Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2020

Στ. Σπανουδάκης: «Ο πνευματικός μου, μακαριστός π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος»

Στο τέλος, παρατίθενται αποσπάσματα από το βιβλίο
«Εδώ θα πας, στο στενό μονοπάτι. αυτοβιογραφικές αφηγήσεις»
(εκδ. Εν πλω)
με αναφορές:
- στον ευσεβισμό
- στον Απ. Μακράκη
- στο Χρ. Γιανναρά
- στον π. Ευσέβιο Ματθόπουλο
- στο Δημήτρη Μητρόπουλο
- στον Ανδρέα Παπανδρέου
- στον Κων. Τσάτσο
- στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ
- στον π. Ιωάννη Μέγιεντορφ
- στο Δημ. Κουτρουμπή
- στον Παν. Νέλλα
- στον π. Βασ. Γοντικάκη
- στον Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας Αναστάσιο
- στον Γ. Βερίτη
- στον μακαριστό Μητροπολίτη Νικαίας Γεώργιο Παυλίδη
- στον Αντώνη Σαμαράκη
- στον πρ. Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Δημήτριο

- στον άγιο Παΐσιο
- στον π. Άγγελο Νησιώτη
- στον Π. Τρεμπέλα
- στον π. Χριστοφόρο Παπουτσόπουλο
- στον "Σωτήρα"
***
Ο μουσικοσυνθέτης Σταμάτης Σπανουδάκης,
σε αποκλειστική του συνέντευξη στην "Πεμπτουσία",
μιλάει για τον πνευματικό του,
μακαριστό π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο,
με αφορμή την κυκλοφορία του νέου βιβλίου:
π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος,
«Εδώ θα πας, στο στενό μονοπάτι. αυτοβιογραφικές αφηγήσεις».



Στο βιβλίο αυτό ο π. Ηλίας Μαστρογιαννόπουλος αφηγείται τη ζωή του υπό τον όρο το υλικό αυτό να δημοσιοποιηθεί μετά τον θάνατό του.
 
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου αυτού παρακολουθούμε τη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, την προσπάθεια ανασυγκρότησης του Έθνους και το έργο που επιτέλεσε η Aδελφότητα θεολόγων «Η ΖΩΗ».

Μπροστά μας παρελαύνουν μεγάλα πνευματικά αναστήματα, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του νέου Ελληνισμού ενώ περιγράφονται γλαφυρά και οι προσωπικές εμπειρίες του μακαριστού π. Ηλία από την κατοχή, τα συσσίτια, τη χριστιανική διανόηση, το παλάτι, τη διοικούσα Εκκλησία, το Άγιο Όρος, τα κατηχητικά και τις Χριστιανικές Μαθητικές Ομάδες. Δεν λείπουν οι αναφορές στην κρίση του χωρισμού και της διάσπασης της Αδελφότητας αλλά και κρίσεις και εκτιμήσεις για τους πνευματικούς επιγόνους αυτού του κινήματος, που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στις μετέπειτα δεκαετίες. Περιγράφεται γλαφυρά η άνθηση της λεγόμενης «θεολογίας του ᾽60» και της στροφής στα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, όπως και το διορθόδοξο άνοιγμα σε όλο τον κόσμο.

Μια κατάθεση ψυχής με δημιουργική αλλά και αυτοκριτική διάθεση. Ο λόγιος και διανοούμενος εργάτης του Ευαγγελίου μέσα από την αποκάλυψη της προσωπικής του ιστορίας αφήνει να αποκαλυφθεί ο πραγματικός και βαθύτερος εαυτός του: εκείνος του ταπεινού λευίτη με την ανοιχτή αγκαλιά για όλους που ποιμαίνει και καθοδηγεί χωρίς ακρότητες αλλά με σύνεση και διάκριση.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ 

1. 

Έχουν λεχθεί πολλά στην Ελλάδα περί «ευσεβισμού». Οι όροι αυτοί, όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν είναι πάντοτε πολύ επιτυχείς. Ο Μαζέφσκι, ένας καλός κύριος, σοβαρός προτεστάντης –τον είχα γνωρίσει, τότε που ερχόταν στην Ελλάδα και μάζευε υλικό για τη συγγραφή ενός βιβλίου του– προσέγγισε το θέμα με καλή διάθεση. Ωστόσο, κατηγόρησε τον π. Ευσέβιο ότι ανέπτυξε μια «ευσεβιστική» ηθική, όταν χώρισαν οι δρόμοι του από τον Μακράκη. Δεν έχει διασαφηνιστεί στην Ελλάδα, στους θεολογικούς κύκλους, η έννοια του «ευσεβισμού». Εννοούμε δηλαδή το γερμανικό σχήμα, που αναπτύχθηκε προ δυόμιση αιώνων, τον Πιετισμό στη Γερμανία; Τι εννοούμε; Ο Γιανναράς το εισήγαγε, χωρίς κι αυτός να το εξηγήσει επαρκώς. Ο Γιανναράς είναι και θεολόγος και φιλόσοφος και «δημοσιογράφος». Τρεις ιδιότητες, όπου άλλοτε κυριαρχεί η μία κι άλλοτε η άλλη. Δεν το λέω με κακία…

Σήμερα έχουν βρει και κολλάνε στο έργο του π. Ευσεβίου τη λέξη «ευσεβιστικό», χωρίς να ξέρουν τι σημαίνει… «Ο προορισμός του ανθρώπου», το εμβληματικό αυτό βιβλίο του π. Ευσεβίου, αυτά λέει: πνευματική δουλειά και καλλιέργεια ψυχών. Και προέτρεπε να καλλιεργηθούμε, χωρίς ευσεβισμούς. Στην αρχή έχει δυο-τρία κεφάλαια θεολογικά, το πρώτο ή δεύτερο είναι περί θεότητος του Χριστού. Και καταλήγει με τη θεία Ευχαριστία ως κεντρικό αγιαστικό μυστήριο της Εκκλησίας και με την εν Χριστώ ζωή. Αρχίζει με θεολογικό μέρος και τελειώνει με λειτουργικό, κατά το υπόδειγμα του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα.

Ο π. Ευσέβιος πάνω σ’ αυτά θεμελίωσε την Αδελφότητα. Συνειδητοποίησε ότι οι περισσότεροι ιερείς στην Ελλάδα εκτελούσαν μεν τα λειτουργικά τους καθήκοντα (λειτουργία, όρθρο, εσπερινό), αλλά έμεναν σ᾽ αυτά μόνο, χωρίς να λένε τι είναι ο Χριστός. Ο π. Ευσέβιος εκτίμησε ότι δεν αρκούσε η κρατούσα κατάσταση, έπρεπε να γίνει κάτι περισσότερο, να εμβαθύνουμε στο κήρυγμα, να χρησιμοποιήσουμε τον λόγο με περιοδικά, ομιλίες, και να υπάρξει μια συστηματική προσέγγιση του προσώπου του Θεανθρώπου. Θέλησε να δώσει έμφαση στην εμπειρία. Πήρε στοιχεία και από τον μοναχισμό του μεγάλου Σπηλαίου.

Στα τέσσερα χρόνια της εξορίας του στην Κέρκυρα εμβάθυνε, προσευχήθηκε έγκλειστος σ’ ένα κελί στην Μονή Παλαιοκαστρίτσας. Οι προσευχές του, που σώζονται κι είναι τυπωμένες στη βιβλιογραφία του, είναι πολύ βαθιές, χριστοκεντρικότατες. Υπάρχει βίωμα σ’ αυτές, δεν είναι ορθολογιστικά κατασκευάσματα. Τολμώ να πω ότι πλησιάζουν λίγο τα γραπτά του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, που είναι η κορυφή του χριστοκεντρικού μυστικισμού.
2.

Ο μαέστρος Δημήτρης Μητρόπουλος ήταν δεύτερος ξάδερφος της μητέρας μου. Ήταν μικροανηψιός του μητροπολίτη Ιερόθεου Μητρόπουλου, όπως κι η μητέρα μου ήταν μικροανηψιά του, σαν εγγονή. Δεν τον γνώρισα διότι έλειπε το μεγαλύτερο διάστημα στο εξωτερικό και όταν ήταν εδώ, πού να τον δει κανείς! Παρακολουθούσα όμως πάντοτε την πορεία του και είχα διαπιστώσει ότι είχε πνευματικές ρίζες και κάποια ευλάβεια. Στο πιάνο του πάνω είχε δύο φωτογραφίες, έναν καλόγερο θείο του και τον μητροπολίτη Ιερόθεο! Είχε δύο θείους του μοναχούς, έναν στο Άγιον Όρος με τ’ όνομα Νείλος, που πέθανε νωρίς, και τον Ιερόθεο· είχε πάρει το όνομα του δεσπότη στη Λογγοβάρδα της Πάρου. Είχε πάρει φαίνεται κάτι από το σόι αυτό και είχε μία κάποια θρησκευτική διάθεση, Ήταν sui generis, ιδιότυπος αλλά και πολύ ταλαντούχος· μπορούσε να διευθύνει την ορχήστρα του χωρίς καθόλου μουσικό κείμενο μπροστά του. Έδινε και ωραίες συμβουλές στους μουσικούς του. Κάποια φορά τους είχε δηλώσει ότι θεωρούσε τον εαυτό του μισιονάριο της μουσικής και ότι ένιωθε το έργο του ως ιερή αποστολή.

***
Στην τελευταία τάξη του σχολείου, ήρθε νέος συμμαθητής μας στο Πειραματικό, ο Ανδρέας Παπανδρέου. Φοιτούσε στο Κολλέγιο Ψυχικού αλλά μεταγράφηκε σ’ εμάς, προκειμένου να τελειώσει κανονικό εξατάξιο ελληνικό σχολείο – στο Κολλέγιο πρέπει να είχαν μια τάξη παραπάνω, τότε, κάτι τέτοιο. Ήταν σοβαρός, αξιοπρεπής, μορφωμένος, επιμελής, αριστούχος. Ήξερε δύο ξένες γλώσσες, γαλλικά και αγγλικά. Κάποια φορά, ο καθηγητής μας, ο Σταματάκος, μας έθεσε το ερώτημα ποιον επαγγελματικό δρόμο σκεπτόμαστε να επιλέξουμε. Όταν έφτασε σε μένα, δίστασα και παρότι ήμουνα στο τελευταίο έτος του σχολείου, είπα ότι δεν έχω καταλήξει. Όλοι οι άλλοι, βέβαια, έσπευσαν να πουν «ε, καλά, παπάς θα γίνει, δεσπότης θα γίνει». Οπότε πετάγεται ο Ανδρέας και λέει: «Κύριε καθηγητά, ο Ηλίας δεν κάνει για δεσπότης, διότι ο δεσπότης πρέπει να είναι και διπλωμάτης – δεν του πάει του Ηλία η θέση του δεσπότη». Η σχέση μας ήταν αξιοπρεπής και σοβαρή. Μια φορά μου είπε: «Ηλία μου, θα ήθελα από σένα ένα πράγμα, να μην διαβάζεις μόνο θεολογία, να διαβάζεις και φιλοσοφία και άλλα πράγματα». «Βεβαιότατα», του απάντησα «δεν είμαι “κλειστός”, με παρωπίδες, μ’ ενδιαφέρουν διάφορα θέματα και τα παρακολουθώ».
***
Μετά την απελευθέρωση γνώρισα τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είχαμε μια επαφή, κουβεντιάζαμε, ήθελε ν᾽ ακούει τον χριστιανικό λόγο. Κι εγώ δεν του ᾽κανα κήρυγμα, αλλά διαλεγόμασταν σε ένα καλό επίπεδο, διότι ήταν σοβαρός άνθρωπος και αξιόλογος επιστήμονας, φιλόσοφος.
***
Με τον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ είχα μόνο μια μικρή επαφή. Τα χρόνια περίπου του ’68-᾽69, που ήρθε στην Ελλάδα –δεν θυμάμαι γιατί ακριβώς–επωφελήθηκα για να τον συναντήσω. Συνεννοήθηκα με τον γραμματέα του και πήγα στο ξενοδοχείο, κάπου στην οδό Πανεπιστημίου να τον δω. Του είπα πόσο εκτιμώ την προσπάθειά του για τους Πατέρες και για την πατερική θεμελίωση και την πατρολογική ανανέωση.
***
Τον π. Ιωάννη Μέγιεντορφ τον είχαμε κοντά μας, τον φιλοξενήσαμε. Ήταν εκλεκτός στη σκέψη, στο ήθος, στη διάκριση, είχε μια λεπτότητα και διέθετε θεολογική ακρίβεια. Ο Μέγιεντορφ ήταν μετρημένος. Καλός θεολόγος με τις εργασίες του στον θεολογικό και ιστορικο-θεολογικό κλάδο.
***
Τον Δημήτρη Κουτρουμπή τον γνώρισα ως μαθητή, στις τελευταίες τάξεις του Πειραματικού Σχολείου. Εκείνος ήταν στην προηγούμενη τάξη και δεν είχαμε γνωριστεί από κοντά. Ήξερα μόνο το όνομά του. Αργότερα συνδεθήκαμε με δυνατή φιλία. Ειπώθηκε ότι ο Κουτρουμπής υπήρξε η αιτία να απομακρυνθούν από την Αδελφότητα και τον ευρύτερο χώρο της κάποιοι νέοι της εποχής, που συνδέθηκαν στενά μαζί του. Αυτό δεν είναι αληθές. Εγώ διατηρούσα έναν στενό δεσμό με τον Κουτρουμπή και ουδέποτε μου έκανε νύξη κατά της Αδελφότητας. Αυτό διαφαίνεται και στα γραπτά του. Ίσως βέβαια, κοντά στον Κουτρουμπή, οι νέοι εκείνοι βρήκαν κάτι βαθύτερο. Η αλήθεια είναι ότι εγώ τους παρέπεμψα: Tον Γιανναρά, τον Νέλλα, τον Γοντικάκη ίσως και κάποιους άλλους. Τους προέτρεψα να έχουν μια επικοινωνία και όντως βρήκαν κάτι βαθύτερο. Δεν διστάζω να το πω. «Μα δεν το είχε η Αδελφότητα αυτό;», θα μου πείτε. Το είχε, αλλά δεν ήταν σερβιρισμένο, με τον τρόπο που το παρουσίαζε ο ερχόμενος από την Οξφόρδη Κουτρουμπής. Εμείς ήμασταν λίγο old-fashioned, που λένε – παλαιού στυλ. Ίσως δεν είχαμε τον τρόπο ή δεν είχαμε το χάρισμα και τους χαρισματούχους να το εκθέσουμε. Και στα μάτια των πιο ανήσυχων νέων, όπως ο Γιανναράς, φαινόταν ένα πράγμα τυποποιημένο, στερεότυπο. Ο Κουτρουμπής μιλούσε με άλλη φρέσκια γλώσσα, είχε και την ευρωπαϊκή κουλτούρα.
***
Ο Αναστάσιος Γιαννουλάτος, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αλβανίας, ήταν ένας έφηβος ταλαντούχος. Τα χρόνια εκείνα ακμάζανε τα κατηχητικά, ιδίως μετά τον πόλεμο, και ήταν σε άνθηση οι κατασκηνώσεις και τα εντευκτήρια. Ήταν κάτι πολύ ζωντανό. Ορισμένες μάλιστα περιοχές, όπως η Κυψέλη, όπου έμενε ο Γιαννουλάτος και άλλοι αξιόλογοι νέοι, ήταν φυτώρια των Χριστιανικών Μαθητικών Ομάδων. Έπαιζαν ρόλο σε αυτό ο Βερίτης με τα τραγούδια του και μερικοί αξιόλογοι ηγέτες, όπως ο Γεώργιος Παυλίδης, μέλος της Αδελφότητας και κατόπιν μητροπολίτης Νικαίας. Επίσης ο Βάμβας, θεολόγος, δυναμικός, ζωντανός αγωνιστής ή ο Αντώνης Σαμαράκης, ένας ανήσυχος νέος.
***
Ο Δημήτριος Τρακατέλλης, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Αμερικής, μπήκε στην Αδελφότητα ένα χρόνο πριν τον Αναστάσιο, προερχόμενος από τη Θεσσαλονίκη. Αριστούχος μαθητής. Κάποιος φίλος μου, λίγο νεότερος, νομικός από τη Θεσσαλονίκη, με τον οποίο αλληλογραφούσαμε, μου είπε «πρόσεξε αυτό τον νεαρό που έρχεται φέτος, πρόσεξέ τον». Κατάλαβα ότι ήταν πολύ αξιόλογος. Διακρίθηκε ως φοιτητής, ήταν γλωσσομαθής και πάντοτε ακτινοβόλος προσωπικότητα, αλλά με σεμνότητα. Νομίζω ότι έκανε κι ένα φροντιστήριο για φοιτητές. Άρχισε να γράφει και στο περιοδικό «ΖΩΗ» ωραιότατα άρθρα, να βοηθάει και να καθοδηγεί τους φοιτητές. Στα συνέδρια «Έφεσος» ήταν δίπλα μου. Εγώ είχα την υψηλή εποπτεία, αλλά αυτός ήταν ο κύριος οργανωτής. Τα επιμελήθηκε, από το ’61 μέχρι το ’65, πολύ καλά και αποδοτικά τόσο όσον αφορά τους προσκεκλημένους, όσο και τους επισκέπτες και τους καθηγητές που είχαμε. Και τον βάλαμε στο διοικητικό συμβούλιο της Αδελφότητας, όπου έμεινε δύο ή τρία χρόνια. Κι εκεί βοήθησε με τη συστηματικότητά του. Ήταν στοχαστικός, συστηματικός και ακριβής.
***
Ο Παναγιώτης Νέλλας ήταν περίπου εφτά-οκτώ χρόνια νεότερος των δύο παραπάνω αρχιεπισκόπων. Ήταν μαθητής στην Αθήνα, δεν τον ήξερα πριν, μόνο εξ όψεως. Είχε πολλά προσόντα. Στην Αδελφότητα έναν καιρό τον είχα σαν βοηθό γραμματέα και εκτός από κάτι υπηρεσιακά, του ανέθετα και καμιά μετάφραση από τα γαλλικά ή να μου βρει ένα θέμα. Έτσι του καλλιεργούσα και τη θεολογική διάθεση. Όσα έγραψε ο Νέλλας εκτιμήθηκαν όπως είναι γνωστό, με κυριότερο το έργο «Ζώον Θεούμενον», κατά Γρηγόριο Νύσσης, που μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Ήταν ξύπνιος, με αξιόλογη σκέψη και θεολογική εμβάθυνση. Διατηρήσαμε επαφή και μετά την έξοδό του από την Αδελφότητα.
***
Τον γέροντα Παΐσιο τον γνώρισα όταν είχα πάει να επισκεφτώ τον Γοντικάκη και τον Χατζηεμμανουήλ στη Σταυρονικήτα. Είχαν πάει στο μοναστήρι με την παρότρυνση του γέροντα Παΐσιου, για να το αναστήσουν. Βέβαια, εκείνοι τον είχαν παρακαλέσει να τους συνοδεύσει και να μένει κι εκείνος εκεί κοντά, ώστε να έχουν τη βοήθεια και την καθοδήγησή του. Και πράγματι, βρέθηκε ένα κελί στην Καψάλα, απέναντι στην πλαγιά. Ο Γέροντας εγκαταστάθηκε εκεί σε απόσταση μισής ώρας. Κι έτσι, όταν στα χρόνια του ’70, πήγα για δεύτερη, τρίτη φορά στο Άγιον Όρος, επισκέφθηκα και τη Σταυρονικήτα και πήγα και στο μονοπάτι εκείνο που έμενε μόνος του ο Γέροντας – προτού πάει στην Παναγούδα, στο μετέπειτα κελί του, κοντά στο Κουτλουμούσι. Κουβεντιάσαμε ωραία. Ήταν γλυκός άνθρωπος! Εκφραζόταν πάντα παραστατικά με εικόνες και παραδείγματα. Η ματιά του ήταν ζωντανή και διεισδυτική. Ένα παράδειγμα: Κάποια φορά με ρώτησε, «τι γίνεται, π. Ηλία εκεί κάτω στην Αθήνα;». Είχαν γίνει κάτι ζητήματα στην Ιερά Σύνοδο, κάποιες διοικητικές ανωμαλίες με την εκλογή ή μετάθεση δυο-τριων αρχιερέων. Κι ήταν ζήτημα μεγάλο, μετά το ’65, εκείνα τα χρόνια. Ένας από τους υπερσυντηρητικούς αρχιερείς, έτσι λίγο υπερβολικός, έλεγε στους ιερείς του: «δίπλα στο ευαγγέλιο θα έχετε το πηδάλιο, τους ιερούς κανόνες». Και ο γέροντας Παΐσιος μου σχολίασε: «Τι το λέει έτσι; Εγώ ξέρω ότι ο καλός καπετάνιος το κουμαντάρει το πηδάλιο. Αν το κρατήσει σκληρά, όπως λέει αυτός, θα πέσει πάνω στα βράχια». 
***
3.

Τα κατηχητικά στη συνέχεια γνώρισαν μεγάλη εξάπλωση και πρόοδο. Όσο για μένα, μετατέθηκα σε κάνα δυο άλλα κατηχητικά της περιοχής, στον Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, στον Άγιο Κωνσταντίνο Ομόνοιας, κ.λπ. Ήταν πολύ οργανωμένα, με όμορφα τραγούδια και σπουδαία συνθήματα. Είχαν δε την πλήρη ευλογία του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου. Κάθε χρόνο υπέβαλαν μικρό απολογισμό τυπωμένο σε φυλλάδιο της Κινήσεως, με αριθμούς και στατιστικά στοιχεία. Η Εκκλησία δεν είχε οργανωμένα δικά της κατηχητικά. Μόνο ο π. Άγγελος Νησιώτης έκανε κάτι, αλλά όχι ακριβώς με το σύστημα τούτο. Εδώ υπήρχε σοβαρή οργάνωση, παιδαγωγική διαβάθμιση σε τρεις κύκλους με βάση την ηλικία: κατώτερο, μέσο και ανώτερο. Υπήρχαν βιβλία για τον διδάσκοντα, συνολικά εννιά τεύχη, οργανωμένα, με τη συμβολή του Τρεμπέλα και του Παναγιωτόπουλου. Αργότερα μας άσκησαν κριτική ότι τάχα ακολουθήσαμε ή αντιγράψαμε ξένα πρότυπα. Μα, για να οικοδομήσεις κάτι, θα βασιστείς και θα πατήσεις σε κάτι που προϋπάρχει. Σε όλα τα πράγματα χρησιμοποιούμε υπάρχοντα υλικά. Σημασία έχει η ουσία και η ουσία ήταν βαθιά ορθόδοξη. Αυτή η κριτική που ασκείται είναι άδικη! Τι να πει κανείς…
 
Οι κατηχητές ήταν και θεολόγοι αλλά και εργαζόμενοι νέοι, άνθρωποι του μεροκάματου. Το μέσο κατηχητικό, που συμπίπτει με την περίοδο της εφηβείας, δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίαζε, αλλά πήγαινα τακτικότατα. Όμως, το ανώτατο κατηχητικό με εντυπωσίαζε. Εκεί είχα κατηχητή τον π. Χριστοφόρο Παπουτσόπουλο, έναν ευγενικό και μορφωμένο αρχιμανδρίτη, μέλος της Αδελφότητας της «ΖΩΗΣ» και κατόπιν του «ΣΩΤΗΡΑ». Έτρεχα κάθε Πέμπτη βράδυ στη Χρυσοσπηλιώτισσα. Ερχόντουσαν αρκετοί μαθητές των μεγάλων τάξεων (του Λυκείου όπως λέμε σήμερα) απ’ το Βαρβάκειο ιδίως, και από κάνα δυο άλλα γυμνάσια που ήταν εκεί γύρω. Ιδιαίτερα μου είχαν προξενήσει εντύπωση μερικοί αριστούχοι μαθητές από το Βαρβάκειο. Τους καμάρωνα, ήταν πολύ αξιόλογα παιδιά και το επίπεδο των κατηχητικών μαθημάτων ήταν ιδαίτερα υψηλό και με κάποια απολογητική χροιά. Εξετάζαμε τι λέει και η επιστήμη και όλα αυτά. Ο π. Χριστοφόρος προσκάλεσε κάποια φορά τον Κωτσάκη, υφηγητή της αστρονομίας να μας κάνει μάθημα. Ο Κωτσάκης υπήρξε πολύ κοντινό μου πρόσωπο. Ενώ είχαμε δέκα χρόνια διαφορά, ήταν σαν ομαδάρχης μου. Ως μαθητή με πήγε μια φορά στην Ακαδημία, μια άλλη στο Πανεπιστήμιο, στην αίθουσα Τελετών, άλλοτε στο Αστεροσκοπείο κι όλα αυτά μου δίνανε κάτι. Δεν είχα άλλες ευκαιρίες. Θυμάμαι αρκετούς επισκέπτες που καθόντουσαν στα στασίδια της Χρυσοσπηλιώτισσας και παρακολουθούσαν.

Κάθε χρόνο το μεγάλο γεγονός ήταν η τελετή λήξης όλων των κατηχητικών, που γινόταν σ’ έναν ναό – άλλοτε στη Μητρόπολη κι άλλοτε στον άγιο Κωνσταντίνο. Πλέον είχαν αυξηθεί τα κατηχητικά και γέμιζε ο ναός από παιδιά. Το πρόγραμμα περιελάμβανε ψαλμωδίες, ομιλίες… Άλλοτε συμμετείχε και ο αρχιεπίσκοπος ο ίδιος.

Όταν τελείωνα το Λύκειο, το ’37, ο π. Χριστοφόρος μου ανέθεσε να προσφωνήσω τον Αρχιεπίσκοπο εκ μέρους των τελειοφοίτων και με συμβούλευσε πως θα έπρεπε να τον αποκαλέσω «Μακαριώτατο». Τελευταία μέρα με ενημέρωσαν ότι τελικά δεν θα μπορούσε να παραβρεθεί ο ίδιος και θα τον εκπροσωπούσε ο Κασσανδρείας Ειρηναίος, ένας αξιόλογος, συνοδικός ιεράρχης. Τελικά έκανα τη μικρή εκείνη προσφώνηση, δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο. Αυτές οι τελετές όμως ήταν πραγματικά ένα γεγονός σημαντικό, γιατί δεν ήταν τυχαίο πράγμα να γεμίζει ο ναός από παιδιά όλων των ηλικιών.

Σημαντικός τομέας επίσης του κατηχητικού ήταν και οι εκδρομές, λίγες μεν αλλά αξιοσημείωτες. Η πρώτη εκδρομή που θυμάμαι ήταν στο Γαλάτσι. Τότε το Γαλάτσι ήταν εξοχή. Ήταν Καθαρή Δευτέρα νομίζω, γιατί θυμάμαι τρώγαμε νηστήσιμα. Μια άλλη ήταν στην Αγία Παρασκευή, όπου συναντήσαμε, όπως σημείωσα, τον π. Ευσέβιο. Δύο άλλες, πιο ωραίες και εντυπωσιακές εκδρομές, ήταν μια στη Νέα Κηφισιά (όπου είναι ένα εκκλησάκι, η Αγία Παρασκευή) κι η άλλη μέσα στο κτήμα του Συγγρού, ανάμεσα σε Μαρούσι και Κηφισιά. Εκεί ήρθε κι ο Αρχιεπίσκοπος να μας επισκεφθεί (είχα μια παλιά αναμνηστική φωτογραφία, δεν την έχω πια, δυστυχώς). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Αρχιεπίσκοπος, ο οποίος πίστευε, ένιωθε, προωθούσε και ευλογούσε όλες αυτές τις δραστηριότητες, είχε πολύ καλή συνεργασία με την Αδελφότητα και στον τομέα της κατήχησης, αλλά και του κηρύγματος.

Μετά προέκυψε το θέμα της κατήχησης και των κοριτσιών. Εκείνος στην αρχή είχε επιφυλάξεις για τα στελέχη που θα αναλάμβαναν αυτό το έργο. Αλλά διαμορφώθηκε μια άτυπη επιτροπή που είχε τον αφ᾽ υψηλού έλεγχο και η οποία είχε ως μέλη τη μητέρα μου, Μαρία Μαστρογιαννοπούλου, τη μητέρα του καθηγητή Μπρατσιώτη και άλλες. Και τότε το ευλόγησε κι αυτό και τα κατηχητικά θηλέων αναπτύχθηκαν πάρα πολύ, βγήκανε πλήθος κορίτσια από εκεί. Στη Μητρόπολη γινόταν το κυριότερο ανώτερο κατηχητικό με διακόσιες έως τριακόσιες μαθήτριες. Αυτά μετά την απελευθέρωση περίπου. Αυτή η μεγάλη ανάπτυξη οφείλεται και στις δοκιμασίες της χώρας και στην εξάπλωση του χριστιανικού έργου. Μέχρι τότε υπήρχε μια δικαιολογημένη διστακτικότητα από το περιβάλλον της «ΖΩΗΣ» και δεν προωθούσαν τις κοπέλες σε ανώτερες σπουδές. Κατόπιν όμως, αυτό άλλαξε και δόθηκε το σύνθημα να σπουδάζουν όλες. Έτσι προέκυψαν καταρτισμένα στελέχη στα κατηχητικά θηλέων. Το κατηχητικό ήταν μια ιστορία πολύ ενδιαφέρουσα, που ίσως σήμερα να μην μπορεί να αξιολογηθεί επαρκώς και σε όλες τις διαστάσεις του.
Πηγή

Το βιβλίο «Εδώ θα πας, στο στενό μονοπάτι. αυτοβιογραφικές αφηγήσεις»
θα διαβαστεί πολύ
και θα συζητηθεί πολύ.
Μπορείτε να το παραγγείλετε εδώ
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου