Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2018

~ Γιάκωβος...Όταν διαβάσεις την ιστορία του, θα καταλάβεις γιατί από απόψε & πέρα δεν θα μπορείς να τον βγάλεις από την προσευχή σου...

Ένας δικός μας άνθρωπος, 
ένας από τους "συν αυτώ"...
Τα έμαθε από τον Αν. αυτά τα "κόλπα"...
Εκείνο το βράδυ μέσα στα στενά στο κέντρο, είναι αλήθεια, πως σκιάχτηκε λιγάκι...
Σ΄εκείνο το αλλιώτικο Athens by night...

Ειδικά όταν ο Αν. άνοιξε το πορτμπαγκάζ και κάλεσε τους άστεγους και τους αναγκεμένους, αρκετούς από τους οποίους γνώριζε με τ΄όνομά τους...

Ανάμεσά τους κι αρκετοί εξαρτημένοι (από τότε έμαθε να τους διακρίνει με την πρώτη ματιά...), να έρθουν να δοκιμάσουν και να πάρουν κάποιο από τα ζευγάρια των παπουτσιών που΄χαν γεμίσει ασφυκτικά το μικροσκοπικό του αυτοκίνητο...

Τέτοιες βραδιές σαν και τούτες ήταν. Είχε ξεκινήσει το τσουχτερό κρύο, ειδικά για κείνους, που την βγάζουν τη νύχτα έξω, κάτω απ΄τα αστέρια.

Εκείνος, σαν γνήσιος κομπάρσος, 

μοίραζε στους ανθρώπους τις μπουγάτσες και τις τυρόπιτες, 
που με τα χέρια της είχε φτιάξει η Αλ.
Χωρίς μιλιά.
Δειλά δειλά από τότε δοκίμασε κι εκείνος να έρχεται πιο κοντά με αυτές τις ταλαιπωρημένες ψυχές.

Ποτέ του δεν το μετάνιωσε.

Μια τέτοια βραδιά ήταν και η αποψινή.

Έξω από το πολυκατάστημα, από τα μεγαλύτερα και πιο φιλικά της πρωτεύουσας.

Τον είχε ξαναδεί δυο - τρεις φορές, αλλά δεν είχαν ανταλλάξει πάρα μόνο λίγες κουβέντες.

Βιαζόταν βλέπεις ο ένας απ΄τους δυο, ο άλλος καθόλου.

Απόψε όμως δεν μπόρεσε να τον προσπεράσει έτσι απλά.

Τον ρώτησε μπαίνοντας:

- Θυμήστε μου τ΄όνομά σας!

- Γιάκωβος.

- Τι να σας φέρω από μέσα κ. Ιάκωβε; Κάτι να φάτε. Να πιείτε;
(Είχε σκύψει από πάνω του.

Τον κοίταξε ο Γιάκωβος. Έριξε μια ματιά και στην βρώμικη τσάντα, που΄χε δίπλα του).
- Μου έφεραν φαγητό, παιδί μου. Μην κάνεις τον κόπο.

- Μα, δεν γίνεται! Κάτι πρέπει να σας φέρω.

- Καλά, αφού επιμένεις.

(Ανασήκωσε λίγο την πλάτη του από την βάση του τοίχου. 
Τον κοίταξε ευθεία στα μάτια).
Να εκεί, στους καφέδες, έχει κάτι κουτάκια με νεσκαφέ. 
10 έχει μέσα. Αν μπορείς. Αυτόν πίνω.
Τον χαιρέτησε, χωρίς να τον αποχαιρετήσει.

Του έκανε εντύπωση.

Θα μπορούσε να του ζητήσει ό,τι θέλει.

Αφού είδε πως η διάθεση του άλλου ήταν "ό,τι θες"...

Ένα κουτάκι νεσκαφέ! 

(Με 10 φακελάκια μέσα...)
Τα είπε με 2 λόγια στην γυναίκα του.

Τον ένιωσε εκείνη.
(Πάντα τον νιώθει...)
Πήγαν κατευθείαν στους καφέδες.
Πήρε το κουτί στα χέρια του.
1,25 ευρώ (!!!)
Το άφησε και πήρε δύο πακέτα. 

