Πέμπτη 4 Μαρτίου 2021

«Μια μπούκλα από τα μαλλιά σου ήθελα μόνο»


Άργος, 26 Ιουλίου 1822. Ο ήλιος γέρνει στη δύση κι ο ουρανός είναι βαμμένος μ’ ένα πορφυρό χρώμα. Να συνταίριαξε άραγε το χρώμα του με το αίμα που ’βαψε τη γη της Αργολικής γης ύστερα από τη φοβερή μάχη που ’δωκαν τα παλικάρια του Θοδωράκη του Κολοκοτρώνη με τους 30.000 στρατιώτες του Μαχμούτ Πασά Δράμαλη;

Δεν ήταν τούτη η μάχη όμοια με καμιά από τις άλλες. Από το μεσημέρι που ξεκίνησε ως το σούρουπο, χιλιάδες νεκροί γέμισαν στα δερβενάκια [=μικρά ορεινά περάσματα] (1) ανάμεσα στην Κόρινθο και στην κοιλάδα του Άργους. Το γόητρο του άλλοτε αήττητου Δράμαλη έπεσε στα τάρταρα. Στον αντίποδα, η φήμη του Κολοκοτρώνη πέρασε το σύνορο του Μωριά κι απλώθηκε αστραπιαία σ’ όλο τον υπόδουλο Ελληνισμό, έγινε τραγούδι και θρύλος, αναπτερώνοντας ελπίδες και όνειρα.

Τώρα, στο τέλειωμα της μέρας αποκαμωμένοι από την κούραση, μα γιομάτοι από χαρά και περηφάνια, καπεταναίοι και παλικάρια κάνουν μια τελευταία γύρα. Ανάμεσά τους ο ατρόμητος Νικηταράς που ώρα τώρα ψάχνει με το αετήσιο μάτι του ανάμεσα στις λόχμες [=δασοτόπια με πυκνή βλάστηση θάμνων, κατάλληλα για κρύπτες αγριμιών, λόχμη<λέχομαι: πλαγιάζω] μην τύχει και ξεσπάσει νέα ταραχή από κρυμένους οχτρούς.

Άξαφνα στηλώνει τα μάτια σε έναν θάμνο. Ένα υπόκωφο βογγητό τραβά την προσοχή του. Το βογγητό άλλοτε χάνεται πίσω από τις φυλλωσιές κι άλλοτε μεγαλώνει κι ακούγεται καθαρά. Άνθρωπος λαβωμένος πρέπει να ’ναι εδώ. Δε λαθεύει εύκολα ο Νικήτας. Γι’ αυτό και ταχαίνει το βήμα, παραμερίζοντας τα κλαδιά που του φράζουν το δρόμο.

«Ώχου! Βάι, βάι … καρντάς μου!»  

Ένας Αλβανός γιομάτος αίματα είναι μπροστά του και κυλιέται στο χώμα σφαδάζοντας απ’ τους πόνους. 

«Πάρε μ’ αφέντη την κεφαλή …. Πάρ' την και γλίτωσέ με … Δεν το αντέχω τούτο το μαρτύριο». 

Σάστισε προς στιγμήν ο Τουρκοφάγος.

«Μωρέ, στρατιώτης είμαι, δεν είμαι δήμιος!» του απαντά έντονα. 

«Γιατρός σού πρέπει κι όχι λεπίδα! Έλα …» 

Γονάτισε ο Νικηταράς και το περήφανο κεφάλι του ήρθε σιμά στον εχθρό που, ανήμπορος κι απελπισμένος στεκόταν μια πιθαμή μπροστά του, ικετεύοντας κι εκλιπαρώντας. 

Με γοργές και προσεκτικές κινήσεις τον βάζει  στη ράχη του και κινά για το στρατόπεδο των Ελλήνων.

Βλέπουν το γενναίο πολεμιστή οι Ρωμιοί ξεσπούν σε επευφημίες:

«Καλώς το Νικηταρά!»

«Νικηταρά, όταν τελέψεις με τον λαβωμένο, κόπιασε να πιούμε στην υγειά σου και την υγειά του Κολοκοτρώνη»

Ο λαβωμένος ανοίγει τα μισόκλειστα μάτια του και γέρνοντας προς τα μπρος ρωτά απορημένος:

«Το Νικηταρά, το τρανό παλικάρι τι τον έχεις ελόγου σου αφέντη;»

Γέλασε πλατιά ο Νικήτας.

«’Γω είμαι ωρέ!»

Δεν μίλησε ο Αλβανός. Μόνο τον κοίταξε για κάμποση ώρα με ανάμικτα από θαυμασμό, έκπληξη και απορία μάτια. Ύστερα έβαλε το χέρι στο ζωνάρι, έβγαλε ένα μικρό λεπίδι. Το σήκωσε και έκοψε βιαστικά μια μπούκλα από τα πυκνά και μακριά μαλλιά του Νικηταρά.

Το χέρι του ωστόσο, το ταλαιπωρημένο από την αιμορραγία και τα τραύματα δεν υπάκουσε εντελώς στα προστάγματα του μυαλού. Έτσι, προσπαθώντας να το κατεβάσει, του ξέφυγε κι ακούμπησε το λαιμό του Νικήτα.

«Μπρε, εγώ κοιτώ να σε σώσω κι εσύ μελετάς να με ξεκάνεις;»

«Όχι, όχι!» 

Η δυνατή φωνή του Αλβανού διέλυσε τις όποιες υποψίες του σωτήρα του.

«Να, δες … Μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου ήθελα μόνο … Να θυμάμαι τούτη τη μέρα … Αυτή η μπούκλα θα ’ναι για μένα πιο πολύτιμη απ’ όλα τα φλουριά της γης κι απ’ όλα τα χρυσάφια του κόσμου».

Ώρες μετά, η νύχτα έκλεισε απαλά τα κουρασμένα βλέφαρα νικητών και νικημένων και το φεγγάρι γλιστρώντας από τα φύλλα των δέντρων ήρθε κι ακούμπησε το φως του πάνω σ’ ένα παράξενο θέαμα: στο λαβωμένο Αλβανό που κοιμόταν μαζί με τους οχτρούς του, κρατώντας στο ζερβό χέρι μια μπούκλα από μαλλιά.

Πολλά χρόνια αργότερα, όταν ένα μικρό κρατίδιο ανέτειλε στον παγκόσμιο χάρτη κι έδωσε υπόσταση στις ελπίδες τετρακοσίων χρόνων των Ρωμιών, ο Παναγιώτης Γιατράκος, ένας μεγάλος αγωνιστής που ’χε σημάδια στο κορμί του από όλες τις μεγάλες μάχες του Αγώνα, της Τριπολιτσάς, των Δερβενακίων και του Μεσολογγίου, αφηγήθηκε το περιστατικό τούτο στον μεγάλο Ελβετό φιλέλληνα και στενό συνεργάτη του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον Βετάν.

Από στόμα σε στόμα κι από γενιά σε γενιά η ιστορία του μεγαλόψυχου Νικηταρά και του ευγνώμονα Αλβανού αποτυπώθηκε σε γλυπτό με τη σμίλη των σπουδαίων αδελφών Λάζαρου (2) και Γεωργίου Φυτάλη από την Τήνο και καταγράφηκε στην εφημερίδα «Αθηναΐς» τον Ιούνιο του 1876.

Υπ.

             

(1) Από το γεωγραφικό αυτό όρο («δερβενάκια») πήρε το όνομά της η καθοριστική για την πορεία της Επανάστασης μάχη κι έμεινε ως τα σήμερα ως «Μάχη των Δερβενακίων».

(2) Έργα του Λάζαρου Φυτάλη είναι μεταξύ άλλων  ο ανδριάντας του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, οι προτομές του Κωνσταντίνου Κανάρη και του Γεωργίου Καραϊσκάκη καθώς και ο ανδριάντας του Διονυσίου Σολωμού στη Ζάκυνθο. Ο Λάζαρος Φυτάλης από κοινού με τον Λάζαρο Σώχο αναστήλωσε τον "Λέοντα της Χαιρωνείας" και συμπλήρωσε τον "Ταύρο του Κεραμεικού"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου