...Ενώ ο πατέρας άπιστος, ήτανε, η μητέρα,
παντρεύτηκε με Του Χριστό την τιμημένη βέρα
«Βασίκο» τον φωνάζανε (μικρό Βασίλη τάξε)...
εμείς το μεταφράζουμε "Στη Βασιλεία φτάξε"!
Η μάνα το αρμίνευε να πάρει δρόμο άλλο
για τη ζωή του έτρεμε και φόβο 'χε μεγάλο
Του 'παίρνε Τ' Ευαγγέλιο το 'βαλε στα σκουπίδια
το μάζεψε και το 'ντυσε με των ματιών στολίδια
Το θάμπος του μικρού παιδιού, που βλέπει την τρομάζει
στα δώδεκα νυχθημερόν Λόγο Θεού διαβάζει
Έτσι Το Ευαγγέλιο όλο τ' αποστηθίζει
ριζώνει μέσα στην καρδιά και την ψυχή του ορίζει
Το παίρνει σαν το θησαυρό σε μιά σπηλιά το χώνει
γίνεται ο βράχος αγκαλιά μέσα του το κυκλώνει
Στην προσευχή του Ο Θεός με χάρισμα απαντάει
και ο νούς του ο ακίβδηλος στον ουρανό πετάει.
Σαν έγινε εικοσιενός, πρέπει να υπηρετήσει
στα σύνορα τον βάζουνε τη χώρα να τιμήσει
Μα εκείνος τέτοιο κάλεσμα θα το μεταποιησει
στις κακουχίες του βουνού σαν ασκητής να ζήσει
Κι όταν το χρέος του στρατού πίσω του το αφήνει,
υπόσχεση μιά εκκλησιά πως θα σηκώσει δίνει.
Με λάσπη και με μπάζα απλά, κι εικόνες την στολίζουν
χτίζει ναό εφτάτρουλο σε θρόνους να καθίζουν
Και κατεβαίνουν άγγελοι και ψέλνουνε αντάμα
γίνεται ο τόπος ουρανός με γόνατα και κλάμα
Του Αρχαγγέλου τ' όνομα τώρα τον καθορίζει
της Μότσαμετα η μονή το σχήμα του χαρίζει!
Ο μοναχός ο Γαβριήλ τραβά γραμμή στα πίσω
και ξεκινάει πόλεμο με μονομάχου ίσο
Του εξήντα πέντε έφτασε Άνοιξη ανθισμένη
και γίνεται ο Γαβριήλ φωθιά αλαμπασμένη
Κόκκινος Μάης κόκκινο το καθεστώς στο χρώμα
κόκκινο απ' το αίμα του έγινε και το σώμα
Μπρος σε χιλιάδες πρόβαλε μ' ένα μπιτόνι νέφτι
με την ομολογία του μεγάλο κάζο πέφτει
Καίει μες στην παρέλαση, του Λένιν την αφίσα
«Η δόξα ανήκει στον Χριστό!» τους μαρτυρά με λύσσα!
Η Κα γκε μπε τονε βουτά τον στέλνει εξορία
τον δέρνουν ανελέητα για αυτή την ιστορία
Ήξερε το μαρτύριο ετούτο του ταιριάζει
το δέχεται με υπομονή κι απείρως τους πειράζει!
Κρατά τα μάτια ανοιχτά όσο χωρεί ν' ανοίγουν
προσεύχεται χαρούμενα κι άναυδοι τον ξανοίγουν
Θα πρέπε να 'τανε νεκρός! Δεν το καταλαβαίνουν!
...που Αναστάσεις δεκατρείς και θαύματα συμβαίνουν!
Άλλη βουλή τους έπιασε, για να χωθεί σε μνήμα
χειρότερο απ' τη φυλακή είναι το άλλο βήμα...
Φάρμακα να τον στείλουνε στης τρέλας την αγκάλη
ψυχιατρείο ήτανε η φυλακή η άλλη
Εκεί κανείς δε γλίτωσε δεν είδε ήλιο μέρα
και σίγουρα δεν πάτησε από την πόρτα πέρα
Μόνο νεκρός από δεινά π' άρρωστοι σου κολλάνε
να φανταστείς δαγκώνανε τον ζωντανό να φάνε!
Ο Άγιος τους έλεγε τι σκέφτονται και επίσης
αυτά που θα του κάνανε ήταν διαόλου φύσης
Περίεργο τους φαίνονταν γιατροί 'ταν σα να λέμε
μα υπηρετούσαν το κακό και νιώθαν "κάπως φταίμε"
Μπροστά στα μάτια τους νικά ο Άγιος τη φύση,
τα φάρμακα εξαφάνιζε χωρίς να τ' ακουμπήσει!
Η σάρκα του δαμάζοταν, δεν λύγιζε η πίστη,
τον διώχνουνε για δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει
Άνθρωποι πιό καχύποπτοι ήτανε κι από πρώτα...
Ακόμα και οι κληρικοί του κλείσανε την πόρτα
Μα έχει αειλαμπή ψυχή, μάτια γεμάτα χάρη
και έχει τη Σαλότητα σα νύχτα με φεγγάρι
Φοράει το σαρκίο του με του τρελού τη σκέπη
και κρύβεται η αίγλη του λύρα χρυσή σε τσέπη
Ξυπόλυτος ρακένδυτος,
με μιάς κονσέρβας κλέος
ζητιάνος για Τον Κύριο γίνεται που 'χει χρέος
Ό,τι μαζεύει το σκορπά σε ελεημοσύνη,
ζει μες στα κοιμητήρια...
Ωω, πόση ακτημοσύνη!
Τον μεθυσμένο ντύνεται. κρασί το ράσο βρέχει,
Να τον υποτιμήσουνε στον έπαινο ν' απέχει!
Τι κι αν τον φτύναν άνθρωποι ,
κι αν τον υποτιμούσαν...
οι άγγελοι στον ουρανό κρυφά τον προσκυνούσαν
Κάποτε είδαν φανερά μέσα σε Φώς να μπαίνει
και κατάλαβαν βέβαια απ' την ψυχή του βγαίνει!
Τα ζώα τον ακούγανε, πουλιά τον συντροφεύαν
οι δαίμονες περίτρομοι μακριά απο κείνον φεύγαν!
Μες στο Σαμτάβρο θα βρεθεί δίπλα στην Άγια Νίνα
είναι η μονή που θα τον βρείς αν φτάσεις στην Τυφλίδα
Κόσμος τον επισκέπτεται , φωτιά βάζει στο κρύο
το μαύρο βάφει ολόλευκο και γίνεται ιατρείο
Εκεί ο Άγιος Γαβριήλ πυρσός είναι αγάπης,
όσους τονε πλησιάζαν τους έβγαζε απ' τη λάσπη
Διάβαζε όλες τις καρδιές σα' να 'τανε βιβλίο,
έσκαβε μέσα στην ψυχή μ' αγάπης εργαλείο
Τα λόγια του 'θελε
Ο Θεός να 'ναι παντού γραμμένα
«Αγάπη όταν δεν κρατάς...όλα είναι χαμένα»
Η μάνα του στα ύστερα κοντά του θα προσφύγει
και γίνεται καλόγρια κι ως Άννα έχει φύγει...
Το σώμα του βασάνιζε βαριά υδρωπικία,
δεν ζήτησε απ' Το Θεό δική του ευκολία
Το αίμα του που βγάζανε γιατροί σ' ένα δοχείο,
έμεινε ζέον κι άφθαρτο, Ωω πόσο μεγαλείο!!
Δυό του Νοέμβρη έφυγε, σε ψάθα τον τυλίξαν
σε δεκαεφτά δεν άντεξαν χρόνους και τον άνοιξαν!
Άφθαρτα είχε λείψανα, μ' άρωμα από μυρσίνη
και τόσα που δε γίνεται μιά αίσθηση να κρίνει!
Ρομφαία είσαι Γαβριήλ σπαθί της Γεωργίας
και για τον κόσμο ολόκληρο μιά δάδα σωτηρίας...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου