|γράφει η νύφη Βάσω Ντάβαρη
(άλλο να στα λέω κι άλλο να τα διαβάζεις...)
[Καλά να είσαι, κοπέλα μου! Το'χαμε πολύ ανάγκη! Να διαβάσουμε κάτι που να μας κάνει να κλάψουμε και να γελάσουμε μαζί.
Ταυτόχρονα...
Να ζήσετε!
Για μια αιωνιότητα μαζί!
Με τον Χριστό ανάμεσά σας...]
"Η πρώτη νύχτα του γάμου
είναι σαν τον Άγιο Βασίλη.
Όλοι μιλάνε γι' αυτή...
αλλά ΚΑΝΕΙΣ δεν την έχει δει
όπως τη φανταζόταν!
Ρε παιδιά, ο κόσμος νομίζει
ότι η πρώτη νύχτα του γάμου
είναι Η ΠΙΟ παθιασμένη της ζωής σου! 😏
ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ
(όποιος τα λέει αυτά μάλλον
δεν έχει χορέψει τσάμικα και καλαματιανά κουτσοπηδώντας σαν το κατσίκι του Ολύμπου
7 ώρες πάνω σε δωδεκάποντα)
Όταν κλείσαμε, που λέτε, την πόρτα
του δωματίου, μετά από 15 ώρες γάμου…
Ο Νίκος άρχισε να βγάζει αργά το σακάκι...
Εγώ άρχισα να βγάζω φουρκέτες...
ΤΕΛΕΙΩΣΑ πρώτη! 😜
Ο κορσές? Αθάνατος!
Δεν έβγαινε ούτε με προσευχή!
-Νίκο, αν δε βγει αυτό, εγώ έτσι θα μείνω!
-Και πού είναι το πρόβλημα;
(Εκεί κατάλαβα ότι είμαι ήδη παντρεμένη 😄)
Τότε...
Κοιταχτήκαμε βαθιά μέσα στα μάτια...
και είπαμε όλο πάθος ταυτόχρονα
"Έχει ξεμείνει κανα σουβλάκι απ' το τραπέζι;"
(Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησα...
ότι έχω παντρευτεί τον ΣΩΣΤΟ άνθρωπο!)
Στον Πλαταμώνα παντρεύτηκα.
Να ‘ναι Ιούλιος μήνας, κατακαλόκαιρο δηλαδή
Και να ‘χει έναν καύσωνα…
Τί καύσωνα δηλαδή…
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ πες καλύτερα!
Μιλάμε…
να λιώνουν οι παντόφλες στην άσφαλτο…
Κι εγώ χαράματα ξύπνια.
Όχι από συγκίνηση βέβαια…
απ’ τη ΜΑΝΑ μου!
-Βάσωωωωω! Σήκω!
-Μαμά είναι έξι το πρωί!
-ΚΑΙ;
-Ο γάμος είναι το απόγευμα!
-Έχουμε δουλειές!
(Τώρα τι δουλειές μπορεί να 'χουμε
στις έξι το πρωί… Ένας Θεός το ξέρει!
Ή μάλλον
ένας Θεός, η Παναγία και η ΜΑΝΑ μου!)
Ανοίγω τα μάτι μου
και το πρώτο πράγμα που βλέπω απέναντι
είναι το νυφικό κρεμασμένο στο πόμολο της ντουλάπας.
Να με κοιτάει και μα τη Παναγία σας λέω
να 'ναι σαν να το ακούω να μου λέει
‘’Καλημέρα. Δεν τη γλιτώνεις πλέον!’’
Παγώνω.
Σκέφτομαι
‘’Βάσω… τελείωσαν τα ψέματα…
Σήμερα παντρεύεσαι!’’
Κι εκείνη την ώρα, ρε παιδιά,
πως να σας το εξηγήσω
κάτι μ’ έπιασε εκεί ανάμεσα στο στήθος,
κάτι σαν σφίξιμο.
Στο σπίτι ήδη να γίνεται ο ΚΑΚΟΣ ΧΑΜΟΣ!
Η αδερφή μου να φτιάχνει φραπέδες.
Οι ξαδέρφες να κουβαλάνε ταψιά.
Οι θείες να μεταφέρουν μπομπονιέρες
από δωμάτιο σε δωμάτιο
και να μιλάνε όλες μαζί σαν πάνελ πρωινάδικου.
Κι εγώ…ΑΧ ΕΓΩ…
με την τσίμπλα στο μάτι,
με ύπνο τρείς ώρες όλες κι όλες
να θέλω να δώσω μια έτσι με το κεφάλι μου
στον τοίχο να το σπάσω
και να λήξει τ’ όλο θέμα εκεί.
Η γιαγιά ήρθε πρωί πρωί.
Όλη την ώρα να πιπιλάει κουφέτα,
να σταυροκοπιέται και κάθε τόσο να βγάζει
και κάτι απ΄το σουτιέν
(χαρτομάντηλα, καραμέλες,
μέχρι και τη μασέλα της! 😳)
Βγαίνω στη βεράντα να πάρω λίγο αέρα
να ξεσκάσω…(τί το θελα η έρμη;!)
Με το που με βλέπει η θεία Ευτέρπη
-Για να σε δω…
Πάχυνες λίγο ή μου φαίνεται;
Ούτε καλημέρα, ούτε τίποτα.
Κατευθείαν στο ψητό! 🙄
Ο θείος Γεράσιμος να ‘χει αρχίσει
ήδη τα τσίπουρα
Στο πέμπτο ποτήρι να με ρωτάει
‘’Ποιος είπαμε ότι παντρεύεται τελικά;’’
Είμαι έτοιμη για την εκκλησία, που λέτε…
Ντυμένη, μοστραρισμένη…
με το νυφικό μου, με τα όλα μου!
Το μαλλί να ‘ναι κόκκαλο απ’ την πολλή λακ!
Τόσο που αν με πλησίαζες με αναπτήρα…
θα γινόταν ανάφλεξη!
ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ!
Να ‘χω και τη μάνα μου
πάνω απ’ το κεφάλι μου με μια βεντάλια…
Μια να κάνει αέρα σε μενα, μια στον εαυτό της!
Κι όλη την ώρα… να μου διορθώνει το πέπλο…
-Ίσια την πλάτη!
-Αμάν ρε μάνα!
-Ίσια τη πλάτη σου λέω!
(Στο τέλος είχα τόσο πολύ ισιώσει που αν μ’ ακουμπούσες λίγο θα πεφτα
σαν στύλος της ΔΕΗ)
Ο δε πατέρας μου…
να ιδρώνει…να ξεϊδρώνει,
να κοιτάζει το ρολόι…να ξανακοιτάζει το ρολόι…
Και δίπλα ο αδερφός μου
μαζί με την αδερφή μου.
Να κάθονται στον καναπέ αραχτοί.
Με κοιτάνε με το νυφικό και χαμογελάνε
-Καλά…εσύ θα παντρευτείς τελικά, ε;
-Πάντως αν αλλάξεις γνώμη…ξέρεις…
Έχω αναμμένη τη μηχανή απ’ έξω…
Μπαίνουμε στο αυτοκίνητο
και ξεκινάμε για την εκκλησία.
Απ’ το ραδιόφωνο ν’ ακούγεται
‘’σήμερα γάμος γίνεται’’
και μεις να τραγουδάμε.
Εκείνη τη στιγμή
χτυπάει το τηλέφωνο του αδερφού μου
‘’Έλα… τί έπαθε ο Στέφανος; Τίιιι;
Πού είναι οι βέρες;'’
ΣΙΩΠΗ
Παγώνουν όλοι
Με το που ακούω τη λέξη ΒΕΡΕΣ
αρχίζει να με λούζει κρύος ιδρώτας…
Ο ξάδερφος μου, ο Στέφανος,
που ‘χει αναλάβει να φέρει τις βέρες…
πήγε βαρκάδα με τουρίστρια!
ΜΕ ΤΙΣ ΒΕΡΕΣ ΜΑΖΙ
Και σα να μην έφτανε αυτό
αναποδογύρισε η βάρκα…
Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα
ότι ίσως και να μην παντρευτώ τελικά…
ΞΑΦΝΙΚΑ
Πάνω στον πανικό ακούγεται ένα ΤΣΑΦ
έτσι απ’ το πουθενά
Και σβήνει η μηχανή!
Μιλάμε τώρα για εκατό μέτρα περίπου
πριν φτάσουμε στο ξωκλήσι
(στο παρά τσακ δηλαδή)
Κατεβαίνουμε, που λέτε κι αρχίζουμε
να σπρώχνουμε ΟΛΟΙ
ΚΑΙ ΕΓΩ! Η ΝΥΦΗ!
Με το νυφικό να σπρώχνω! Μα το Θεό!
Κάποια στιγμή το αναθεματισμένο
παίρνει μπρος.
Ζητωκραυγές! Χειροκροτήματα! Ενθουσιασμός!
Μπαίνουν όλοι μέσα...
ΚΑΙ ΦΕΥΓΟΥΝ! ΧΩΡΙΣ ΕΜΕΝΑ
Και φτάνω στην εκκλησία κούτσα κούτσα μουσκίδι στον ιδρώτα
και η μάσκαρα μέχρι το πηγούνι.
Και τότε…
Βλέπω τον θείο Τάκη!
Να τρέχει αλαφιασμένος γύρω απ’ το ξωκλήσι
με το μαραφέτι του έξω ν’ ανεβοκατεβαίνει
(σαν υαλοκαθαριστήρας σε καταιγίδα)
Μπροστά αυτός πίσω ένα μαντρόσκυλο
να τον κυνηγάει ξελιγωμένο!
Είχε πάει λέει, για κατούρημα, σ’ ένα χωράφι!
Βάσω ΟΧΙ!
Αυτός δεν είναι ο δικός σου γάμος!
ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ
Αυτός είναι ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ ο γάμος!
Ο Νίκος να 'χει μείνει κόκκαλο και να κοιτάει...
Μια εμένα, μια το σόι μου 👀
‘’Πού πάω να μπλέξω Θεούλη μου;’’
Κι εκεί που ξεκινάει ωραία και καλά
το μυστήριο...
‘’Ευλογητός ο Θεός ημών…’’
Ακούγονται κάτι γελοία
φλάπα φλούπα φλάπα φλούπα
Γυρνάμε όλοι…
Και τί να δούμε ρε παιδιά;
Τον ξάδερφο μου τον Στέφανο να ‘ναι μουσκίδι
από πάνω μέχρι κάτω!
Τα ρούχα του να στάζουν…
τα παπούτσια να τσιρίζουν...
Ο παπάς σταματάει, οι καλεσμένοι παγώνουν.
Κι αυτός σηκώνει τις ΒΕΡΕΣ θριαμβευτικά
και φωνάζει
'’ΝΕΝΙΚΗΚΑΜΕΝ!
ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΕΞΕΤΕΛΕΣΘΗ!’’
Όλη η εκκλησία άρχισε να χειροκροτάει!
(Νομίζω περισσότερο χειροκρότησαν
γι’ αυτόν παρά για μας)
Ήρθε η ώρα του γλεντιού.
Εκεί να δείτε ΧΑΟΣ
Συγγενείς ν’ αλλάζουν μόνοι τους τραπέζια Άλλοι να παρεξηγούνται που δεν είναι μπροστά
Άλλοι να θυμώνουν γιατί
μπήκαν δίπλα στις τουαλέτες
Και να ‘χω και τον φωτογράφο κολαούζο συνέχεια
-Κοιταχτείτε ερωτευμένα!
(έχουμε λιώσει απ’ τη ζέστη άνθρωπέ μου…
ΤΕΛΕΙΩΝΕ!)
-Φιληθείτε!
(και η μάνα μου να φωνάζει
ΜΗ ΧΑΛΑΣΕΙ ΤΟ ΚΡΑΓΙΟΝ!)
Και μετά…
Ήρθε εκείνη η στιγμή…
Αρχίζουν να παίζουν οι πρώτες νότες
από Το ‘’ταγκό των Χριστουγέννων’’
Βλέπω τον πατέρα μου να με πλησιάζει
και να μου απλώνει το χέρι να χορέψουμε…
Ο πατέρας μου ο ΒΛΑΧΟΣ!
Που δεν είχε ιδέα τι πάει να πει ταγκό…
Αρχίζουμε να χορεύουμε…
Τον βλέπω να ξέρει τα βήματα.
Να με οδηγεί.
Να χαμογελάει.
Να μη με πατάει.
Είχε μάθει να χορεύει ταγκό...
ΓΙΑ ΜΕΝΑ 🥹
Ο άνθρωπος που όλη μέρα προσπαθούσε
να μη δακρύσει...
Μου έλεγε χωρίς λέξεις όλα όσα δεν μπορούσε να πει.
Και τότε...
Γύρισα και κοίταξα γύρω μου...
Τη μάνα μου να κλαίει
τον πατέρα μου να χορεύει
τ’ αδέρφια μου να τρέχουν για όλα,
τις θείες να σχολιάζουν
τους θείους να γελάνε
και κατάλαβα
ότι ο γάμος δεν είναι
ούτε το νυφικό,
ούτε τα λουλούδια,
ούτε οι μπομπονιέρες.
Είναι όλοι αυτοί οι άνθρωποι
που με κράτησαν απ' το χέρι
μέχρι να φτάσω ως εκεί…
Με τα ελαττώματα τους,
με τις φωνές τους,
με την ΑΓΑΠΗ τους!
Κι όταν αργά τη νύχτα
έσβησαν τα φώτα κι άδειασαν τα τραπέζια...
Σκέφτηκα πως τελικά
δεν θυμόμαστε τις τέλειες στιγμές.
Θυμόμαστε τους ανθρώπους.
Κι εκείνον τον καυτό Ιούλιο στον Πλαταμώνα...
Ήμουν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο.
Γιατί τους είχα ΟΛΟΥΣ εκεί. ❤️









.jpg)




