο αληθινό σημείο σου. 

Εκεί όπου δεν έχει σημασία αν υπήρξες ποθητή, διάσημη ή όμορφη. 

Σημασία έχει μόνο ποιος μένει δίπλα σου όταν φοβάσαι.


Υπήρχαν μέρες που η Βικτώρια ερχόταν και ακουμπούσε το μικρό της χέρι πάνω μου χωρίς να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει. 

Και αυτό το χέρι είχε μεγαλύτερη δύναμη από όλες τις θεραπείες του κόσμου. 


Μερικές φορές τη νύχτα καθόμουν δίπλα στο κρεβάτι της και την κοιτούσα να κοιμάται. 

Προσπαθούσα να απομνημονεύσω κάθε λεπτομέρεια. 

Τον τρόπο που ανάσαινε. 

Τον τρόπο που μάζευε τα πόδια της. 

Το μικρό της στόμα. 

Σαν να φοβόμουν ότι ο χρόνος ετοιμάζεται να μου τα κλέψει όλα. 

Η μητρότητα είναι αυτό τελικά: 

ένας πανικός αγάπης που δεν τελειώνει ποτέ.


Κι όταν ο καρκίνος επέστρεψε, κατάλαβα κάτι πολύ σκληρό. 

Ότι κάποια στιγμή ο άνθρωπος κουράζεται να πολεμά. 

Όχι επειδή δεν αγαπά τη ζωή. 

Αλλά επειδή η μάχη αρχίζει να γίνεται ολόκληρη η ζωή του. 

Οι άνθρωποι αγαπούν πολύ να λένε τη λέξη «μαχήτρια». 

Δεν ξέρουν πόσο εξαντλητικό είναι να σε χρειάζονται πάντα δυνατή. 


Υπήρχαν νύχτες που δεν ήθελα να είμαι γενναία. 

Ήθελα μόνο να ξαπλώσω δίπλα στο παιδί μου και να αποκοιμηθώ χωρίς φόβο. 

Σαν μια απλή γυναίκα. 

Όχι σαν σύμβολο αντοχής.


Τώρα που όλα γίνονται πιο ήσυχα μέσα μου, δεν ξέρω αν φοβάμαι τόσο τον θάνατο. 

Φοβάμαι μόνο τη στιγμή που η κόρη μου θα με χρειαστεί και δεν θα μπορώ να της απαντήσω. 

Γι’ αυτό προσεύχομαι ακόμα. 

Όχι να σωθώ πια. 

Αλλά να μείνει κάτι από την αγάπη μου επάνω της όταν θα λείπω. 

Σαν χέρι στον ώμο της. 

Σαν ανάσα μέσα στον ύπνο της. 

Σαν μια αόρατη παρουσία που θα της ψιθυρίζει πως κάποτε υπήρξε μια γυναίκα που την αγάπησε τόσο πολύ, ώστε ακόμα και μπροστά στον θάνατο δεν έπαψε να παρακαλά τον Θεό μόνο για εκείνη».


                                    Γωγώ Μαστροκώστα ( † 25/5/2026)


    [ΥΓ:

   Το κείμενο κυκλοφορεί στο διαδίκτυο.

  Ας ελπίσουμε να είναι αυθεντικό.

 Όπως και να΄χει... 

    ΚΑΛΟ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ, ΓΕΩΡΓΙΑ!



📍 Το γυναικεῖο φουστάνι... |ένα εκπληκτικό περιστατικό ἀπό τη ζωή τοῦ ἁγίου Εὐμενίου Σαριδάκη




πόρησε πάλληλος το καταστήματος ρούχων σν εδε ναν καλόγερο μ’ να παλληκάρι ν μπαίνουν μέσα κα ν κατευθύνονται στ γυναικεο τμμα. 

«Ατ πς σο φαίνεται;». 

καλόγερος εχε ξεκρεμάσει να φλορλ φόρεμα κα τ δειχνε στν νεαρό. 

«Καλ εναι, Γέροντα!» επε τ παλληκάρι.

«Μήπως τοτο ταιριάζει καλύτερα στν λικία της;» επε κα φησε τ φόρεμα, γι ν ξεκρεμάσει να μπλ σκορο μ μικρ σχεδιάκια.

«Χμ... μάλλον ναί».

κοπέλα διακριτικ πγε δίπλα τους. 

«Θ χρειαστετε βοήθεια;» ρώτησε.

«χι, χι!» πάντησε καλόγερος κι πιασε ν κοιτ τ φουστάνι. 

«Νομίζω πς ατ θ τς εναι στεν» επε. 

«ς πάρουμε τ μεγαλύτερο νούμερο, κι ν θέλει, τ στενεύει».


πάλληλος εχε δε κάμποσες παραξενις ν γίνονται π διότροπους πελάτες στ λίγα χρόνια πο ργαζόταν στ κατάστημα. 

Μ τοτο δ πρώτη φορ τ βλεπε. 

νας καλόγερος, παρέα μ’ ναν νεαρό –γι φοιτητ τν κανε– πο δν ταν πάνω π εκοσι χρονν, ν’ γοράζουν γυναικεο φουστάνι χωρς ν τ προβάρει νδιαφερόμενη, πρώτη φορ τ βλεπε.


Σν πλήρωσαν κα βγκαν ξω, νεαρς δν κρατήθηκε.

«Γέροντα, πές μου, σ παρακαλ, γι ποιά γόρασες τ φουστάνι;»

Δν πρε πάντηση μέσως, μως. 

Μόνο ναστεναγμό.


«Παιδί μου, σο ’χω πε πς μεγάλωσα πολ φτωχικ στ χωριό μου, τν θιά. 

πατέρας μου, “Σαριδογιώργης” πως τν λεγαν στ χωριό, εχε ννι παιδιά. 

γ μουν νατος. πατέρας εχε λίγα ζωνταν κα μερικ χωράφια. Μά, δν φταναν γι ν χορτάσουν τόσα στόματα. 

μάνα μου, Σοφία, λεγε πς ταν γεννήθηκα, δν εχε οτε ψωμ ν φάει. 

ντας νηστικ πς ν κατεβάσει γάλα; 

γ πεινοσα κι κλαιγα. 

Τότε κίνησε πατέρας ν βρε τν Βασίλη, τν μεγάλο δελφό μου πο δούλευε σ διπλαν χωριό, κα ν το γυρέψει δανεικ γι τ μικρό του κοπελάκι*.

Τν πατέρα δν τν θυμομαι καθόλου. 

πόθανε σν μουν δύο χρονν παιδάκι. 

ναγκάστηκε μάνα ν ξενοδουλεύει. 

Πότε κανε θελήματα, πότε βοηθοσε στ ναμμα τν φούρνων, πότε λώνιζε, πότε παιρνε τ μαλλ τν προβάτων γι ν τ καθαρίσει κα ν τ ξεμπερδέψει... 

Σν μεγάλωσα κι γ λιγάκι, πήγαινα π κοντά. 

πως μουν μικρός, μ βάζανε ν καθαρίζω τος φούρνους μετ τ ψήσιμο. 

! τί χαρ κανα! 

Σάλιωνα τ δαχτυλάκι μου κα μάζευα τ ψίχουλα κα γέμιζε κοιλίτσα μου. 

σε πο μέσα στν φορνο δν κρύωνα. 

ταν τέλειωνα τ δουλειά, μο διναν μισ κουλούρα κα τν πήγαινα μ χαρ στ σπίτι. 

Παπούτσια φόρεσα πρώτη φορ σν μουν στ δώδεκα. 

Μο τ χάρισε νας χωριανς πο το φύλαγα τ βόδια. 

Δν μ πείραζε πο γυρνοσα χειμώνα-καλοκαίρι ξυπόλυτος. 

Τ ντεχα. 

Τν πείνα δν ντεχα καί... τ ντροπή».


Στ κουσμα τς τελευταίας λέξης τ παλληκάρι γύρισε κα τν κοίταξε πορημένο.


«Ντροπή, παιδί μου. 

ν δν χεις τίποτα –μ τίποτα!– ν φορέσεις, νιώθεις ντροπή. 

τσι κι κείνη τ μέρα. 

Παιδ μουν, θυμμαι. 

Τ παντελόνι πο φοροσα νύχτα-μέρα εχε λιώσει. 

ταν πγα ν τ φορέσω, γινε τρία κομμάτια. 

μάνα λειπε σ δουλειά. 

σώρουχο δν φοροσα ποτέ. 

Δν εχαμε. 

Βγκα στν αλή, τσι γυμνός. 

Κι πως πέρασαν κάτι κοπέλια, γελοσαν κα κορόιδευαν. 

Δν ξερα τί ν κάνω. 

Κοίταξα τριγύρω κα εδα στν κρη τς αλς ναν σωρ π σβουνιές.

σκαψα ναν λάκκο κα χώθηκα μέσα. 

τσι, κρυψα τ γύμνια μου, λλ ζεστάθηκα κιόλας. 

Δν πέρασε πολλ ρα κι νας χωριανός μας πέρασε π κε

“Μπρέ, Κωστή!” επε, 

ντα κάμεις δωνά; Τί εναι ατ τ χάλια;”. 

Μ τ πο μαθε τν λόγο, μ τράβηξε π τ χέρι κα μ πγε κατευθείαν στ σπίτι του. 

Μ κοίταξε γυναίκα του μ συμπόνοια. 

Μ παντελονάκι παιδικ δν πρχε στ σπίτι. 

κατσε σκεφτικ γι λίγο κα μέσως πρε τ ψαλίδι στ χέρια. 

κοψε να δικό της φουστάνι, μο τ βαλε γύρω π τ μέση, τ ραψε π κάτω κα μο ’πε: 

ντε, Κωστή μου, τώρα! 

ντε ν παίξεις μ τ παιδιά. 

Τώρα δν θ σ κοροϊδέψει κανείς”. 


Κάθε φορ πο πάω στν θιά, περνάω π τ σπίτι τους. 

Μ δέχονται μ μεγάλη χαρά. 

Κα τος φέρνω λιβάνι, εκόνες, χασ γι ν κάνουν σεντόνια κα μαξιλάρια».


«Γι τν κυρία εναι τ φουστάνι, γέροντα Εμένιε;» τν διέκοψε νεαρός.


«Ναί, παιδί μου! 

κείνη μ ντυσε τότε. 

Δν τ ξεχν ποτ ατό...»


           ━━━━━━━━━ ━━━━━━━━━


    |Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ (της Νίκης Κατσιάπη), με 250 απίθανα περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των:

Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου | Αγίου  Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των Πατρών | Αγίου Γεωργίου της Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του λεπρού | Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.




Θα το βρείτε εδώ

Και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία...


            ━━━━━━━━━ ━━━━━━━━━