Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Συμεών Κραγιόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχιμανδρίτης Συμεών Κραγιόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

☆ Ο πόνος φέρνει στην ψυχή περισσότερη ωφέλεια από οτιδήποτε άλλο... |Δες μέσα σε όλ΄αυτά τα ανεξερεύνητα για εμάς τους αδαείς και ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ του πόνου, όπως το έγραψε ο μακαριστός † π. Συμεών Κραγιόπουλος...



Ο πόνος φέρνει στην ψυχή 

περισσότερη ωφέλεια από οτιδήποτε άλλο. 


Μέσα μας, το θέλουμε δεν το θέλουμε, 

το καταλαβαίνουμε, δεν το καταλαβαίνουμε, 

έχουμε πολλή φιλαυτία –

φιλαυτία σημαίνει αγάπη στον εαυτό μας – πολύ εγωισμό.


Όσο κι αν προσπαθεί κανείς με την προσευχή του 

ή με άλλους τρόπους να ξεφύγει από τον εαυτό του 

και να δοθεί στον Χριστό, 

δεν είναι εύκολο να το κάνει, 

διότι λυπάται τον εαυτό του, 

αγαπά τον εαυτό του 

και δεν αντέχει να τον ζορίσει, 

να τον κουράσει παραπάνω 

από όσο δέχεται ο εαυτός του.

 

Είναι δηλαδή σαν τον γιατρό: 

όσο καλός γιατρός κι αν είναι κάποιος όταν χειρουργεί άλλους,

 εάν υποθέσουμε ότι θα θελήσει να κάνει 

έστω και μια μικρή επέμβαση στον εαυτό του –

να αφαιρέσει, π.χ., ένα ξένο σώμα που μπήκε στο πόδι του 

ή να καθαρίσει μια πληγή – 

δεν θα τα καταφέρει· 

καθώς θα βλέπει ότι κόβει τον ίδιο τον εαυτό του, 

το χέρι του δεν θα είναι σταθερό, 

θα αρχίσει να τρέμει κτλ. 

Μόνος του κανείς δεν σφάζει τον εαυτό του.

 

Έτσι και με την προσευχή. 

Όσο κι αν προσευχηθούμε, 

δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τον εαυτό μας. 


Ο Θεός βέβαια ακούει την προσευχή μας· 

όμως το θέμα δεν είναι αν μας ακούει ο Θεός. 


Το θέμα είναι πόσο εμείς δίνουμε τον εαυτό μας στον Θεό,

πόσο όντως απαρνούμαστε τον παλαιό άνθρωπο, 

πόσο απαρνούμαστε τον εγωισμό μας, 

την υπερηφάνειά μας, 

τη φιλαυτία μας. 


Αυτό είναι κάτι που στοιχίζει, 

και δεν το κάνει εύκολα ο άνθρωπος. 


Όταν όμως έρθει ο πόνος, 

ο οποιοσδήποτε πόνος, 

είτε σωματικός είτε ψυχικός, 

είναι αλλιώς.

 

Όταν λοιπόν έρχεται ο πόνος, 

καθόλου δεν μας ρωτάει. 


Δεν παίρνει την άδειά μας, 

για να εμφανισθεί ούτε ποτέ θα μας ρωτήσει: 

«Θέλεις να σε πονέσω λίγο παραπάνω, 

λίγο πιο βαθιά ακόμη;

Θέλεις να σε ζορίσω λίγο περισσότερο;» 

Δεν θα μας πει ποτέ έτσι ο πόνος. 

Έρχεται, μας πονάει, χωρίς να μας λογαριάζει. 

Όταν όμως κάνεις προσευχή 

ή οποιαδήποτε άλλη αρετή, 

την κάνεις όσο θέλεις 

και ως εκεί που θέλεις. 

Και μετά μπορεί να πεις: 

«Δεν μπορώ άλλο». 


Αν ήταν στο χέρι σου, και για τον πόνο έτσι θα έλεγες:

«Φθάνει τόσο· δεν μπορώ άλλο να πονώ». 


Όμως, δεν είναι στο χέρι σου ούτε σε ρωτάει ο πόνος.

Συνεχίζει να σε πονάει κι άλλο κι άλλο… 


Αν ήταν στο χέρι σου,

θα άντεχες μια δυο μέρες και μετά θα έλεγες: 

«Τώρα άλλο δεν μπορώ· ας σταματήσω». 

Ο πόνος όμως μπορεί να πάει όχι δυό μέρες 

αλλά δυό μήνες·

μπορεί να πάει δυό χρόνια, 

μπορεί να πάει πολύ.

 

Ο πόνος λοιπόν σαν άλλο αλέτρι 

μπαίνει μέσα στην ύπαρξή σου 

–είτε ως σωματικός είτε ως ψυχικός πόνος– 

και σε οργώνει αλύπητα, 

χωρίς καθόλου να σε ρωτάει. 


Ακόμη κι αν σφαδάζεις, 

ακόμη κι αν βογγάς κι αν τσιρίζεις 

και ό,τι άλλο κι αν κάνεις από τον πόνο, 

δεν σε ρωτάει καθόλου. 


Πονάς χωρίς όρια. 


Εδώ είναι το μυστικό τώρα. 

Εάν δεν παραπονείσαι, καθώς πονάς, 

εάν δεν γογγύζεις, 

εάν, όσο μπορείς, άσχετα αν βογγάς, 

κάνεις υπομονή 

και λες «να ‘ναι ευλογημένο, Θεέ μου», 

θα βγει πολύ καλό για την ψυχή σου.

 

Πώς θα γίνει αυτό; 

Καθώς πας να βογγήξεις και σου έρχεται να πεις «αχ», 

εσύ αντί να πεις «αχ», να πεις: 

«Να ‘ναι ευλογημένο, Θεέ μου». 


Και να είναι μεν ένα βογγητό, 

αλλά που να σημαίνει «να ‘ναι ευλογημένο»· 

σαν να λες δηλαδή: 

«Ξέρεις, Θεέ μου, ότι πονώ πολύ. 

Ξέρεις ότι θα ήθελα να σταματήσει ο πόνος, 

αλλά όπως θέλεις εσύ. 

Ας μη γίνει το δικό μου θέλημα». 


Εάν λοιπόν κάπως έτσι κανείς σκέπτεται και ενεργεί, 

όταν έχει πόνο, 

εάν μια τέτοια στάση παίρνει, 

τότε ο πόνος βγάζει πολύ καλό, 

γιατί, όπως είπαμε, 

σαν το αλέτρι πηγαίνει βαθιά 

και βγάζει τις ρίζες των παθών.

 

Άλλο είναι σε κάποιον κήπο 

να πας να κόψεις πάνω-πάνω τα χόρτα 

και άλλο είναι από βαθιά να βγάλεις τις ρίζες τους. 

Οργώνει την ψυχή ο πόνος, 

οργώνει την καρδιά και τα κάνει μέσα σου όλα άνω κάτω.

 Χαλούν και εγωισμοί 

και υπερηφάνειες και φιλαυτίες· 

χαλούν όλες αυτές οι αμαρτωλές καταστάσεις. 


Γιατί όλα αυτά βαθιά μέσα μας είναι σαν ένα κάστρο, 

σαν ένα οχυρό, που με τίποτε δεν λέει να γκρεμιστεί. 

Αλλά, όταν μπει ο πόνος, τι θα κάνουν; 

Πρέπει όμως κανείς, όπως είπαμε, να πάρει αυτή τη στάση:


 «Να ‘ναι ευλογημένο, Θεέ μου, 

αφού εσύ θέλεις να πονώ, αφού εσύ το επιτρέπεις».

 

Παρακαλώ, 

όλους τους πόνους να τους βάλουμε μέσα σ’ αυτά που λέμε· 

μη βγάλετε κανέναν απ’ έξω. 

Ακόμη κι αν από ένα λάθος σου πονάς, ακόμη, αν θέλετε, 

κι αν από μια αμαρτία σου πονάς, 

και αυτόν τον πόνο να τον βάλεις μέσα σ’ αυτά που λέμε. 


Και αυτός ο πόνος μπορεί να μπει 

μέσα στην ευλογία του Θεού, 

όταν μετανοείς για την αμαρτία σου, 

όταν μετανοείς για το λάθος σου, και λες: 

«Καλά να πάθω, Θεέ μου. 

Τέτοιος που ήμουν, τέτοια έκανα· καλά να πάθω. 

Να ‘ναι ευλογημένο το όνομά σου. 

Να ‘ναι ευλογημένος ο πόνος που μου στέλνεις». 


Οπότε, μπαίνουν όλοι οι πόνοι μέσα σ’ αυτά που λέμε, 

και κανένας δεν εξαιρείται, κανένας δεν μένει απ’ έξω.

 

Όταν λοιπόν υπομένουμε και, 

αντί να παραπονιόμαστε, 

αντί να κλωτσάμε, 

αντί να αντιδρούμε, 

ευλογούμε τον Θεό, 

δοξάζουμε τον Θεό, 

δείχνουμε, δηλαδή, με τη στάση μας αυτή στον Θεό 

ότι, αφού εκείνος έκρινε πως ήταν καλό να έρθει ο πόνος,

εμείς, λέγοντας «να ‘ναι ευλογημένο», 

είμαστε έτσι αναπαυμένοι, 

τότε όντως το αλέτρι αυτό του πόνου 

ξεθεμελιώνει μέσα μας ό,τι υπάρχει εκεί, 

που δεν θα το ξεθεμελίωνε τίποτε άλλο. 


Γκρεμίζει όλο αυτό το οχυρό που είναι εκεί μέσα· 

μπαίνει στα θεμέλιά του, 

τα ανατινάζει όλα στον αέρα 

και δεν αφήνει τίποτε.

 

Και έρχεται η χάρη του Θεού, 

έρχεται η ευλογία του Θεού, 

την οποία νιώθει κανείς, 

όταν περάσει ο πόνος. 

Πιο πολύ τότε την καταλαβαίνει. 


Γι’ αυτό, αν κατά τη διάρκεια του πόνου 

ίσως δεν βλέπεις αυτή την ευλογία, 

μην απογοητεύεσαι. 

Δεν είναι εύκολο τότε να τη δεις. 


Όταν περάσει ο πόνος, 

τότε θα νιώσεις την ευλογία του Θεού, 

τότε θα δεις και θα νιώσεις τη χάρη του Θεού 

και θα πεις κι εσύ όπως ο καθένας: 

«Αχ, Θεέ μου, πόσο καλό βγήκε από αυτόν τον πόνο! 

Αχ, Θεέ μου! 

Αν δεν έφερνες έτσι τα πράγματα, 

ώστε να πονέσω όπως πόνεσα, 

ποτέ δεν θα ερχόταν αυτό το καλό στην ψυχή μου. 

Ποτέ δεν θα ευλογούσες έτσι την ψυχή μου· 

ποτέ δεν θα ταπεινωνόμουν, 

όπως τώρα ταπεινώνομαι μπροστά σου. 

Ποτέ, Θεέ μου, δεν θα πίστευα εγώ, 

έτσι όπως πίστεψα τώρα. 

Ποτέ δεν θα μάθαινα την υπομονή, 

όπως την έμαθα· 

ποτέ δεν θα ένιωθα τη γλυκύτητα αυτή, 

που νιώθω τώρα. 

Και για όλα αυτά αιτία είναι ο πόνος».

 

Με τον πόνο ξεθεμελιώνεται μέσα στην ψυχή του ανθρώπου

κάθε ρίζα εγωιστική, 

κάθε ρίζα σκληρή· 

φεύγουν αυτά, 

και μένει ο άνθρωπος με την ευλογία του Θεού 

και είναι ταπεινός. 

Έχει και αυτό το καλό ο πόνος. 


Όταν ευλογηθείς κάτω από άλλες συνθήκες, 

υπάρχει κίνδυνος να υπερηφανευθείς. 

Αλλά όταν ευλογηθείς, 

αφού πονέσεις, και πονέσεις μάλιστα πολύ, 

τότε δύσκολα υπερηφανεύεσαι. 

Ταπεινώνεσαι, 

συντρίβεσαι, 

λιώνεις. 

Γίνεσαι στάχτη ενώπιον του Θεού.




|Από το βιβλίο: † π. Συμεών Κραγιοπούλου, 

«Το μυστήριο του πόνου»

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2010, σελ. 22 (απόσπασμα)


|εμείς από την εκ των "συν αυτώ", Εύα Βαρσάμη


  (πρωτοδημοσιεύτηκε κάπου μέσα στο 2022...)




Κυριακή 31 Αυγούστου 2025

✔ «Βολεύεσαι με το να λες: «Ε, εγώ δεν είμαι άξιος…» Να αντέξεις όσο χρειάζεται να αντέξεις. Θα σε βοηθήσει ο Κύριος, διότι μαζί με τον πειρασμό έρχεται και η έκβαση... |Αρχιμ. Συμεών Κραγιόπουλος †

 



Αλλά να επανέλθουμε. 


Για σκεφτείτε τώρα 

να είχαμε την τόλμη να δούμε τον εαυτό μας, 

να τον αναγνωρίσουμε, ας πούμε, 

να αισθανθούμε -καλύτερα ας πω έτσι- 

τον εαυτό μας μεταξύ αυτών ακριβώς 

οι οποίοι υπάρχουμε σ’ αυτόν τον κόσμο 

και μας περιμένουν και οι της Παλαιάς 

και οι της Καινής Διαθήκης, 

που είναι στον ουρανό.


Να δούμε τον εαυτό μας ανάμεσα σ’ αυτούς 

για τους οποίους έχει προβλέψει ο Θεός κάτι καλύτερο· 

όχι σε σύγκριση με εκείνους οι οποίοι έφυγαν· όχι.


Αλλά καθώς ξέρουμε 

ότι ο Θεός θα δώσει αυτό το καλύτερο τελικά 

σε όλους τους σεσωσμένους, 

πρωτίστως να σκεφτούμε 

αυτούς οι οποίοι βρίσκονται στον ουρανό 

και δεν έχουν ακόμη αυτό το παραπάνω, το οριστικό, 

γιατί ο Θεός ακριβώς δεν θέλει να τελειωθούν, 

να έχουν το τέλειο, το απόλυτο, 

το όλο χωρίς εμάς, 

οι οποίοι ζούμε ακόμη 

και μας έχει στον νού του ο Θεός 

και μας ετοιμάζει.


Για σκεφτείτε να βάλουμε τον εαυτό μας 

μέσα σ’ αυτή την ομάδα των ανθρώπων! 

Δεν τολμούμε να το κάνουμε. 


Μοιάζει δηλαδή ότι πολύ εγωιστές θα είμαστε, 

άμα το κάνουμε. 


Νομίζουμε ότι είμαστε ταπεινοί, 

όταν θα αρχίσουμε να λέμε: 

«Πω πω…! 

Εμείς δεν είμαστε άξιοι γι’ αυτό. 

Πού να πλησιάσουμε εμείς! 

Πού να είναι για μας έτσι τα πράγματα!»


Και νομίζουμε ότι είμαστε ταπεινοί, 

ότι έχουμε φόβο Θεού 

και ότι έτσι παίρνουμε σωστή στάση. 

Δεν είναι καθόλου έτσι. 

Βολεύεσαι με το να λες: 

«Ε, εγώ δεν είμαι άξιος, εγώ δεν είμαι γι’ αυτά». 

Και με αυτόν τον τρόπο ξενοιάζεις. 


Δεν αισθάνεσαι να έχεις καμιά υποχρέωση ιδιαίτερη 

απέναντι στον Θεό και ξενοιάζεις.


Και να, 

ζεις την κοσμική σου ζωή 

και έχεις και μια ελπίδα σωτηρίας, 

επειδή έχεις μια κάποια θρησκευτικότητα 

και μια κάποια σχέση με τον Θεό.


Για σκεφτείτε τώρα να το δούμε το όλο θέμα 

και λίγο μέσα σ’ αυτό το πνεύμα: 


Ότι μας περιμένουν στον ουρανό· μας περιμένουν. 

Ακόμη και ο ληστής, 

που του υποσχέθηκε ο Κύριος 

πάνω στον σταυρό τον παράδεισο, 

περιμένει.


Από την Αποκάλυψη και από τον στίχο αυτό 

της προς Εβραίους επιστολής 

βγαίνει καθαρά αυτό το συμπέρασμα: 


Οι άγιοι, που είναι μέσα στο φως του Θεού, 

μέσα στη χάρη του Θεού, 

μέσα στον παράδεισο 

και απολαμβάνουν τα αγαθά του παραδείσου, 

μας περιμένουν και εμάς.


Φυσικά, εδώ εννοεί ο απόστολος Παύλος 

και μπορούμε να το εννοούμε 

και εμείς ότι μας περιμένουν, 

καθώς θα είμαστε οι τελευταίοι 

εδώ στη στρατευομένη Εκκλησία. 

Αν δεν είμαστε οι τελευταίοι 

και πάμε στον ουρανό πριν τη δευτέρα παρουσία, 

θα περιμένουμε και εμείς εκεί. 

Μακάρι να μας αξιώσει ο Θεός να πάμε εκεί, 

κι ας περιμένουμε.


Να μη δειλιάσεις. 

Να αντέξεις.

Αλλά έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία 

να τα σκεφτούμε όλα αυτά 

και να θελήσουμε να βάλουμε τον εαυτό μας 

μέσα στο ποίμνιο του Θεού, 

μέσα σ’ αυτούς ακριβώς που ετοιμάζει ο Θεός· 

τους ετοιμάζει και αυτούς να μαρτυρήσουν. 


Μην πάει το μυαλό μας ότι θα μαρτυρήσουμε, 

σώνει και καλά, όπως μαρτύρησαν οι μάρτυρες, 

που έχυσαν το αίμα τους.


Δεν ξέρω εσείς τι νομίζετε, 

τι φρονείτε, 

πως το έχετε καταλάβει, 

αλλά προσωπικώς κάπως έτσι το καταλαβαίνω: 

Μερικές φορές πολλά πράγματα σε σουβλίζουν 

ίσως περισσότερο από το σούβλισμα το υλικό, 

περισσότερο από τις φωτιές τις υλικές που καίνε. 

Είναι κάποιες φωτιές που καίνε 

και κάποια σπαθιά πνευματικού, 

ας πούμε έτσι, περιεχομένου, 

που σουβλίζουν και κόβουν.

Και αυτό είναι πραγματικό μαρτύριο. 


Να το καταλάβουμε και να το δεχθούμε, 

ότι για να σωθούμε θα μαρτυρήσουμε· 

δεν γίνεται αλλιώς. 

Εάν δεν νιώσεις μέσα στην ψυχή σου ότι μαρτυρείς, 

δεν θα γίνεις του Χριστού.


Κάνουμε λάθος, όταν αποφεύγουμε το μαρτύριο, 

όταν γυρίζουμε πίσω. 


Γι’ αυτό είπαμε ότι φυτοζωούμε, 

ότι έχουμε φτηνή πίστη, 

γι’ αυτό είπαμε ότι είναι άχαρη 

η όλη σχέση μας με τον Θεό: 

επειδή ακριβώς δεν θέλει να μαρτυρήσει κανείς, 

δεν θέλει να ματώσει μέσα του.


Αυτή η απάρνηση του εαυτού σου, 

αυτή η υποταγή στον Θεό, αυτό, 

το να μη δειλιάσεις είναι το μαρτύριο. 


Έρχονται μερικές φορές έτσι τα πράγματα 

που σε φοβίζουν, 

και όμως δεν πρέπει να δειλιάσεις, 

να φοβηθείς, 

αλλά να έχεις μια τόλμη μέσα σου 

έχοντας την πίστη στον Χριστό 

και να αντέξεις.

Να αντέξεις όσο χρειάζεται να αντέξεις. 

Θα σε βοηθήσει ο Κύριος, 

διότι μαζί με τον πειρασμό έρχεται και η έκβαση· 

δεν αφήνει ο Θεός να πάθουμε περισσότερα 

από όσα μπορούμε να σηκώσουμε σ’ αυτό τον κόσμο.


Θα αντέξουμε όμως μόνο με αυτή την πίστη· 

όχι απλώς σαν ανθρωπάκια, 

που έχουν βάσανα σ’ αυτόν τον κόσμο, 

και αρχίζουμε και λέμε: 

«Είναι δύσκολη η ζωή, είναι σταυρός η ζωή· 

να, προσπαθούμε να αντέχουμε». 

Το λέμε όμως απλώς καθώς ζούμε μέσα στη ζωή και, 

θέλουμε δεν θέλουμε, θα υποφέρουμε. 

Όχι έτσι, αλλά ως πλάσματα του Θεού, 

ως τα πλάσματα εκείνα που ο Θεός τα διάλεξε.

Είμαστε βαπτισμένοι -προσέξτε το αυτό. 

Είναι σαν να αρνείσαι το βάπτισμα, 

σαν να αρνείσαι ότι είσαι στην Εκκλησία, 

ότι υπάρχει η Εκκλησία, ότι είσαι μέλος της, 

όταν αρχίσεις να ξεφεύγεις από δω και από κει, ή λες: 

«Αυτά δεν είναι για μένα, είναι για άλλους».


Εφόσον είμαστε βαπτισμένοι, 

εφόσον μας κάλεσε ο Κύριος,

 εφόσον είμαστε ακριβώς στην πορεία αυτή 

προς τη Βασιλεία του Θεού 

- δεν ήρθε η ώρα μας ακόμη· είμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο- 

να έχουμε τον νου μας ότι στον ουρανό μας περιμένουν.


Όσο πιο γρήγορα θα τελειώσουν, 

όσοι πρέπει ακόμη να τελειώσουν, 

τόσο καλύτερα. 

Μπορεί μετά από μας να πάει αιώνες ακόμη ο κόσμος 

- δεν ξέρουμε· ο Θεός τα ξέρει αυτά τα πράγματα…


               |Αρχιμ. Συμεών Κραγιόπουλος † 

 

  |εμείς από τον εκ των "συν αυτώ", Σπύρο Κοντογούρη


   ♡ "αμΦ." ΥΓ:

   Η πρώτη ολοκαίνουρια καρτούλα μας μετά από καιρό!

 Με αγωνία και χαρά θα περιμένουμε πλέον για αρχή κάθε Κυριακή (Μέρα του Θεού) και για όσο θέλει ο καλός Θεός, τις νέες κάρτες, που ήδη από σήμερα ξεκίνησε να Φτιάχνει ξανά για μας, η ίδια ανώνυμη ψυχούλα που σκάρωσε όλες εκείνες τις ατελείωτες, που χαιρόμαστε να βλέπουμε εδώ και χρόνια κάθε πρωινό στις 6...

   Δεν είναι πολύ όμορφη είδηση;

   [Για όσους δεν γνωρίζουν, όλες μαζί οι κάρτες μας τις βρίσκουμε, εκεί στα αριστερά στην ετικέτα "Μικρά"!!!

   Η σημερινή ήταν η πανηγυρική πρώτη της νέας εσοδείας...]


Παρασκευή 29 Αυγούστου 2025

☆ "Ἀκόμη μιά φορά βλέπουμε, στήν περίπτωση τῆς κάρας τοῦ Τιμίου Προδρόμου, πώς ὁ Θεός πολλές φορές ἀφήνει τά θεῖα πράγματα νά μπερδεύονται μέ τά ἀνθρώπινα, νά ἐμποδίζονται ἀπό τά ἀνθρώπινα. Ξεχασμένη ἡ ἁγία κάρα πολλά χρόνια· ...

 



...ἀκόμη βρέθηκε σέ χέρια μή ελαβν σως, 

σέ χέρια αρετικν.


πως ταν πμε στούς γίους Τόπους, 

γιά νά μπομε νά προσκυνήσουμε στό μέρος 

που εναι πέτρα που πατοσε Κύριος 

λίγο πρίν ναληφθε στούς ορανούς, 

πρέπει νά πληρώσουμε 

καί πολλές φορές νά παρακαλέσουμε τούς μουσουλμάνους 

πού τά φυλάγουν ατά.


Καί ν εναι τσι, Θεός τά φήνει τσι. 


Μεγάλο μυστήριο κρύβεται μέσα στήν λη πόθεση!


Πότε Θεός θά κούσει, 

πότε καί πς θά νεργήσει, 

τί θά κάνει, 

ατό εναι θέμα δικό του. 


μς δέν πρέπει νά μς πασχολε ατό.

Θεός ζητάει πό μς πλήρη μπιστοσύνη..."


            π. Συμεών Κραγιόπουλος

 

|εμείς από την εκ των "συν αυτώ", Ελένη Διαμαντοπούλου