(Με 20 φακελάκια το καθένα μέσα...)
Τα έβαλε στο καροτσάκι και ξεκίνησαν για τα δικά τους ψώνια.
Πλήρωσε, τα βάλανε στις σακούλες και αφήνοντας την σύζυγό του να περιμένει με το καροτσάκι γεμάτο, πήγε κατευθείαν προς τον Γιάκωβο.

"Έρχομαι αμέσως, αγάπη μου!"

- κ. Ιάκωβε, τα έφερα!

- Τι είναι αυτά παιδί μου; Δυο πακέτα μεγάλα; 

Και σοκολάτα; Δεν έπρεπε να ξοδευτείς...
- Μήπως έχεις ζάχαρο, κ. Ιάκωβε; Κάνει να φας γλυκό πράγμα;
- Κάνει. Δεν είμαι διαβητικός. Σε ευχαριστώ!

- Τι άλλο πρόβλημα υγείας έχεις, κ.Ιάκωβε;

- 7 μπαλονάκια μου έχουνε βάλει...

- Στην καρδιά; (Ε, που στο μυαλό; σκέφτηκε αμέσως μόλις πρόφερε την λέξη. Αλλά το΄χε ήδη πει το "μαργαριτάρι"...)

- Τελευταία φορά τις προάλλες, στις 11 Ιουνίου. Θυμήθηκα τα παλιά και δεν άντεξα. Σωριάστηκα χάμω, εδώ πιο πέρα. Με μάζεψαν και με πήγαν στο Σισμανόγλειο. Είχα 5. Μου΄βαλαν άλλα 2 μπαλονάκια. 4 μέρες έμεινα μέσα.

- Τι θυμήθηκες, κ.Ιάκωβε; 

(Δεν βαστάς να μην τον ρωτήσεις.
Τον βλέπεις πως θέλει να τα πει.
Να τα βγάλει σε κάποιον. 
Ακόμα κι αν εκείνος είναι πάλι βιαστικός...)
- Είμαι από την Κύπρο.

Ήμουνα 18 χρονώ.
Με άλλους 221 λοκατζήδες.
Βγήκαμε μπροστά στον Τούρκο.
Με πέτυχαν.
Άσχημα...
Πρόσωπο, πόδι, πλευρά και σ΄άλλα σημεία...
Ήμουνα όλος μια πληγή.
Ξύπνησα στην Αθήνα.
Στο 401.
4 μήνες...
Δεν είχα μύτη...
(Άρχισε να δείχνει τα σημάδια του. 
Ο άλλος τα΄χει δει. 
Δεν θα μπορούσε να μην...
Αλλά δεν ήθελε να το δείξει).
- Και σου κάνανε πλαστική; 

- Ναι, αλλά αποτυχημένη, όπως βλέπεις.

(Δίκιο έχει. Στο πρόσωπό του δεσπόζει κάτι σαν μύτη. Γύρω της καμένα σημεία. Τίποτα απ΄αυτά όμως δεν τον κάνει αποκρουστικό. Ίσα ίσα...)
- Οικογένεια δεν έκανες, κ.Ιάκωβε...

(Βιάστηκε πάλι!)
- Αγάπησα μια γιατρίνα! 

(Έλαμψαν τα μάτια του!)
Εκείνη με περιποιήθηκε όλους εκείνους τους μήνες! 
Με στήριξε...
Μου έδωσε ελπίδα...
- Της το΄πες ποτέ;

- Και βέβαια της το΄πα! Και εκείνη, παρά τα χάλια μου, με ...παντρεύτηκε!
Πρώτη μου φορά, που άρχισα να βλέπω Θεού πρόσωπο... 
Πιάσαμε ένα σπιτάκι στον Άγιο Μελέτη.
Και μετά ήρθε το παιδί...
Ο Γιαννάκης μας!
(Χείμαρρος από εκεί και μετά ο Γιάκωβος...)
Είχε ένα σπίτι η Δέσποινα στο χωριό.
Είπαμε να το πουλήσει στον αδερφό της.
Μου είπε να κάτσω εγώ και να πάει με το παιδί. 
16 χρονώ ήτανε ο Γιώργος μου...
( Ωχ! Άμα άκουσε το "ήτανε", 
ένα σφίξιμο στην καρδιά του τον έπιασε τον "δικό μας"...)
- Και;

- Είχε μεγάλη κακοκαιρία.

Με πήραν τηλέφωνο.
Της είπα να κάτσει και να΄ρθουνε την άλλη μέρα. 
Ήθελε όμως να΄ρθει!
Να μην μείνουν το βράδυ εκεί.
Να΄ρθουν σε μένα!
Σε μια κλειστή στροφή έφυγε τ΄αμάξι...
Έπιασε φωτιά!
Η Δέσποινα έφυγε την ίδια στιγμή.
Ο Γιώργος μας μετά από 8 μέρες...
- Και από τότε μόνος, κ.Ιάκωβε;

(Ν΄αλλάξει γρήγορα συζήτηση! 
Να τον πάρει από εκεί...
Και να μην του δείξει πόσο σοκαρίστηκε ακούγοντάς τον).
- Μόνος.

Σε μια στιγμή έμεινα χωρίς γυναίκα.
Χωρίς παιδί.
Χωρίς χαρτιά.
Χωρίς συμβόλαια.
Χωρίς λεφτά.
Μου πήρανε και το σπίτι.
- Και πως την βγάζεις από τότε; Χρήματα;

- Έπαιρνα σύνταξη 1200 ευρώ. "Ανάπηρος πολέμου".
- Τι "ανάπηρος πολέμου", κ. Ιάκωβε; Ένας "Ήρωας πολέμου" είσαι! Ένας ΗΡΩΑΣ κανονικός!
- Μου την έκοψαν!

- Στην έκοψαν; Και πόσα παίρνεις τώρα;

- 180 ευρώ (!!!)

Πέρασε ένα παλικάρι δικηγόρος.
Είπε θα με βοηθήσει.
Είχα όλα τα χαρτιά.
Τα καταθέσαμε στο Υπουργείο Αμύνης.
Μας κάλεσαν τώρα, στις 26 Σεπτεμβρίου και μου είπαν πως ...χάσανε τον φάκελο με τα χαρτιά μου...
Και να κάνω υπομονή, γιατί η απόφασή τους θα βγει θετική, λέει...
Και θα με ειδοποιήσουν, είπανε.
Σήμερα 12 του μηνός, κι ακόμα τίποτα.
(Σκυφτός ακόμα όλη ετούτη την ώρα ο "συναυτώ"... Σαν σε λήθαργο... Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι!
Τι να πρωτοχωνέψει;
Την ίδια στιγμή όμως σκέφτηκε το "Έρχομαι αμέσως, αγάπη μου!")
- Αχ, συμπάθα με, κ. Ιάκωβε!

Χάθηκα μαζί σου.
Πρέπει να πάω. Με περιμένουνε.
- Ω! Δεν ήξερα... Φεύγα! Φεύγα, παλικάρι μου!

- Φεύγω. Θα΄ρθω μόνος όμως να τα πούμε οι δυο μας. Τι ώρα έρχεσαι εδώ;

- Το πρωί στις 10 και φεύγω το βράδυ κατά τις 8...

- Έγινε, κυρ-Ιάκωβε! Να ξέρεις θα περάσω μια απ΄αυτές τις μέρες...

- Θα σε περιμένω...



(Αν το διάβασες όλο ετούτο το κατεβατό μέχρις εδώ, καταλαβαίνεις πια γιατί απ΄την αρχή σου είπαμε πως ο Γιάκωβος δεν γίνεται να βγει ξανά από τις προσευχές που κάνουμε για τους δικούς μας ανθρώπους...

Γιατί, ο Γιάκωβος έγινε πλέον ένας απ΄αυτούς...)
~ Τελευταία σκέψη:

Αν φεύγαμε απόψε απ΄αυτόν τον κόσμο την ίδια στιγμή...
εγώ, εσύ και ο Γιάκωβος...
Τι θα ζητούσε από τον καθένα μας ο Κριτής Χριστός, για να μας περάσει στη Βασιλεία 

Συνεχίζεται (;)