Δευτέρα 11 Μαρτίου 2024

☆ Στα 40 του μικρού Βασιλάκη...|"Αν θες να γίνεις μέγας, γίνε ο έσχατος..." |Γι΄αυτό... "Κάνε κουμάντο, αγάπη μου..."

 



Είναι κάποιοι άντρες,

λίγοι ελάχιστοι,

που από τον πρώτο κιόλας καιρό του γάμου τους,

αφήνουν άλλες φορές φανερά

κι άλλες λιγότερο φανερά

τα ηνία στις γυναίκες τους.


           "Κάνε κουμάντο, αγάπη μου..."


Kαι όχι χωρίς να το καταλαβαίνουν,

αλλά ενσυνείδητα.


Θες από την πολλή αγάπη 

που τρέφουν γι΄αυτές και εμφανώς, 

που ξεχειλίζει;


Θες κάποιες φορές από την επίσης φανερή αδυναμία τους 

σε κάποιους τομείς και δεξιότητες;


Θες ...


Να κυβερνούν ουσιαστικά εκείνες το σπιτικό.


Όλα τα ζητήματα να περνούν από πάνω τους

και σχεδόν πάντα η δική τους αρχική σκέψη και απόφαση 

να είναι και η οριστική.


Κρατώντας όμως για τον εαυτό τους 

τον τελευταίο λόγο 

για τις πολύ σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις

που προκύπτουν κάποτε κάποτε στη φαμίλια τους.


...................


Και αυτό το "Κάνε κουμάντο, αγάπη μου"

διαρκεί συνήθως για πάντα,

μέχρι δηλαδή να την κοπανήσει ο ένας από τους 2...


Στη δικιά μας την περίπτωση "δραπέτευσε" 

πρώτος και καλύτερος ο μικρός Βασιλάκης.


Για να καταλάβεις πως αποτελούσε 

ένα από τα εμφαντικότερα μέλη 

αυτής της ιδιότυπης συνομοταξίας,

άκου το παρακάτω ενδεικτικό,

για κάποιους μπορεί "λεπτομέρεια",

όχι για μας, 

εμείς τα λέμε ψιθύρους...


Πρέπει να ήταν η τελευταία μέρα που μιλήσαμε.

Πριν βυθιστεί σ΄εκείνον τον λήθαργο πριν το οριστικό "τέλος", 

που (το΄παμε και θα το ξαναματαλέμε συνεχώς) 

δεν είναι το τέλος, Η ΑΡΧΗ είναι.


Εκείνη τη μέρα, τα είπαμε όλα.

Μόνοι μας, οι 2 μας.

Τις θύμησές μας...

Τα ευχαριστώ μας...

Τα συγγνώμη μας...

Να μην έχουμε χρεωστούμενα,

που θα μετανιώναμε αργότερα. 

 

Μέχρι που μου καρφώθηκε στον εγκέφαλο 

η ιδέα να πάρω ξανά εκείνον τον κέρινο Σταυρό, 

που είχαν όλα αυτά τα χρόνια "τα παιδιά"

να δεσπόζει κρεμασμένο 

πάνω από το προσκέφαλό τους.


Τον είχα φέρει από το Σεράϊ 

(τη Σκήτη του Αγίου Ανδρέα) το 2000,

τον καιρό που είχε εκεί πρωτοεγκατασταθεί 

ο αγιασμένος και μακαριστός πλέον Δικαίος, 

ο Γέροντας Εφραίμμε τα δικά του "παιδιά".

Εργόχειρο δικό τους ο Σταυρός μας.

Μοσχοβολάει απο τότε. 


Δεν είχα ακόμα φύγει από το σπίτι, βλέπεις,

κι ας ήμουνα κιόλας 30 χρονών γαϊδούρι.

Τ΄αδερφάκια μας ήταν ακόμα μαθητές μου στο σχολειό μας...


Και την επόμενη χρονιά όμως,

το καλοκαίρι που παντρεύτηκα,

Τον άφησα ακόμα εκεί να τους φυλάει,

πάνω από το κρεβάτι τους κρεμασμένο.


Δεν τόλμησα να Τον πάρω ούτε τότε,

παρότι Τον αγάπησα από τη στιγμή

που Τον πρωτόπιασα στα χέρια μου.


Για να καταλάβεις, 

τι ιστορία έχει αυτός ο Σταυρός για το σπιτικό μας,

στα είπα όλα αυτά.



Ξαναγυρνάμε πίσω στο μικρό Βασιλάκη μας...


Ήρθε εκείνο το πρωί η Μαρία

εκείνη η μικρομανούλα - άγγελος,

που μας έστειλε ο Θεός 

εκείνες τις δυσκολοεύκολες μέρες 

να μας συντρέξει ως νοσηλεύτρια,

ν΄αλλάξει τον ορό.


Έφυγε η Μαρία.

Στο τηλ η Σοφία η γιατρός μας

(άλλος άγγελος κι αυτή...)

μέσα σε όλες τις έγνοιες της

είπε πως θα περάσει το απόγευμα

όχι για να μας εξετάσει,

αλλά για να πιει εκείνον τον καφέ 

που της είχαμε εδώ και καιρό τάξει...

Ήξερε πως ο χρόνος τελειώνει

και με τον τρόπο της 

μάς προετοίμαζε σιγά σιγά.


[Χρόνια πριν, θυμήσου, 

πως κάποιος άλλος μας προετοίμαζε όλους μας, 

ο Άγιος Παππούς μας ο Παΐσιος...



Μείναμε και πάλι τα 2 μας.

Μέσα οι υπόλοιποι.

Και τα 2 μικρότερά μας

να τα μαζεύουν σιγά σιγά

και να΄ρχονται από τα Όρη και την ξενιτιά,

για να προλάβουν...


Στη θέση, στο καρφί που΄στεκε όλα αυτά τα χρόνια,

είχαμε βάλαμε τον ορό 

που τον κράταγε  ζωντανό 10 ολάκερες μέρες. 

Από τότε που κοινώνησε τον Χριστό 

και σταμάτησε να τρώει οποιαδήποτε τροφή.


Είπα θα του Τον ζητήσω:

"Πατέρα, μ΄ακούς;

(ήταν στο πλάι

και ήταν η τελευταία μέρα που στάθηκε στο πλάι).


"Πατέρα, να σου πω...

Να τον πάρω τον Σταυρό;"


Τον κράταγα στο αριστερό μου χέρι.

Με τ΄άλλο κράταγα το δικό του,

εκεί στα πολύχρωμα καθαρά σεντόνια 

που΄τυχε μέσα στις ατέλειωτες αλλαγές,

να΄χει βάλει η Βασιλεία

εκείνη τη μέρα.


Άνοιξε τα μάτια και με κοίταξε ο μικρός μου.

Αποκαμωμένος, αλλά με σιγουριά, μου΄πε:

"Ρώτα πρώτα τη μάνα σου!"

"Ποια μάνα μου, βρε άνθρωπε του Θεού;
Εσένα ρωτάω.
Να τον πάρω τον Σταυρό;
Θυμάσαι που Τον είχα φέρει από το Άγιο Όρος,
πολύ πριν πάει ο γιος σου ο μικρός εκεί.
Να Τον πάρω;
Τι λες;" 

"Ρώτα τη μάνα σου!"

"Άντε πάλι με τη μάνα μου...
Βρε, δικό σου είναι το σπίτι
και ό,τι έχει μέσα του.
Δικός σου κι ο Σταυρός.
Να τον πάρω;
Θα με σκάσεις...

(Πάντα του άρεσε να τον τσιτώνω λίγο.
Είχε ιδιαίτερο χιούμορ.
Ακόμα και τις λίγο προηγούμενες μέρες,
όταν τον ρωτάγαμε
βλέποντας τους μορφασμούς του, 
αν πονάει,
μας απαντούσε
"Ε, να μην πονάω κι εγώ λίγο;"
Και πόναγε πολύ.
Αλλά δεν μιλούσε...)

"Τι λες, Πατέρα;" μαλάκωσα ο μαλαγάνας.
Έχω την ευλογία σου να Τον πάρω;"


Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος του Θεού...

Του'σφιξα το χέρι. 
Σαν να χαμογέλασε λίγο...

"Να Τον πάρεις!",
μου λέει.

"Δόξα τω Θεώ!"
αναφώνησα πανηγυρικά.
Κι όχι από μέσα μου,
απ΄όξω.

Ο μικρός Βασιλάκης όμως, γελιέσαι.
 Δεν είχε τελειώσει ακόμα...

"Αλλά, ρώτα πρώτα τη μάνα σου!"




Ακόμα και την έσχατη στιγμή, 
ρε φίλε,
(3 μέρες μετά, 
θα πετούσε προς τα πάνω
από τα μάταια τούτα.
Αυτές οι 6 λέξεις
πρέπει να΄ταν 
οι τελευταίες λέξεις 
που ανταλλάξαμε...)
στο μυαλό του,
στην σκέψη του,
στο σώμα του
και στην ψυχή του
έρεε ανόθευτο
εκείνο το 
"Κάνε κουμάντο, αγάπη μου..."

Στ΄αλήθεια ζήλεψα
το προβατάκι αυτό του Θεού 
και είπα να μην το κρατήσω μονάχα για μένα.
Δεν υπάρχουν τέτοια μυστικά.
Μια οικογένεια είμαστε αφού...
Σας ζάλισα, 
μα τα΄πα και ησύχασα.-

 (Στο στιγμιότυπο,

ο μεγαλύτερος της οικογένειας 

παίρνει την ευχή του μικρότερου...) 


|"Αν θες να γίνεις μέγας, γίνε ο έσχατος..."|


      Τις ευχές και των 2 να έχετε όλοι σας..


[Χαρά μας θα είναι 
να βρεθείτε
όσες και όσοι θελήσετε και μπορέσετε
την Κυριακή της Τυρινής,
που΄ρχεται,
στο 40νθήμερο πανηγύρι μας!
Τα υπόλοιπα, 
αν αντέχετε,
 θα τα πούμε εκεί, 
στον καφέ 
που σίγουρα 
δεν θα'ναι "της παρηγοριάς"...]


ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ εκ νεκρών...


Γι΄αυτό ακριβώς,
 θάνατος ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.-


|σ.Βασιλείου Γουναρίδης.


1 σχόλιο: