Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 3 Μαρτίου 2025

“Σώπα ευλογημένε είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει!” |Όταν ο Παπαδιαμάντης έχασε την ψυχραιμία του...




  Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς πήγαινε για αγιασμό 
ή Ευχέλαιο σε σπίτια χριστιανών. 
Κάποια φορά βρέθηκε στο Κολωνάκι 
(με τον Παπαδιαμάντη που του έκανε τον ψάλτη) 
τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσαν. 

Και κατεβαίνει από ένα αρχοντικό σπίτι -οι ζητιάνοι μεταξύ τους το λέγανε:
«Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Πάμε και μεις».
Και ήτανε στην ουρά, μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος 
που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα -κούτσα 
και του λέει, παπά δώσε μου. 
Και ότι είχε στη τσέπη του ο Άγιος τα έβγαλε και τα έδωσε.
 
Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει:
– Παπά πρόσεξέ τον, γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
– Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, 
αυτός κάνει το γύρο του τετραγώνου 
από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, 
και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει μπροστά στον Άγιο. 
Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς και τα δίνει. 

Θύμωσε ο Παπαδιαμάντης και του λέει:
– Παπά!!
– Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.

Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο. 
Εκεί, τα 'χασε, έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει:
– Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου; 
Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις. 
Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα, τα ίδια σκέρτσα κάνει.

Και του λέει:
– Σώπα ευλογημένε, είναι ο Χριστός 
και μας δοκιμάζει.
Ο Χριστός, ο Κύριος όλων, το είπε ξεκάθαρα: 
«Ο,τι κάνατε σε έναν από τους ελάχιστους αδελφούς μου, το κάνατε σε μένα» 
(Ματθ. 25, 40). 
Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

☆ Κάποιο Σαββατόβραδο του 1891, πήγε για πρώτη φορά ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε αγρυπνία στον Άγιο Ελισσαίο...

 

 

...Είχε συστάσεις από τον πατέρα Νήφωνα 

ότι εκεί τελούνταν οι καλύτερες αγρυπνίες 

με το παλιό, 

ορθόδοξο αγιορείτικο τυπικό.


Το σπουδαιότερο για τον κυρ Αλέκο, 

μετά την ανακάλυψη του αγίου Ελισσαίου 

και τη συμμετοχή του στις αλησμόνητες αγρυπνίες,

 ήταν η γνωριμία του με τον αγαθό ιερέα του ναού,

 τον παπά - Νικόλα Πλανά.


Επρόκειτο πραγματικά 

για μια αποφασιστική στιγμή της ζωής 

του μεγάλου διηγηματογράφου 

και πιστού τέκνου της Εκκλησίας, 

που άφησε ανεξίτηλα χαραγμένη τη μορφή 

και το χαρακτήρα του στην ψυχή του...


~ Δημήτριος Φερούσης



|Αναρτήθηκε από π.Γεώργιος-Προσκυνητής

|εμείς από εδώ...


Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2023

"Στο Χριστό στο κάστρο" - Σοφία Χατζή |Αποτυπώματα - Τα πρόσωπα πίσω από το βιβλίο

Στη σειρά Αποτυπώματα η Σοφία Χατζή μιλά για το υπέροχο χριστουγεννιάτικο βιβλίο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη "Στο Χριστό στο κάστρο", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άθως.

Το διήγημα μας ταξιδεύει στη χειμωνιάτικη Σκιάθο, όπου μία παρέα τολμηρών χωρικών μαζί με τον ιερέα τους ετοιμάζονται να ταξιδέψουν παρά τον άσχημο καιρό για να σώσουν δύο συμπατριώτες τους, που αγνοούνται. 

Καλά Χριστούγεννα, λοιπόν, μαζί με τους ναυαγούς... 

Ένα από τα ωραιότερα χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, με τη θεατροποιημένη απόδοσή του σε ηχητικό δίσκο με κεντρική αφηγήτρια τη Σοφία Χατζή και πρωταγωνιστή τον Κωνσταντίνο Μπίσαλα και την μουσική του Στέφανου Δορμπαράκη.

 Την έκδοση εμπλουτίζουν κείμενα του φιλολόγου Κώστα Γανωτή και κοσμούν τα έργα του ζωγράφου Χρήστου Κεχαγιόγλου. 

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνονται κείμενα άλλων λογοτεχνών προς τιμήν του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, όπως του Κώστα Βάρναλη, του Ανδρέα Καρκαβίτσα και του Λάμπρου Πορφύρα.

Βρείτε το βιβλίο εδώ: https://bit.ly/31yCrHZ

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

☆ Και κάπου εδώ ο Παπαδιαμάντης κάνει κωλοτούμπες μέσα στον τάφο του...

 

      ~ γράφει ο Tilemachos Chormovitis

 

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού συνηθίζεται τα τελευταία χρόνια να παίρνουν κλασικά βιβλία 

και να τα μεταφέρουν στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, 

αλλάζοντάς τους κυριολεκτικά τα φώτα 

για να ταιριάζουν στην εποχή της πολιτικής ορθότητας 

και της woke παράνοιας. 

Αυτή η μόδα φαίνεται πως ήρθε και στην Ελλάδα 

και πρώτο θύμα της είναι 

ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς που έβγαλε η χώρα μας, 

ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.


Στην ταινία "Φόνισσα" 

σε σκηνοθεσία Ευας Νάθενα 

και σενάριο Κατερίνας Μπέη, 

η σύνθετη χριστιανική προβληματική του Παπαδιαμάντη 

πάνω στην φύση του Κακού 

καταντάει ένα απλοϊκό, 

μίσανδρο, 

καταγγελτικό παραμυθάκι, 

ένα woke σπλάτερ 

ιδανικό για να ενθουσιάσει τις υστερικές φεμινίστριες του twitter. 


Οι δημιουργοί της ταινίας έχουν κάνει 

κοπτοραπτική στο βιβλίο, 

προσθέτοντας και αφαιρώντας στοιχεία κατά το δοκούν, 

ώστε να εξυπηρετήσει το ορθοπολιτικό ιδεολογικό μήνυμα 

που θέλουν να περάσουν. 


Έτσι, το χωριό όπου ζει η Φόνισσα είναι μια...

 Ντίσνεϋλαντ γυναικείας καταπίεσης και κακοποίησης! 


Όλοι οι άνδρες είναι βίαιοι σατράπηδες που βασανίζουν, 

χτυπούν και δολοφονούν τις γυναίκες τους, 

οι γυναίκες κυκλοφορούν στο δρόμο μελανιασμένες από το ξύλο, 

οι νύφες πηγαίνουν στο γάμο τους σαν να πηγαίνουν σε κηδεία, 

ακόμη και τα παιδιά τραγουδούν μισογυνικά τραγουδάκια 

με στίχους για τις ..."κακές τσούπρες". 


Φυσικά όλα αυτά δεν υπάρχουν πουθενά στο βιβλίο του Παπαδιαμάντη, 

όπου επικρατεί μια ιδιότυπη μητριαρχία. 

Οι άντρες είναι άβουλοι και παθητικοί, 

σχεδόν αόρατοι σε αντίθεση με τις γυναίκες που είναι δυναμικές, 

αποφασιστικές και ξέρουν να παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους.  

(χαρακτηριστικά παραδείγματα η μάνα της Φραγκογιαννούς 

αλλά και η ίδια η Φραγκογιαννού 

που διαχειρίζεται τα οικονομικά του σπιτιού 

και δίνει στον άντρα της ...χαρτζιλίκι). 

Και αφού φόρτωσαν την ταινία με τόσα δικά τους στοιχεία, 

αφού μας μπούκωσαν με κραυγαλέες εικόνες 

και σκηνές δικής τους έμπνευσης  

για να καταλάβει και ο πιο απρόσεκτος θεατής 

πόσο κακοί είναι οι άνδρες 

και πόσο καταπιέζονται οι γυναίκες, 

κράτησαν το άκρον άωτον του woke λαϊκισμού για το τέλος : 

η ταινία κλείνει με στατιστικά στοιχεία για την προίκα 

και για τις γυναίκες που έχουν χάσει την ζωή τους 

διαχρονικά από "φυλοκτονίες"! 


Και κάπου εδώ ο Παπαδιαμάντης 

κάνει κωλοτούμπες μέσα στον τάφο του! 


Φυσικά, ο Παπαδιαμάντης 

που θα γέλαγε με απλοϊκά σχήματα τύπου 

"κακοί άνδρες-καλές γυναίκες", 

μας έχει δείξει στο έργο του 

πως και οι άνδρες υπήρξαν θύματα του θεσμού της προίκας. 

πχ. στο διήγημά του "Η Τύχη απ' την Αμέρικα", 

ο ήρωας πηγαίνει στην Αμερική για να δουλέψει 

και να προικίσει τις αδελφές του, 

καταφέρνει να μαζέψει τα χρήματα 

αλλά γυρνάει στο νησί του φθισικός 

όπου και πεθαίνει 

(στην τελευταία σκηνή της ταινίας 

"Ο Μετανάστης"

 που βασίζεται στο διήγημα, 

η άπληστη αδελφή του ήρωα 

- μια εξαιρετική Τασσώ Καββαδία - 

που απαιτούσε όλο και περισσότερα χρήματα 

για να πάρει τον γαμπρό που ήθελε, 

χορεύει ευτυχισμένη στο γάμο της 

αδιαφορώντας για τον αδελφό της 

που θυσιάστηκε γι' αυτή 

και που την ίδια ώρα ξεψυχάει στο κρεβάτι του).

 

Όταν μεταφέρεις ένα βιβλίο στην μεγάλη οθόνη 

είναι αναπόφευκτο πως θα κάνεις κάποιες αλλαγές. 

Άλλο όμως αυτό 

και άλλο να διαστρεβλώνεις την ουσία του βιβλίου 

για να εξυπηρετήσεις την ιδεολογική σου ατζέντα 

και μου κάνει εντύπωση 

που κανένας από τους κριτικούς 

που ύμνησαν τη "Φόνισσα" της Νάθενα 

δεν το επισήμανε αυτό 

(τόσο φοβούνται πια 

τον feminazi όχλο του twitter;).


 Το μόνο παρήγορο σε όλη αυτήν την ιστορία, 

είναι πως όταν περάσει η παράνοια του woke, 

ο μέγας Παπαδιαμάντης θα είναι σίγουρα μαζί μας,

 ενώ αυτή η προπαγανδιστική, 

στρατευμένη 

και καλλιτεχνικά μέτρια ταινία 

θα έχει περάσει στη λήθη.-

 

|εμείς από Παραδοσιοκράτης (fb)


* Αντ΄αυτού του κατασκευάσματος,

αν έχεις όρεξη για την πραγματική "Φόνισσα" του Παπαδιαμάντη,

ρίξε το αυτί σου εδώ

σε αφήγηση της τεράστιας Κατίνας Παξινού...



Σάββατο 11 Μαρτίου 2023

* Ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης και η Πόρνη... |Μάθε αυτήν την αληθινή ιστορία, ενός ανθρώπου που "ἤτανε σπάταλα χαριτωμένος ἀπό τον Θεό"! Ξεπερνάει κάθε φαντασία...


Ένας χειρισμός που πολύ απλά, αλλά περιεκτικά θα έλεγε κανείς πως...
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ...




«... Τοῦτο μοῦ ἐνθύμισε μίαν ἄλλην κορασίδα, τὴν Κοῦλαν (Ἀγγελικήν) τοῦ φίλου μου Νικόλα τοῦ Μπούκη. Ἁπλοῦς μανάβης, ἤ ὀπωροπώλης, ἦτον ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ εἶχε λάβει θεόθεν διὰ τὴν φιλοξενίαν του τὴν εὐλογίαν τοῦ Ἀβραάμ.
Ἡ μικρὰ οἰκία ἦτο ξενὼν διά τοὺς φίλους καὶ τοὺς διαβατικούς, διά τούς τυχόντας.
Εἶχεν ἀπολύσει ἡ λειτουργία μετὰ τὴν παννυχίδα εἰς τὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, καὶ τὴν ὥραν τοῦ ἀντιδώρου, ἡ γυνὴ τοῦ Μπούκη τοῦ φίλου μου, ἀκολουθουμένη ἀπὸ τὴν μικράν κόρην της τὴν Ἀγγελικοῦλαν, μ’ ἐπλησίασεν εἰς τὸ στασίδι, διὰ νὰ μοῦ ὑπομνήση, ὡς συνήθως, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάγω εἰς τὸ γεῦμα.
Τότε ἡ μικρὰ παιδίσκη (ἦτο ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖον, ὡς ἄτεκνον ὁπού ἦτο τὸ ἀνδρόγυνον, ἀλλ’ αὐτὴ τὸ ἠγνόει), μ’ ἐχαιρέτησε, καὶ μοῦ λέγει :
- Ἐσύ, μπάρμπ’ Ἀλέξανδρε, ψέλνεις τὰ τραγούδια τοῦ θεοῦ!
...Ἔκτοτε ἡ μικρὰ μὲ ἤκουε νὰ ψάλλω συνεχῶς «τραγούδια τοῦ θεοῦ», εἰς τὸν πενιχρὸν ναΐσκον, ὅπου ἐσύχναζε τακτικὰ μὲ τὴν μητέρα της... Ἠσθάνετο (τὰ τροπάρια) καί τὰ ἐπόθει καὶ τὰ ἐχαρακτήριζε μὲ ἀγγελικόν αἴσθημα, ὡς τραγούδια τοῦ θεοῦ...».


Αὐτὸς ὁ Νικόλας ὁ Μπούκης, ποὺ ἀναφέρει ὁ κύρ’ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, στάθηκε ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος καὶ ἥρωας μιᾶς θαυμαστῆς ἱστορίας. Ἄγνωστο γιατί, δὲν θέλησε νὰ τὴ γράψει ὁ Παπαδιαμάντης, ὁ μόνος ποὺ ἄξιζε νὰ τό κάνει.
Τὴν ἄκουσα ἀπό τό στόμα ἑνὸς κοινοῦ φίλου τους, καὶ τὴν ἔβαλα νὰ διασωθεῖ μέσα στὴν «Κιβωτό».
Ὁ κοινὸς αὐτὸς φίλος τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ τοῦ Μπούκη δὲν εἶναι ἄλλος ἀπό τὸν σεπτὸ ἡγούμενο τῆς Λογγοβάρδας τῆς Πάρου, τὸν πάτερ Φιλόθεο Ζερβάκο.
Ὁ Νικόλαος ὁ Μπούκης ἤτανε σπάταλα χαριτωμένος ἀπὸ τὸν θεό.
Ἁπλοϊκὸς στὴν καρδιά, ταπεινός, εὐσεβέστατος, γεμᾶτος συμπόνοια στοὺς φτωχούς, πήγαινε ταχτικὰ στο ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν Παπαδιαμάντη καὶ τὸν πατέρα Φιλόθεο, ποὺ ἤτανε τότε λαϊκὸς ἀκόμα κι ἔκανε τὸν ψάλτη.


Ὅταν, λοιπόν, ὁ Νικόλας ἔφτασε στὰ 37 του χρόνια, ἀποφάσισε νὰ παντρεφτεῖ.
Τί πιό φυσικό, νὰ σκεφτεῖ νὰ πάρει γιὰ σύντροφο τῆς ζωῆς του μιά κόρη ποὺ θὰ τοῦ ταίριαζε, εὐσεβῆ, σεμνὴ καὶ προκομένη.
Ὅμως ὁ νοῦς του δὲν πῆγε ἐκεῖ.
Μὲ τὴν εὐκολία ποὺ ἔχουν οἱ ἀληθινοὶ ἅγιοι, ὁ μακάριος ἐκεῖνος σηκώθηκε καὶ πῆγε σ’ ἕνα σπῆτι τῆς ἁμαρτίας καὶ εἶπε στὴν πρώτη ποὺ ἀντίκρυσεν ἐκεῖ μέσα ἁμαρτωλὴ :
- Σήκω κι ἔλα μαζί μου. Ἔταξα στὸν θεὸ νὰ γλυτώσω μια ψυχὴ ἀπό τή λάσπη. Ἔλα νὰ σὲ κάνω γυναῖκα μου.
Ἐκείνη σάστισε στὴν ἀρχή, μὰ οὔτε στιγμὴ δὲν τῆς πέρασε ἀπὸ τὸ μυαλὸ πὼς ἤτανε κάποιο ἄσπλαχνο πείραγμα.
Κι ὕστερ’ ἀπό λίγο, τὸν ἀκολούθησε.
Ὁ Μπούκης σκεφτότανε μέσα του τὸ χαμένο πρόβατο τῆς παραβολῆς κι εὐχαριστοῦσε ἀπὸ τὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς τὸν Κύριο γιατί ἀξιωνότανε νὰ τὸν μιμηθεῖ.
Τὴν ἔβαλε κι ἐξομολογήθηκε κι ἀφοῦ μεταλάβανε μαζὶ τὸ Σάββατο, στεφανωθήκανε τὴν Κυριακή.
«Ἡ πρώην ἄσωτος γυνή» ἤτανε τώρα στὸ πλευρὸ τοῦ Μπούκη σὰν ἁγνότατο ρόδο.
Φρόνιμη καὶ χαμηλοβλεποῦσα, μὲ τὰ 22 χρόνια της δροσᾶτα, σὰν καὶ νὰ τὴν εἶχε μόλις δρέψει ἀπὸ τὸν κόρφο τῆς μάνας της.
Τό μάθανε καὶ τ’ ἀδέρφια της κι ἤρθανε ἀπὸ τὸ Μενίδι — ὅπου ἤτανε τὸ πατρικό τους — καὶ τὴν καμάρωσαν μ’ ὅλο τὸν ἄλλο κόσμο.
Ὕστερα, πέρασε κάμποσος καιρός, ἀνέφελα κι εὐλογημένα.
Ἀλλά ἡ ἁμαρτία εἶναι δυνατὴ καί δὲν παρατάει εὔκολα τὰ πλάσματα ποὺ δουλέψανε σ’ αὐτή.
Κι ἔτσι - κατὰ τὸν Σολομῶντα ποὺ λέγει «ὥσπερ κύων ἐπὶ τὸν ἑαυτοῦ ἔμετον», - ἡ γυναῖκα τοῦ Μπούκη κύλισε ξαφνικὰ ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἡ χάρη τοῦ θεοῦ τὴν εἶχε τραβήξει κι ἔγινε μοιχαλίδα.
Σὰν ὁ ἄντρας της τὴν ἔπιασε, δὲν τῆς εἶπε κανένα πικρὸ λόγο.
Μὰ τώρα πιὰ δὲν βάσταγε νὰ τὴν κρατήσει.
Τὴν εἶδε νὰ φεύγει ἀπὸ τό σπίτι τους, χωρὶς νὰ τὴν προφτάξει καὶ νὰ τῆς πεῖ:
«Γυναῖκα, δὲ σοῦ κρατάω κακία».
Ἐκείνη πῆγε κι ἔμεινε σὲ μιά συγγένισσά της. Φοβότανε καὶ τ’ ἀδέρφια της καὶ καθότανε ἐκεῖ κρυμένη.
Ὁ Νικόλας εἶπε τότε μὲ τὸ νοῦ του:
«Ἄλλο πιὰ δὲν μοῦ μένει παρὰ νὰ πάω στ’ Ἁγιονόρος ν’ ἀσκητέψω».
Μπῆκε στὸ βαπόρι, παρατῶντας σπίτι καὶ μαγαζί, καὶ ἦρθε στ’ Ἁγιονόρος.
Ἐκεῖ ρώτησε ποιὸς ἤτανε ὁ καλύτερος πνευματικός, γιὰ νὰ τοῦ ἐμπιστευθεῖ τὸν πόνο του καὶ τὴν ἀπόφασή του.
Τοῦ εἴπανε:
- Νὰ πᾶς στὸν πάτερ Σάββα.
Ὁ πάτερ Σάββας δὲν καθότανε σὲ μοναστῆρι, παρὰ σὲ μία βραχότρυπα.
Ἤτανε βαθύγερος καὶ διαβόητος πνευματικός.
Ἤξερε, ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχὴ ποὺ ἐρχότανε σ’ αὐτόν, νὰ φέρνεται.
Ἄλλοτε ἔβαζε βαριούς κανόνες, γιατί ἔβλεπε πὼς τοὺς ἄντεχε ὁ ἁμαρτωλός.
Κι ἄλλοτε διάβαζε μονάχα τὴν εὐχὴ κι ὕστερα σιγὰ - σιγὰ ἔβαζε νηστεῖες καὶ μετάνοιες κι ἀγρυπνίες.
Κάποια φορά ἕνας φοβερὸς ληστὴς εἶχε πάει σ’ αὐτὸν νὰ ξομολογηθεῖ.
«Βαρέθηκα, τοῦ εἶπε, νὰ σκοτώνω. Λέω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου. Ἂν θέλεις διάβασέ μου τὴν εὐχή, ἀλλά κανόνα μὴ μοῦ βάζεις, γιατί δὲν βαστάω τέτοια».
Ὁ πάτερ Σάββας τὸν κοίταξε μὲ ἱλαρή ματιὰ καὶ τοῦ ἀποκρίθηκε:
«Ἕνα κανόνα σοῦ βάζω.
Νὰ μὴν ξαναβλάψεις ἄνθρωπο».
Ὁ ληστὴς ἀπόρεσε:
«Καλά, αὐτὸ τ’ ἀποφάσισα», εἶπε.
«Ἔ, αὐτό φτάνει».
«Καὶ τίποτε ἄλλο;»
«Τίποτε ἄλλο.
Ἂν θέλεις, νηστεύεις μονάχα Τετράδη καὶ Παρασκευή.
Καὶ νὰ λὲς ποῦ καὶ ποῦ:
Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν».
Βουρκώσανε τὰ μάτια τ’ ἀνθρώπου.
Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες μέρες ξανᾶρθε.
«Γέροντα— λέει— αὐτα ποὺ μοὖπες τὰ κάνω.
Θέλω καὶ κανέναν ἄλλο κανόνα».
Ὁ πάτερ Σάββας τότε τοῦ λέει:
«Ἂν βαστᾶς, νήστευε καὶ τὴ Δευτέρα.
Κάνε καὶ 40 μετάνοιες κάθε βράδι πρὶν πλαγιάσεις».
Ὕστερα ἀπὸ κάμποσες μέρες ἦρθε πάλι στὸν γέροντα ὁ ληστής.
«Λέω νὰ νηστεύω καὶ τὴν Τρίτη καὶ τὴν Πέμπτη.
Καὶ νὰ πουλήσω ὅλα μου τὰ ὑπάρχοντα καὶ νὰ καθίσω ἐδῶ γιὰ πάντα».
Καὶ πρόσθεσε μὲ λυγμούς.
«Πῶς ξεπλερώνεται ὁ Θεὸς;»
Ἡ καρδιὰ του εἶχε μαλακώσει ὁλότελα.
Σ’ αὐτὸν τόν ἅγιο γέροντα πῆγε κι ὁ Νικόλας.
Σὰν τὸν ἄκουσεν ἐκεῖνος, πῆρε αὐστηρὴ ὄψη καὶ τοῦ ἀποκρίνεται:
- Δὲν ἔχεις καμμιὰ δουλειὰ ἐδῶ πέρα.
Ἁμαρτάνεις μ’ αὐτὰ ποὺ σκέφτεσαι.
Ἂν εἶχες μιά γίδα καὶ σοὔφευγε, θὰ τὴν παράταγες;
Δὲν θὰ πήγαινες νὰ τὴ βρεῖς καὶ νὰ τὴ φέρεις σπίτι σου;
Τὰ ἴδιο εἶναι καὶ μὲ τὴ γυναῖκα σου.
Ἔταξες νὰ τὴν σώσεις.
Νὰ σηκωθεῖς καὶ νὰ πᾶς πίσω καὶ νὰ τὴν πάρεις μὲ τὸ στανιὸ σπίτι σου.

Ὁ Νικόλας στενοχωρέθηκε.
Τοῦ φάνηκε βαριὰ ἡ συμβουλὴ τοῦ γέροντα, μὰ καταλάβαινε πὼς εἶχε δίκιο.
Ἔφυγε ἀναποφάσιστος ἀπὸ τὸν ἀναχωρητή.
Δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει.
Ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσε, τοῦ ἔρχεται μιά ἰδέα.
- Μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι ἔτσι, συλλογίσθηκε.
Ἂς πάω καὶ σὲ κανέναν ἄλλο πνευματικό.
Ρωτάει καὶ τόν στέλνουνε τώρα στὸν πάτερ Δανιήλ, ἄλλον αἰωνόβιο ἀσκητή.
Τοῦτος ἤτανε ἀπό τη Σμύρνη κι ἤξερε καὶ γράμματα πολλά, ἅγιος ὅπως ὁ πρῶτος.
Ἔπεσε στὰ γόνατα ὁ
Νικόλας καὶ τοῦ λέει τὴν ἱστορία του.
Μὰ ξαφνιασμένος ἀκούει ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ πάτερ Δανιὴλ τὰ ἴδια ποὺ τοῦ εἶχε πεῖ κι ὁ πάτερ Σάββας.
Τὰ ἴδια ἀκριβῶς.
Χωρὶς νὰ τὸ θέλει γυροφέρνει τὰ μάτια μέσα στό κελλί, μὴν ἤτανε κανένα τηλέφωνο.
Ἀλλοιῶς δὲν μποροῦσε νὰ ἐξηγήσει πῶς ἤτανε τόσο ἀπαράλλαχτη ἡ δεύτερη ἀπόκριση μὲ τὴν πρώτη.
Ἐκεῖνο τόν καιρὸ τὰ τηλέφωνα ἤτανε σπάνια, ἀλλά πῶς νὰ τὸ χωρέσει ὁ νοῦς τοῦ Νικόλα αὐτὸ τὰ θαῦμα;
Νὰ ἀκούει τὰ ἴδια λόγια καὶ τώρα, σὰν καὶ νἄχανε πρὶν συνεννοηθεῖ οἱ δυὸ πνευματικοί.
Τότε πιὰ δὲν τοῦ ἔμεινε κανένας δισταγμός.
Καὶ γύρισε στὴν Ἀθήνα γρήγορα.

Πῆγε στὸ συγγενικό σπίτι ἀπ’ ὅπου ἡ γυναῖκα του δὲν εἶχε ξεπορτίσει, γιατί τ’ ἀδέρφια της τῆς εἴχανε μηνύσει πὼς θὰ τὴ σκοτώνανε.
Πρὶν φτάσει ἐκεῖ, τοὺς συναπάντησε στὴ γωνία τοῦ δρόμου.
Παραφυλάγανε ἐκεῖ, νύχτα μέρα, μὲ τὰ μαχαίρια στὰ ζουνάρια.
- Ποῦ πᾶς ; τόν ρωτήσανε ἀγριεμένοι.
- Πάω νὰ τὴν πάρω.
- Ἅμα τὸ κάνεις, θὰ σὲ βρεῖ καὶ σένα κακό, τοῦ εἶπε ὁ μικρότερος.
Ἂς τηνε τὴ σκύλλα...
Ὁ Νικόλας δὲν μίλησε.
Τράβηξε ἴσα στό σπίτι, μὲ σταθερὴ περπατησιά. Ὅταν τόν εἶδε ἐκείνη, ἔρριξε κάτω τὰ μάτια. Ἔσκυψε, τῆς χάϊδεψε τὰ μαλλιά.
Τὰ λόγια τῶν δυὸ πνευματικῶν γινόντανε τώρα ζωντανὴ εἰκόνα.
Ναί, ἤτανε ἡ γιδοῦλα ποὺ ἐρχότανε τώρα νὰ τὴν πάρει πίσω στό σπίτι του.
- Ἂς τὰ ξεχάσομε, γυναῖκα, τῆς εἶπε μὲ ραγισμένη φωνή.
Ὁ θεός εἶναι μεγάλος.
Μὴ ντρέπεσαι, ἔλα πᾶμε.
Κάποιος τοῦ εἶπε:
- Καθόμαστε καὶ φυλᾶμε μὴ μποῦνε τ’ ἀδέρφια της.
Εἶναι στὰ δρόμο καὶ θέλουνε νὰ τὴ σκοτώσουνε.
- Δὲν θὰ τό κάνουνε, ἀποκρίθηκε ἥσυχα ὁ Νικόλας.
Ὕστερα ἀπὸ λίγο βγήκανε στὰ δρόμο. Προσπεράσανε τ’ ἀδέρφια της, ἐκείνη μὲ τὶς παλάμες στὸ πρόσωπο, ὁ ἄντρας της κυττῶντας τους μιά στιγμὴ μὲ χαμόγελο.
Τὰ παλληκάρια δὲν κινηθήκανε.
Ὅ,τι βλέπανε τοὺς εἶχε παραλύσει τὴν κακοῦργα θέληση.

Ἔτσι ὁ Νικόλας ἔφερε τὴ γυναῖκα του στό σπίτι του καὶ ζήσανε κάμποσο καιρὸ πάλι ἀνέφελα.
Ἐκείνη φαινότανε συντριμένη, μὰ σιγά-σιγὰ πῆρε πάλι θάρρος καὶ δὲν θυμόντανε κανένας τους ὅ,τι εἶχε συμβεῖ.
Μὰ ἡ γυναῖκα τοῦ Νικόλα ξανάπεσε.
Ἔπεσε πολλὲς φορές.
Τώρα ὅμως ὁ ἄντρας της δὲν λιγοψύχισε.
Ὑπόμενε.
Ἐγκαρτεροῦσε.
Καὶ δὲν ἔπαυε νὰ τὴν ἀγαπᾶ, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτήν.
Ἐρεθισμένη ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀνοχή, ἐκείνη πρόσθεσε στὴ ντροπή τὴν κακὴ συμπεριφορά.
Τοῦ φερνότανε σὰν δαίμονας.
Τὸν ἐξευτέλιζε μὲ τὰ λόγια της, τὸν μάτωνε καθημερινὰ μὲ τοὺς θυμοὺς καὶ τὶς κοροϊδίες της.
Πόσο θὰ μποροῦσε νὰ βαστάξει ὁ ἀνεξίκακος, ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος;

Οἱ μέρες διαβαίνανε σκληρές, ὁ σταυρὸς του γινότανε ὁλοένα καὶ πιὸ ἀβάσταχτος.

Μιά μέρα δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθεῖ ἄλλο.
Λύγισε μπροστὰ στὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ,
ποὺ ἔκανε πὼς δὲν τόν πρόσεχε,
πὼς τον εἶχε ἐγκαταλείψει
νὰ ὑποφέρει μονάχος,
ἀβοήθητος,
τὴ θηριώδη κακία αὐτῆς
ποὺ εἶχε εὐεργετήσει
καὶ συγχωροῦσε ὁλοένα.

Ἐπῆγε κάτω ἀπὸ τό εἰκονοστάσι καὶ μὲ δάκρυα εἶπε στὰ θεὸ:
- Θεέ μου, δὲν βαστάω ἄλλο. Ἤ φώτισέ την ἤ σταμάτα μ’ ἕνα τρόπο ποὺ ἐσύ ξέρεις ἐτοῦτο τὸ βάσανό μου.
Ἡ γυναῖκα του,
ποὺ ὁ Νικόλας νόμιζε πὼς ἔλειπε ἀπὸ τὸ σπίτι,
ἦρθε ἀπὸ πίσω του.
Ἄκουσε τὰ λόγια του.
Τὴν πήρανε τὰ κλάμματα.
Κατάλαβε ξαφνικὰ τὴν ἄβυσσο τῶν κριμάτων της.
Συνῆρθε ὁλότελα.
Κεραυνωμένη ἀπό τή θεία φώτιση, σωριάστηκε στὰ πόδια του
καὶ τοῦ φώναξε:
- Συχώρεσέ με, Νικόλα.
Συχώρεσέ με.
Εἶμαι μιά τιποτένια.
Δὲν θέλω νὰ σὲ ξαναπικράνω.
Ὁ Χριστός, τὴν τελευταία στιγμή,
ἐκεῖ πιὰ ποὺ ὁ δοῦλος του θἄσπαζε κάτω ἀπὸ τό βάρος τοῦ πειρασμοῦ,
«ἐποίησε τὴν ἔκβασιν».
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ζήσανε μονιασμένοι.
Ἐκείνη ἀφοσιώθηκε στὴ θρησκεία, γύριζε ὅλη τὴ μέρα σὲ φιλανθρωπίες καὶ συνόδευε τὸν ἄντρα της στὶς ἀγρυπνίες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου.
Πήρανε καὶ τὴν Ἀγγελικοῦλα ἀπὸ τὸ βρεφοκομεῖο καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ θρονιάστηκε στό σπιτάκι τους ποὺ ἤτανε σ’ ἕνα σοκκάκι τῆς ὁδοῦ Πειραιῶς.
Μετὰ τὶς παννυχίδες τοῦ Ἁγίου Ἐλισσαίου, ὁ Παπαδιαμάντης κι ὁ πάτερ Φιλόθεος πηγαίνανε στό σπιτάκι τοῦ Μπούκη νὰ γευματίσουνε.
Ὅπως τὄγραψε στὰ «Τραγούδια τοῦ θεοῦ» ὁ Κὺρ Ἀλέξανδρος...

~ Μουστάκης Βασίλης

|εμείς από το Niko Lakis

Παρασκευή 15 Απριλίου 2022

* Η Σοφία Χατζή μιλά για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη... | ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΪΚΟ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ


 Η Κατερίνα Δανδουλάκη σε διάλογο με τη Σοφία Χατζή για την έκδοση του βιβλίου με επιλογές από Πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.

 

Από τις Εκδόσεις ΑΘΩΣ | 8 διηγήματα και ένθετο CD-mp3 Audiobook

Η καλαίσθητη έκδοση συνοδεύεται από ένα πλούσιο ηχητικό δίσκο που περιέχει την προφορική αφήγηση των διηγημάτων από τη Σοφία Χατζή που ασκείται να αποδώσει τον ρυθμό των γραπτών του Σκιαθίτη λογοτέχνη με τη συνοδεία της μουσικής που συνέθεσε ο Στέφανος Δορμπαράκης,

* * *

Πρόλογος: Κωνσταντῖνος  Γανωτὴς

Ὁ λαός μας ἐκμυστηρεύτηκε στὸν κυρ Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη τὰ σώψυχά του, ὅπως τὸν  θεῖο ἔρωτα τῆς Χριστίνας τῆς δασκάλας πρὸς τὸν Χριστό, ποὺ ἔγινε ὁ πιὸ ταπεινωμένος ἀνάμεσα στοὺς ταπεινούς, γιὰ νὰ στολίσει μὲ τὰ λουλούδια τοῦ Ἐπιταφίου του τὸ τραῦμα τῆς ζωῆς της καὶ νὰ τῆς ψιθυρίσει πίσω ἀπὸ τὸ τραβηγμένο κουρτινάκι μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλειτούργητο κερί της, νὰ τῆς ψιθυρίσει τὸν θεῖο Του ἔρωτα καὶ νὰ τῆς περάσει στὸ τυραγνισμένο της δάχτυλο τὸν ἀρραβῶνα τῆς βασιλείας Του...

Ὁ τόμος αὐτὸς εἶναι καρπὸς μίας αὐθόρμητης ἀνάγκης νὰ ξεκινήσουμε ἕνα προσκύνημα στὰ διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη καὶ νὰ τὸν ἀφήσουμε νὰ μᾶς καθοδηγήσει. Τὸν χρειαζόμαστε. Τὸ βιβλίο τελειώνει μὲ τὴν προφορικὴ ἀφήγησή τους ἀπὸ τὴ Σοφία Χατζῆ ποὺ ἀσκεῖται ν’ ἀποδώσει τὸν ρυθμὸ τῶν γραπτῶν τοῦ Σκιαθίτη, ποὺ πραγματικὰ χτίζει τὸ ἑλληνικὸ διήγημα...

* * *

Ἡ Σοφία Χατζῆ γεννήθηκε στὸν Πειραιᾶ, τελείωσε τὴν Δραματικὴ σχολὴ τοῦ Πειραϊκοῦ συνδέσμου καὶ  ἐπὶ δύο χρόνια σκηνοθετοῦσε μικρὰ θεατρικὰ δρώμενα στοὺς μαθητὲς τῶν σχολείων στὸ Ὀρθόδοξο κλιμάκιο τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς τοῦ Κολουέζι στὸ Κονγκό. 


Ἀπὸ τὸ 1990 μέχρι σήμερα εἶναι παραγωγὸς στὸ ραδιόφωνο τῆς Πειραϊκῆς Ἐκκλησίας, μὲ ἐκπομπὲς καὶ ἀφηγήσεις Παπαδιαμάντη, Βιζυηνοῦ, Κόντογλου καὶ ἄλλων. Ἔχει συγγράψει βιβλία στὶς ἐκδόσεις «Ἄθως Παιδικὰ» καὶ «Θύρα» καὶ ἀρθογραφεῖ στὴν ἔντυπη ἐφημερίδα «Ὀρθόδοξη Ἀλήθεια».

* * *

Κείμενα: Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Πρόλογος: Kωνσταντίνος Γανωτής

Εξώφυλλο: Mαριτάσα Τσιμπλάκη

Εικαστική επιμέλεια: Γιώργος Ανανιάδης

 

* * *

Για παραγγελίες : https://bit.ly/3slpvwZ

Κεντρική διάθεση: Eκδόσεις Σταμούλη

Αβέρωφ 2, 104 33, Αθήνα,

Τηλ. 210 – 52 38 305,

info@stamoulis.gr

 

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2022

"Παρέδωσα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη...


Πήγα με χίλιες δυο προφάσεις

να τον φωτογραφίσω 

στο καφενείο της Δεξαμενής.

Δεν υπήρχε έως τότε φωτογραφία

του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 

Και συλλογιζόμουν ότι

από τη μια μέρα στην άλλη

μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, 

και μαζί του να σβήσει για πάντα 

η οσία μορφή του.

Αλλά ο αγνός αυτός χριστιανός

δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο,

να επιτρέψει στον εαυτό του μια 

τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. 

''Ού ποιήσεις σεαυτώ είδωλον 

ουδέ παντός ομοίωμα'',

ήταν η άρνησή του και η απολογία του.

Αποφάσισα όμως να πάρω 

την αμαρτία του στο λαιμό μου.

Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του

ας μου συχωρέσουν το κρίμα μου.

Ένας από τους ωραιότερους τίτλους

που αναγνωρίζω στη ζωή μου,

είναι ότι παρέδωσα στους μεταγενέστερους

τη μορφή του Παπαδιαμάντη.

Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση

απάνω σε μια καρέκλα, 

με τα χέρια σταυρωμένα, με το κεφάλι σκυφτό,

με τα μάτια χαμηλωμένα, 

στάση βυζαντινού αγίου,

σαν ξεσηκωμένη από κάποιο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του.

Ο Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα, στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον άκουσα

- ούτε φαντάζομαι να τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος - να μιλεί γαλλικά.

''Nous excitons la curiosite du pablic.''

Ερεθίσαμε την περιέργεια του... Κοινού! 

Ποιου Κοινού; 

Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα 

κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου,

ένας γεροντάκος που λιαζότανε

στην άλλη γωνιά του μαγαζιού,

και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα.

Αυτό ήταν το Κοινό 

που ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη

η ''περιέργειά'' του.

Και αυτή ήταν η διαπόμπευσή του που βιαζόταν να της δώσει ένα τέλος.

''Η φιλία νίκησε το ζορμπαλίκι...'' μου είπε -αντιγράφω τα λόγια του -

στο τέλος του μαρτυρίου του.

Μήπως δεν ήταν στ' αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου;

Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκοσμίων...


Παύλος Νιρβάνας


(εκλάπη δημοκρατικά από τη Maria Drosou...)

Σάββατο 29 Φεβρουαρίου 2020

"Η χώρα αύτη δεν ήτο ικανή..." Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο, υπαίθριες δραστηριότητες
Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες, διά να αποδειχθή, ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν....

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


(από την Εύα Βαρσάμη)

* "συν αυτώ" ΥΓ:
Μια προσευχή του καθενός μας για τα παιδιά μας - συνοριοφύλακες στον Έβρο...
Μέσα από τα ζεστά σπίτια μας απόψε και από τις γεμάτες Εκκλησιές μας αύριο...
Πόσο να μας κοστίζει;

Τρίτη 18 Ιουνίου 2019

Το ιστορικό εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι

Το ιστορικό εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου στο Μοναστηράκι


«Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.»
(«Ο ξεπεσμένος Δερβίσης», Αλ. Παπαδιαμάντης, 1896)

Η κυριακάτικη απογευματινή βόλτα οδήγησε την παρέα των ανωνύμων περιπατητών του Άστεως, στο εκκλησάκι του Προφήτη Ελισσαίου, στο Μοναστηράκι. 
«Ο Ναΐσκος του Αγίου Ελισσαίου κείται δεξιά τω αναβαίνοντι την οδόν Άρεως, εγγύς του ενοριακού Ναού των Ταξιαρχών, παρά την αρχαίαν της Πόλεως Αγοράν». 
Το μικρό αυτό παρεκκλήσι οικοδομήθηκε μεσούσης της τουρκοκρατίας, ήταν ιδιοκτησία της οικογένειας Λογοθέτη – Χωματιανού και από τεχνικής – ναοδομικής άποψης ανήκε στο ρυθμό της απλής μονόκλιτης, ξυλόστεγης βασιλικής. Λίγο πριν το 1900, ο ναΐσκος είχε αποκτήσει υψηλή συμβολική αξία καθότι στις αγρυπνίες που τελούνταν εκεί έδιναν τακτικά το «παρόν» σημαίνουσες προσωπικότητες του πνεύματος και της διανόησης της εποχής όπως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης και ο εξάδερφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, οι οποίοι εκτελούσαν χρέη δεξιού και αριστερού ψάλτη αντίστοιχα. Παράλληλα, στις ακολουθίες ιερουργούσε ο εκ Νάξου πράος και ταπεινός τη καρδία, άγιος παπά Νικόλας ο Πλανάς ενώ είχε συμμετάσχει και ο άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως.
Ο Ιερός Ναός του Αγίου Ελισσαίου, έργο του αγιογράφου Γερβασίου Αργυρόπουλου (1993) από τη «μνημειώδη» φωτογραφία του Γιώργου Βαλέτα (1940).
Αρχικά, αντλούμε κάποιες «τεχνικές» πληροφορίες σχετικά με το εσωτερικό του ναίσκου από ένα άρθρο του Γεράσιμου Βώκου (1894): 
«όπισθεν του χθαμαλού τέμπλου και προ του βωμού ο ιερεύς ετέλει την προσκομιδήν […] Ήσαν δε οι τοίχοι του ιερού βήματος έμπλεοι τοιχογραφιών, νεωτέρας και παλαιάς γραφής […] Υπέρ το στασίδιον του δεξιού ψάλτου ανηρτάτο η εικών του προφήτου Ηλίου και παρά ταύτην η εικών του προφήτου Ελισσαίου, άνωθεν δε απαίσιον εικόνισμα των δεινών της Κολάσεως με τα τάρταρα φλογοβολούντα και τους δαίμονας και τον αδηφάγον δράκον […] Και έναντι δύο μανουάλια και ύπερθεν δύο πολυέλαιοι και κανδήλαι και υπέρ πάντα ως θέμα επαναπαύσεως των αισθήσεων, γαλήνης, μυστηρίου και εξάρσεως η κυανόχρους εκείνη κανδήλα, η προχέουσα το απαλόν της φως …».
Ένα ενδιαφέρον «στατιστικό» στοιχείο -το οποίο επισημαίνει τόσο ο Καμπούρογλου όσο και ο Μωραιτίδης- σχετικά με τη σύνθεση του εκκλησιάσματος, είναι ότι «ο Προφήτης Ελισσαίος ήτο δημοφιλέστατος ειδικά εις τας γυναικείας ομάδας…». 
Ο Βώκος συντασσόμενος με αυτή την προσέγγιση περιγράφει: 
«Ήσαν δε γραίαι πολλαί και γυναίκες ωρίμου ηλικίας και νεανίδες τρυφερώταται και μητέρες μετά των θηλαζομένων νηπίων εις τας αγκάλας, τινές εξημμέναι εν τη ασφυκτική θερμοκρασία του στενού εκείνου χώρου, άλλαι νησταλέαι και κατάκοποι, αι πλείσται πληκτικώτατα εστοιβαγμέναι…». 
Εν συνεχεία, σχολιάζεται η ανεπάρκεια του τότε «τεχνητού φωτισμού» που προσέδιδε μια υπερκόσμια χροιά πάνω στο πλήθος των γυναικών: 
«Σκιαί επλανώντο επί τα γυναικεία ταύτα πλήθη, σκιαί επιτείνουσαι την μυστηριώδη γοητείαν του ταπεινού τούτου οίκου του Θεού και το φως του πρώτου πολυελαίου δεν έφθανεν έως εκεί και μόνον της κυανοχρόου μεγάλης κανδήλας από του μέσου ανηρτημένης η μελιχρά ανταύγεια και των άλλων κανδηλίων το ωχρόν φως διασκέδαζον επ’ ολίγον τα πυκνά σκότη…». Παράλληλα, στο ίδιο κείμενο ο γράφων –αναπολώντας ίσως την ηρωική ιδιαίτερη πατρίδα των προγόνων του- εστιάζει στη συμπαθή και σεβάσμια φιγούρα ενός νησιώτη πλοιάρχου πολυταξιδεμένου, ο οποίος ανέβαινε από τον Πειραιά στην Αθήνα και συμμετείχε ενεργά στις ακολουθίες: 
«Υδραίος πλοίαρχος, ο μπάρμπα Μάνθος, υπέργηρος, αδύνατος, με λεπτό – λεπτό ολόλευκο μουστακάκι κλίνον προς τα κάτω, γνησία μορφή ασκητού, σεβαστός ανήρ, κόσμον διαπλεύσας με τα δυό του καράβια εις την καλήν εποχήν, ήδη δε ανερχόμενος επίτηδες εκ Πειραιώς διά να λέγη το Πιστεύω εις τον άγιον Ελισσαίον, οσάκις γίνονται αγρυπνίαι…».
Επανερχόμενοι στο λογοκρατούμενο σήμερα, πρέπει να τονιστεί ότι το εν λόγω ναΐδριον βρίσκεται καγκελόφρακτο και «ενσφηνωθέν» ανάμεσα σε τριπλοκλειδωμένες σιδεριές, αγκαθωτά συρματοπλέγματα και κιγκλιδώματα. Σίγουρα είναι αξιέπαινες οι προσπάθειες των αρμοδίων Υπηρεσιών του ΥΠΠΟ και της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών που εδώ και δεκαπέντε χρόνια έχουν φροντίσει για την περάτωση του έργου της αναστήλωσης (και διάσωσης!) της εκκλησίας. 
Δυστυχώς όμως, ο (περιβάλλων) χώρος δεν είναι προσβάσιμος στο φιλακόλουθο κοινό της Αθήνας (και όχι μόνο). 
Έως τώρα, ελάχιστες φορές ο «ξένιος» Ελισσαίος ο «νέος» έχει ανοίξει την αγκαλιά του σε όσους επιθυμούν να σταθούν βιωματικά στο ίδιο σημείο που κάποτε προσεύχονταν «συναγρυπούντες» οι Σκιαθίτες «κοσμοκαλόγεροι» των ελληνικών γραμμάτων μαζί με τον Γιάννη Βλαχογιάννη, τον Παύλο Νιρβάνα και τον Ζαχαρία Παπαντωνίου…
Ο άγιος Ελισσαίος όπως είναι σήμερα στην οδό Άρεως 14, στο Μοναστηράκι.

Υπενθυμίζεται ότι το 1943, με περιπετειώδη τρόπο και κατόπιν ενεργειών της Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων το ιδιόκτητο παρεκκλήσι (που βρισκόταν υπό κατάρρευση – κατεδάφιση!) κηρύχθηκε διατηρητέο. 
Έτσι, ξεκίνησε η σύνταξη προτάσεων – εισηγήσεων για την άμεση αναστήλωσή του.
Έτσι, η ομήγυρις των πικραμένων αναχωρητών της παλιάς Πόλης –έχοντας στη μια μεριά τα όνειρα, «στην άλλη τις ελπίδες»- απέρχεται προς Αρχαία Αγορά και ΗΣΑΠ Θησείο. 
Από το στόμιο της σήραγγας του Ηλεκτρικού Σιδηροδρόμου, ανάμεσα σε σαλεπιτζήδες και αλλοκαιρινά ταβερνομπακάλικα, ίσως μας κοιτά κάποιος ξεπεσμένος Δερβίσης σιγοψιθυρίζοντας την προσφιλή του παροιμία: 
«Μπου ντουνιά τσερκ φελέκ» («Αυτός ο κόσμος, ρόδα είναι και γυρίζει…»).
Τέλος, καθώς η Κυριακή ρίχνει τη ροδοπόρφυρη αυλαία του δειλινού της στις λοφοσειρές της δυτικής Αθήνας, σαν να έρχονται στ’ αυτιά μας από τα χείλη του Παπαδιαμάντη, στίχοι εκ του Παρακλητικού Κανόνος στον Προφήτη Ελισσαίο… 
«Προφήτα Χριστού, Ελισσαίε Πανεύφημε, ιάσεων πηγή, και κρήνη ακένωτος, ικετικώς βοώμεν σοι πρόφθασον, και εκ κινδύνων λύτρωσαι ημάς, ο μέγας φρουρός ημών και πρόμαχος».

ΠΗΓΕΣ
«Αι Παλαιαί Αθήναι», Δημήτρης Καμπούρογλου, Αθήνα, 1922
«Ο Άγιος Ελισαίος», Φ. Δημητρακόπουλος, εκδόσεις ERGO, 2004
«Αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον», Γεράσιμος Βώκος, Ακρόπολις, 8/3/1894
«Αλέξανδρος (Ανδρόνικος) Μωραϊτίδης», Δημήτριος Θ. Κανελλόπουλος, Οι Τρεις Ιεράρχαι, φ. 4/2018