Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Βασιλική Παπαδημητρίου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων ταξινομημένων κατά συνάφεια για το ερώτημα Βασιλική Παπαδημητρίου. Ταξινόμηση κατά ημερομηνία Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

"...Μου λέει: "Την Δευτέρα θα πεθάνω..." Λέω: "Τι ώρα παππού;" Λέει: 10.10... Και μου λέει να ειδοποιήσω τον υποτακτικό του που έμενε στην Ιβήρων ότι θα πεθάνει και αυτός την ίδια μέρα. "θα φύγουμε μαζί..." Ε λέω, τι θα του πούμε τώρα; Θα του πούμε, θα τον πάρουμε τηλέφωνο να του πούμε ότι την Δευτέρα θα πεθάνεις; Όχι μπρε, λέει...|Το γεροντάκι που γύρναγε μεθυσμένο στο Αγιονόρος και όλοι το απεύφεγαν, εκτός από τον Άγιο Παϊσιο...

 

 

|αφηγείται ο Μητροπολίτης Λεμεσού. Αθανάσιος...


"Είχε στο Άγιον Όρος ένα ρώσο μοναχό.

Ο καημένος μεθούσε.

Τον μάζευαν από τους δρόμους.


Τον πρόλαβα και εγώ αυτόν.

Τον κορόϊδευαν οι κοσμικοί 

όταν τον έβλεπαν μεθυσμένο καμιά φορά.


Πηγαίναμε στον Άγιο Παΐσιο και λέγαμε 

τι θα γίνει γέροντα με αυτό τον άνθρωπο, 

πάει και στο λεωφορείο που έρχεται ο κόσμος

 και τον βλέπουν μεθυσμένο.


Ήμουν και εγώ σκανδαλισμένος μαζί του.


Κοίταξε μας λέει, 

μην σκανδαλίζεσαι, 

αυτό το γεροντάκι είναι ενάρετο, 

αλλά να τι συμβαίνει.


Επειδή είναι γέρος 

και κάνει πολύ κρύο 

και δεν έχει ξύλα να ζεσταθεί ο καημένος,

πάει και πίνει λίγο κρασί, 

πίνει, 

πίνει κρασί να ζεσταθεί 

και από το πολύ κρασί 

μεθά κιόλας.


Να τον βλέπεις με συμπάθεια,

έχει αρετή.


Και ξέρετε αυτό το γεροντάκι,

πράγματι ήταν όπως έλεγε ο γέροντας (Παΐσιος), 

διότι ενώ ήταν περιφρονημένος 

και όλοι τον αποφεύγαμε 

και μάλιστα είχε στο Άγιον Όρος κάτι ξυλάδες 

και του έλεγαν κάτι επίθετα ξέρω γω, 

έτυχε να έρθει στο μοναστήρι μας 

να γηροκομηθεί τις τελευταίες μέρες 

και αυτό το γεροντάκι 

προέβλεψε τον θάνατο του.


Θυμάμαι ήταν Σάββατο 

και είχα περάσει από εκεί 

στο γηροκομείο που είχαμε στο μοναστήρι 

και τον φροντίζαμε 

και μου λέει:

"Την Δευτέρα θα πεθάνω..."


Λέω: 

"Τι ώρα παππού;"


Λέει 10.10 με το βυζαντινό 

δηλαδή την ώρα του εσπερινού, 

είναι γύρω στις 4 απογευματινή.


Λέω καλά.


Και μου λέει 

να ειδοποιήσω τον υποτακτικό του 

που έμενε στην Ιβήρων 

ότι θα πεθάνει και αυτός την ίδια μέρα.

"θα φύγουμε μαζί..."


Ε λέω, τι θα του πούμε τώρα;

Θα του πούμε, 

θα τον πάρουμε τηλέφωνο να του πούμε 

ότι την Δευτέρα θα πεθάνεις;


Όχι μπρε, λέει.

Αυτός ήταν και ρώσος.


"Όχι μπρε.

Να πεις να ετοιμαστεί να φύγουμε,

να έρθει να συγχωρεθούμε,

να του δώσω την ευχή μου,

να μου δώσει την ευχή,

να φύγουμε."


Ε τέλος πάντων,

πράγματι του είπαμε ότι 

"Ξέρεις,

ο γέροντας λέει 

ότι θα πεθάνετε την Δευτέρα..."


 Εκείνος ήταν ρουμάνος.

Άλλος απλός εκείνος.


Λέει ναι, αλήθεια;

Να έρθω να πάρω την ευχή του γέροντα.

 Ασπάστηκαν, φιλήθηκαν.

Λέει "τι ώρα θα πεθάνουμε";

Η ώρα 10.


Πέρασε το Σάββατο.


Εξομολογήθηκε το Σάββατο,

κοινώνησε την Κυριακή,

κοινώνησε την Δευτέρα.


Το μεσημέρι ξαναπαίρνω.


Λέω 

"Παππού θα φύγεις;"

Λέει 

"Ακόμα δεν είναι 10."


Χτύπησε για τον εσπερινό 

και εγώ έμεινα πάνω.


Ο παππούλης ήταν στο κρεβάτι, 

γεροντάκι και άρχισε να ψυχορραγεί.


Όταν τελείωσε ο εσπερινός,

άνοιξε τα μάτια του 

και τα χέρια του 

και λέει.


"Νάτο το Παναγία!"


Και αμέσως πέθανε.


Είδε την Παναγία μπροστά του 

και η Παναγία πήρε την ψυχή του.


Αυτού του ανθρώπου παιδιά,

που οι άλλοι τον έβλεπαν σαν μπεκρή...


 |Απομαγνητοφώνηση. 

Σημεία των καιρών|


πηγή


|μας το έστειλε η εκ των "συν αυτώ",

Βασιλική Παπαδημητρίου


(δες παρεμπιπτόντως πόσες όμορφες αναρτήσεις 

μας έχει χαρίσει η Βασιλική!

εδώ...)


Κυριακή 14 Ιουνίου 2020

* Έχουμε δυο γυναίκες, μία για δουλειές και μία ...

 «Μοιάζουμε καμιά φορά» λέει ο παππούς Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης , «με τους ανθρώπους που παντρεύονται μία κοπέλα για να την έχουν στο σπίτι για τις δουλειές, κι έχουν και μίαν άλλην για να την απολαμβάνουν. 
Έτσι κι εμείς, έχουμε την Εκκλησία, τον Χριστόν, αλλά ευχαριστιόμαστε με το ένα και το άλλο». 
Μετανοήσαμε τύποις, στα χαρτιά, έτσι κάπως συμφεροντολογικά, έχοντας τώρα τον Χριστό να μάς κάνει τα ρουσφέτια μας σε καμία απ’ τις δουλίτσες μας. 
Δε ψάχνουμε απόλαυση σ’ Αυτόν, όχι βέβαια, έχουμε δικές μας απολαύσεις. 
Κάναμε τον ίδιο τον Ιησού Χριστό, τον Υιό του Θεού και Θεό, κλητήρα μας, θυρωρό γενικών καθηκόντων, κουβαλητή του φακέλου του ρουσφετιού μας στη γραμματεία του 3ου ορόφου. 
Ένας Χριστός για τις δουλειές μας. 
«Ο φάκελος πήγε, Χριστέ; Α, μην αργήσει ξανά!»

{από την Βασιλική Παπαδημητρίου}

Σάββατο 11 Μαΐου 2024

"...Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε και έτρωγε, σιγά σιγά, για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του...

 

               

"Πριν λίγα χρόνια είχα έναν φίλο 

που πέθανε η μάνα του απότομα, 

από καρδιά.


 Ήταν περίεργο παιδί 

και δεν έκλαψε καθόλου,

 ούτε με το πρώτο σοκ, 

ούτε μετά - στις εκκλησίες 

και στους τάφους.


 Ήταν κλειστός σαν πέτρα, 

γιατί την αγαπούσε πολύ.


Το βράδυ 

που έφυγαν οι επισκέπτες από το σπίτι

(σχεδόν τους έδιωξε), 

εξαντλημένος άνοιξε το ψυγείο. 


Σε ένα τάπερ βρήκε γεμιστά. 

Τα είχε μαγειρέψει η μάνα του 

μια μέρα πριν πεθάνει.


Έκατσε στο τραπέζι μόνος, 

και σαν υπνωτισμένος άρχισε να τρώει. 


Ένιωσε κάτι υπόκωφο να του χτυπάει τ' άντερα: 

η οικειότητα αυτής της γεύσης. 

Το ρύζι, 

η ντομάτα, 

το συγκεκριμένο λάδι, 

ο συγκεκριμένος άνηθος - 

αυτό το μείγμα 

που ανήκε αποκλειστικά στη μάνα του.


Τότε μόνο τον πήραν τα κλάματα. 


Έκλαιγε και έτρωγε, 

σιγά σιγά, 

για να μην τελειώσουν γρήγορα τα γεμιστά του.

Μέχρι που τέλειωσαν..."

    

 [αναζητείται αυτή ή αυτός που έγραψε αυτήν υπέροχη ιστορία. 

Αν κάποιος γνωρίζει, μας το λέει...]


[επί του πιεστηρίου, 

κυριολεκτικά όμως...

Πριν προλάβουμε να ζητήσουμε, η εκ των "συν αυτώ" Βασιλική Παπαδημητρίου μας αποκάλυψε πως πρόκειται για κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου 

από το βιβλίο του "Ας φυσά τώρα"...]


πηγή: π.Παντελεήμων Κρούσκος  

|εμείς από τη Νίκη Μακρή, εκ των "συν αυτώ"...


Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

☆ Πως να ήταν στην πραγματικότητα η μορφή του Αγίου Νικολάου; |αντί δώρου στους εορτάζοντες / αρχή α(μ)φιερώματος...]

 Το πρόσωπο του Αγίου Νικολάου όπως το φανέρωσε η ιχνογραφική ανάπλαση των οστών τού προσώπου του, με την μέθοδο της υπερσκελετικής αναπλάσεως των μαλακών μερών της κεφαλής...


Καταδεικνύεται ότι η τέχνη της Ορθόδοξης Αγιογραφίας είναι μυστηριακή, διότι βλέπουμε το πως διασώζεται και πόσο ομοιάζει με τις εικόνες του, η μορφή του Αγίου.


... 20 Μαίου του 1087, τα ιερά λείψανα τού Αγίου, φθάνουν στην πόλη Βάρη (Bari) της Ιταλίας, διαρπασμένα από τους Λατίνους, με το πρόσχημα ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν τα Μύρα της Λυκίας.
Ο Άγιος, σταματά να μυροβλύζει.
Μέχρι το έτος ( ; ) που είχαν την ιδέα να τον ντύσουν,
αντί με Λατινικά άμφια που τον έντυναν κάθε χρόνο,
με Ορθόδοξα.
Ο Άγιος άρχισε και πάλι την μυροβλυσία, η οποία πιστοποιήθηκε και από τον καθηγητή της ανατομίας στο πανεπιστήμιο του Μπάρι, Λουΐτζι Μαρτίνο, και τον βοηθό του, ιατρό, Αλφρέντο Ρουγγέρι.
...................................................................................................
Αφιερωμένα όλα αυτά, σε όσους δεν θα πιστέψουν τίποτα·
με την υπόμνηση πως βρίσκονται σε καλό δρόμο· διότι όπως λέει ο Χριστός ...σε θέλω ή ψυχρό ή ζεστό... τους χλιαρούς, θα τους εμέσω (θα τους κάνω εμετό!)
Αποκάλυψη 3:15-19

Georgios Kakis Konstantinatos


[εις επίρρωσιν των παραπάνω στοιχείων:

Έτσι είναι! 
Εικόνα του Αγίου φερμένη από τή Μικρά Ασία ...

(από την "συν αυτώ", Βασιλική Παπαδημητρίου)


~ Σχόλιο στην fb αναδημοσίευση του π. Παντελεήμονα Κρούσκου από τον Hariton Haritonidis:                                      Αυτή η αναπαράσταση μας οδηγει σε ένα ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ συμπέρασμα... Ο Άγιος Νικόλαος είναι ένας από τους παλαιότερους Αγίους του 3ου αιώνα. Κοιμήθηκε το 330 μΧ... Οι περισσότερες αγιογραφίες του είναι 9 - 10 αιώνων μεταγενέστερες και βρίσκονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Σε ανατολή και δύση - βορρά και νότο. Και διαπιστώνουμε ότι όλες είναι ΠΙΣΤΟΤΑΤΕΣ στην πραγματική μορφή του! Τι σημαίνει αυτό; Ότι η αγιογραφική παράδοση είναι πολύ αυστηρή. 'Εχει αξία τεκμηρίου. Αυτό νομίζω ότι λέει πολλά γενικότερα για την παράδοση...                                                                                |πρωτοδημοσιεύσαμε στις 6 /12 / 2021









Παρασκευή 9 Απριλίου 2021

[Γίνεται μια δισύλλαβη αόριστη λεξούλα να κουβαλάει τόσον πόνο; Γίνεται....“Εκεί”. ]

 Οι παππούδες μου, Αλέκος και Βασιλεία ήταν από τη Μικρά Ασία.


Ήρθαν από τη Σμύρνη με την καταστροφή.

Σε πλοίο στοιβαγμένοι -από τους τυχερούς- η οικογένεια της μικρούλας τότε γιαγιάς, με τον στρατό για να μην τον στρατολογήσουν οι Τούρκοι, παλικαράκι, ορφανός και μόνος, ο παππούς.
Γνωρίστηκαν κι ερωτεύτηκαν στην πόλη μου με το βλέμμα, στην κοινή αυλή όπου έβλεπαν τα χαμοκαμαράκια τους· κάθε οικογένεια είχε από ένα για σπίτι.
Ο παππούς της εξομολογήθηκε τον έρωτά του με ένα σημείωμα κάτω από μια πέτρα.
Παντρεύτηκαν.
Η ζωή τους ήταν δουλειά, δουλειά και δουλειά.
Χτίσαν σπιτάκι, με πλυσταριό και αυλή με λουλούδια, έκαναν παιδιά πολλά.
Σαν πρόσφυγες ένιωσαν στο πετσί τους και το ρατσισμό των Ελλαδιτών. Κι ας μην “έδιναν δικαίωμα” που λέμε.
Μα δε μίλησαν ποτέ γι αυτά. Λέξη. Μιλούσαν ελάχιστα έτσι κι αλλιώς.
Ούτε για τη χαμένη πατρίδα μιλούσαν.
Καμιά φορά μόνο έλεγαν, μέσα σε μιαν άλλη φράση, τη λέξη: “Εκεί”.
Γίνεται μια δισύλλαβη αόριστη λεξούλα να κουβαλάει τόσον πόνο; Γίνεται.
Η αξιοπρέπεια συχνά ζυμώνεται με σιωπή, αντοχή, και μια γλυκιά σοφία. Τα βράδια, μετά τη δουλειά της ημέρας η γιαγιά έπαιρνε το πλεχτό της κι έβγαινε να καθίσει με τις γειτόνισσες στο πεζοδρόμιο μπροστά απ’ τις αυλίτσες τους.
Έλεγαν καμιά κουβεντούλα για την ημέρα τους.
Μόλις όμως ακουγόταν κάποιο κουτσομπολιό, η γιαγιά η Βασιλεία έλεγε: “Συγγνώμη έχω να μαγειρέψω”, ή όποια άλλη δουλειά σκαρφιζόταν, κι έφευγε.
Αυτό το μάθημα της το χρωστάω.
Έρχονταν στο σπίτι μας θυμάμαι, τα μεσημέρια της Κυριακής, για φαγητό. Η καλύτερή μας.
Η γιαγιά με κάτασπρα μαλλάκια κότσο και την καλή της ρομπίτσα, ο παππούς μ ένα λεβέντικο γιλέκο κι ένα ρολόι με αλυσίδα κρεμασμένο, που του είχε χαρίσει η μάνα μου και πολύ το καμάρωνε.
Κάθονταν στον καναπέ -αργούσε ακόμα η ώρα του τραπεζιού- και μου έλεγαν: “Θα μας βάλεις εκείνη την πλάκα;” Η πλάκα ήταν ένας δίσκος βινυλίου με μικρασιάτικα τραγούδια. Τον άκουγαν σιωπηλοί, πιασμένοι χέρι χέρι. Ολόκληρο. Κάθε φορά.
Ο μεγάλος γιός της γιαγιάς μου, ο θείος μου, έφυγε ξαφνικά ένα καλοκαίρι.
Εκεί που ήμασταν όλοι μαζεμένοι στο σπιτάκι των παππούδων, ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο.
Κάποιος το σήκωσε και είπε μόνο: “Ο Κώστας;”.
Έψαξαν τη γιαγιά μέσα στο χαμό, για τόσο λίγο. Πού ήταν; Έτρεξαν προς το αυτοκίνητο, έγιναν αστραπή κι έφτασαν εκεί σε ελάχιστα λεπτά.
Όταν έφτασαν, την βρήκαν εκεί, ακίνητη, πεσμένη πάνω στον Κώστα της.
Ανεξήγητο πώς, τα πονεμένα ποδαράκια είχαν σπάσει το φράγμα του ήχου. Αλήθεια. Την σήκωσαν, όταν τον πήραν.
Ο παππούς ήταν ήδη άρρωστος, στο κρεβάτι. Δεν του το είπαν. Όλοι υποκρίνονταν ότι όλα ήταν όπως πάντα.
Μόνο που η γιαγιά χανόταν για λίγο, μυστήριο που πήγαινε.
Έπειτα από λίγο ανακάλυψα ότι ανέβαινε στο πλυσταριό, έκλαιγε, σκούπιζε τα δάκρυα και κατέβαινε χαμογελαστή να φροντίσει τον Αλέκο της.
Τόσα πολλά, τόσες εικόνες, μα φτάνουν αυτά. Νομίζω απλά ήθελα να γράψω για κάτι όμορφο. Ανθρώπινο.
............
Σας αντιγράφω και δυο στιχάκια που έχω γράψει για κείνους:

Κόρη, αδερφή, γυναίκα,
έπειτα μάνα
και γιαγιά...
Μικρά λευκά χεράκια, απλή και καθαρή καρδιά
Γαρυφαλάκια η ανάσα σου,
βαμβάκι τα μαλλιά.
Για Εκεί..
Για Τότε τα χείλη σφραγισμένα
Κάτι ταξίδια σιωπηλά μονάχα
κάνατε πιασμένοι χέρι χέρι
ο Αλέκος σου κι εσύ.
Πίσω από μια κιτρινισμένη φωτογραφία
η λέξη σου ακόμα με βουρκώνει
"Προσφυγούλα"
(για τη γιαγιά μου)
..........
"Εκεί" λέγανε
οι πρόσφυγες παππούδες.
Δυο συλλαβές μονάχα
και μετά σιωπή.
Καθώς το βλέμμα χανόταν
σ' αγαπημένους τόπους
μέσα τους, εκεί βαθιά.
"Εκεί" και σήμερα
βαθιά μου αν ψηλαφήσω
ουλή μνήμης προγονικής
που δακρύζει ακόμη...

Σάββατο 19 Μαρτίου 2022

" - Κύριε, δεν είμαι βαφτισμένη, και θέλω τόσο πολύ να βαπτιστώ! Μπορείτε να με βοηθήσετε;" |Η συγκλονιστική αληθινή ιστορία της αβάπτιστης Μαρίας, που μαλακώνει κάθε καρδιά...


Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΜΙΑΣ ΜΑΝΑΣ



« Τα παιδικά μου χρόνια χωρίς ιδιαίτερα βιώματα από εκκλησιαστική ζωή.
Στη διάρκεια των σπουδών μου, ένταξη στο χώρο της δογματικής αριστεράς, η οποία – τουλάχιστον τότε – περιλάμβανε στο ¨πακέτο¨ και τη μαχητική αθεΐα.
Με κλονισμένη την πίστη, γνωρίζω έναν ομοϊδεάτη συνάδελφο και παντρεύομαι….
Γεννιέται η κόρη μας με σπάνιο-σοβαρότατο καρδιολογικό πρόβλημα.
Μεγάλος πόνος, που δίνει και τη χαριστική βολή στα τελευταία ψίχουλα της πίστης μου.

Πώς να χωρέσει το μυαλό μου ότι αυτό το πανέμορφο λεπτεπίλεπτο πλάσμα έχει μόνο μερικούς μήνες ζωής;
Στο κόμμα μου λένε:
Τα βλέπεις; Πού είναι ο Θεός;

Φυσικά το παιδί μας δεν το βαφτίσαμε και ήμασταν περήφανοι με τον πατέρα του ότι σταθήκαμε συνεπείς στις αρχές μας.
Του δώσαμε το όνομα Μαρία, όταν το δηλώσαμε στο ληξιαρχείο.

Παρά τις προβλέψεις η Μαρία δε «φεύγει» στους πρώτους μήνες. Μεγαλώνει με το πρόβλημα της καρδούλας της, με μαρτυρικές κρίσεις άπνοιας, με επιπλοκές.
Συμβαίνει όμως κάτι το θαυμαστό.
Παρόλο που ζούσε σε μαχητικά αθεϊστικό περιβάλλον, είχε μια ανεξήγητη πίστη στο Θεό, μια ηρεμία, μια καρτερικότητα.
Αντί να τη στηρίζουμε εμείς, μας στήριζε εκείνη!

Οκτώ ετών η Μαρία, και σε μια απέλπιδα προσπάθεια θεραπείας την πάμε στην Αμερική.
Εκεί απλώς επιβεβαιώνεται ότι η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη.
Γυρίζουμε πίσω χωρίς καμιά πλέον ελπίδα.
Όμως το ταξίδι δεν πήγε τελείως χαμένο, γιατί εκεί γνωρίσαμε μια ομάδα Ελλήνων μεταπτυχιακών φοιτητών, που ήταν συνειδητοί χριστιανοί.
Ήταν εθελοντές στον νοσοκομείο.
Μας συμπαραστάθηκαν, και το κυριότερο, ανάπτυξαν μια πολύ δυνατή φιλία με τη Μαρία μας.
Εγώ κι ο άντρας μου τους βλέπαμε με συμπάθεια και κατανόηση.
Δεν μας φαινόταν «φυσιολογικό», άνθρωποι με τέτοια μόρφωση να θρησκεύουν.

Γυρίζοντας στην Ελλάδα η Μαρία συνεχίζει να προσεύχεται και να χαίρεται, όταν η γιαγιά της την πηγαίνει στην Εκκλησία.
Πάει στο γυμνάσιο, Άριστη μαθήτρια. Γλυκύτατο πλάσμα.
Εγώ, μ΄ένα μόνιμο μαχαίρι στην καρδιά!
Κάποια μέρα στο σχολείο, σε μια ελεύθερη συζήτηση στο μάθημα των θρησκευτικών, μπροστά σε όλα τα παιδιά, λέει στο θεολόγο:
- Κύριε, δεν είμαι βαφτισμένη, και θέλω τόσο πολύ να βαπτιστώ! Μπορείτε να με βοηθήσετε;

Άφωνος ο καθηγητής.
Τα παιδιά την πειράζουν:
Καλά εσένα σου δώσανε το όνομα όπως στα σκυλάκια!
Όχι. τους είπε.
Οι γονείς μου με σεβάστηκαν και μου είπαν να επιλέξω εγώ πότε θα βαπτιστώ.
Και τώρα το θέλω πάρα πολύ!

Ο θεολόγος με καλεί στο σχολείο και δειλά με ρωτάει, αν έχω αντίρρηση για τη βάφτιση.
Σκίζεται η καρδιά μου στα δύο.
Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήμουν η αιτία να είναι πικραμένο το κοριτσάκι μου, που ποτέ δεν μου είχε ζητήσει τίποτε.
Και τώρα – μέσω του καθηγητή της - μου ζητούσε μόνο να βαφτιστεί!
Πώς μπορούσα να είμαι τόσο εγωίστρια και εγκλωβισμένη σε ιδεολογίες;
Γυρνάω σπίτι, την αγκαλιάζω κλαίγοντας και της υπόσχομαι ότι θα βαπτιστεί όσο πιο γρήγορα γίνεται.
Παρακάμπτοντας θαυματουργικά τη λυσσαλέα αντίρρηση του πατέρα της, βαφτίζεται, σ΄ένα μυστήριο που συγκλόνισε τους λίγους παριστάμενους.
Έφτιαξε μόνη της τη λιτή λαμπάδα της,
απάγγειλε το «Πιστεύω», συμμετείχε…

Δύο χρόνια μετά η Μαρία είναι στα 14 και η υγεία της επιδεινώνεται ραγδαία.
Λόγω πνευμονικής υπέρτασης παθαίνει κρίσις με συνεχείς αιμοπτύσεις.
Ένας μαρτυρικός μήνας στο Ωνάσειο με εξανεμισμένες όλες πια τις ελπίδες.
Το παιδί γαλήνιο, καρτερικό, προσευχόμενο.
Κι εγώ απογοητευμένη απ΄όλες τις ιδεολογίες και τα πολιτικά σχήματα, απλώς είμαι δίπλα της, χωρίς να μπορώ να κατανοήσω, από πού αντλεί δύναμη.
Οι γιατροί σηκώνουν τα χέρια ψηλά.
Η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Την παίρνω σπίτι.
Το ήθελε και η ίδια.
Οι αιμοπτύσεις συνεχίζονται.
Εγώ δίπλα της, μόνο να κλαίω μπορούσα, όταν κοιμόταν.
Σε μια έντονη αιμόπτυση μου λέει:
- Μανούλα, όταν γίνεται κάτι πολύ κακό, ο Θεός δίνει κάτι πολύ μεγάλο. Κι εγώ τώρα περνάω κάτι πολύ κακό, αλλά ο Θεός μου ετοιμάζει κάτι πολύ μεγάλο!

Δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε!
ώρα 11 το βράδυ, 12 Νοεμβρίου 1995.
Μια νέα αιμόπτυση την εξάντλησε.
Δύσπνοια και δυσφορία.
Η Μαρία μου σταυροκοπιόταν.
Εγώ παρακαλούσα (δεν ξέρω ποιόν) να μην βασανίζεται άλλο.
Στις δύο τα ξημερώματα παθαίνει εγκεφαλικό.
Γέρνει το κεφαλάκι της και αλλοιώνονται τα χαρακτηριστικά της.

Βλέποντάς την να έχει χάσει κάθε επαφή με το περιβάλλον, ουρλιάζω:
- «Δεν υπάρχει Θεός; Πού είναι ο Θεός;»
Και τότε ανοίγει τα μάτια της, μου ρίχνει ένα κουρασμένο, γαλήνιο βλέμμα και ψιθυρίζει:
- Μαμά υπάρχει Θεός!
Και ξανακλείνει τα μάτια της για πάντα, στην αγκαλιά μου.
Στην αγκαλιά του Θεού, ξεκούραστη πια, βαφτισμένη!

Δεν θα περιγράψω την πορεία μου μετά.

Η Μαρία μου έγινε η πνευματική μου μητέρα, ο άγγελος που μεταμόρφωσε την οικογένειά μου, η μεσίτριά μου στον Ουρανό.

Αυτή με βοήθησε να αναστηθώ από τον πνευματικό μου θάνατο.

Από τότε η ζωή μου, μόνο με θαύμα μπορεί να παρομοιαστεί.

Οι δωρεές του Θεού τόσο πλούσιες, που δεν τις αντέχω….»

(Ξανθίππη)

πηγή


|μας έστειλε η "συν αυτώ" συνεργάτιδα μας, Βασιλική Παπαδημητρίου, την οποία και πάλι υπερευχαριστούμε...