Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγία Παρασκευή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

☆ "Παρασκευή ονομάστηκε γεννήθηκε στη Ρώμη λουλούδι μοσχομυριστό του παραδείσου αηδόνι ...

 


           

      |(υπο)γράφει η συνήθης ύποπτη, Ελένη Ζεάκη


 

   ...Στα είκοσι ορφάνεψε 

κι οι δυό γονείς της φύγαν

πρόλαβαν και την προίκισαν

με ό,τι ωραίο είχαν 


Τη σπούδασαν με αρετές 

ήτανε στολισμένη 

καλή σοφή και όμορφη 

σε πλούτη βουτηγμένη 


Μα εκείνη αποφάσισε 

όλα να τα δωρίσει 

και σε ιερή αποστολή 

ότι είχε να χαρίσει 


Πήρε τους δρόμους μοναχή 

μ' ένα ραβδί στο χέρι 

στην πίστη των χριστιανών 

αλλόθρησκους θα φέρει 


Στ' αυτιά του αυτοκράτορα 

το νέο αυτό θα πάει  

πρέπει να απολογηθεί 

για όσα διαλαλάει


Ο Αντωνίνος με θυμό 

απέναντι τη βάζει 

να αλλάξει συμπεριφορά 

αμέσως διατάζει 


Μα εκείνη αντιστέκεται, 

του λέει δεν αλλάζω, 

για Το Χριστό θα ομολογώ 

και Εκείνον θα δοξάζω 


Βλέπει κορίτσι μια σταλιά,

ομορφοστολισμένο, 

να μη φοβάται άρχοντα, 

περίσσια θυμωμένο...


Διατάζει να της βάλουνε 

μια περικεφαλαία 

πύρινη,

 μα τους έδειχνε 

πως ένιωθε ωραία! 


Κι όλοι που βλέπαν θαύμασαν!

Τι ήταν αυτό το πράγμα; 

...και φώναζαν αληθινά 

είναι μεγάλο θαύμα! 


Και όπως ζητωκραύγαζαν

όλους τους θανατώνει,

γεμίζει ο τόπος αίματα 

μάρτυρες στεφανώνει


Και δεν πτοείται μια σταλιά,

στη φυλακή τη βάζει, 

δέσμια κι όμως άγγελος 

απ' τα δεσμά τη βγάζει 


"Θα μετανιώσεις, θες δε θες"

Και την χτυπά στα ίσα.

Τη βάζει με διαταγή 

σ' ένα καζάνι πίσσα 


Κι έβραζε και χοχλάκαγε 

μα εκείνη είχε Χάρη 

κι ούτε καιγόταν...φαίνονταν 

και πλησιάζει πάλι 


"Τι κάνεις και δεν καίγεσαι; 

...τίποτα δε θα πάθω...

Την πλησιάζει λέγοντας 

"Αυτό θέλω να μάθω "


Χάνει το φως τυφλώνεται 

Έλεος, της φωνάζει !


Κι εκείνη Στο Χριστό ζητά 

τα μάτια να του φτιάξει


Μετανοεί ειλικρινά 

τους διωγμούς αφήνει 

τη θέση στον Αυρήλιο 

να κυβερνά τη δίνει 


Και πιάνει την Αγία μας

την αποκεφαλίζει,

το τέλος γράφει της αυτός 

τα χέρια του βρωμίζει


Με Το Χριστό αδύνατο 

θάνατος να νικήσει 

κι όποιος την επικαλεστεί 

ίαση του χαρίζει 


Σπλαχνίζεται τον άρρωστο, 

τον δύστυχο φροντίζει,

θαυματουργεί σ' όποια καρδιά 

στον Κύριο ελπίζει...



Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

♡ Χρόνια πολλά λοιπόν στις εορτάζουσες, στους εορτάζοντες, αλλά και σε όλους όσους αγαπάνε κάποιον ΣΑΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥΣ ...

 


   Γιορτάσαμε την Αγία Παρασκευή σήμερα, 

την Οσιομάρτυρα προστάτιδα των ματιών!

Χρόνια πολλά 

στις εορτάζουσες 

στους εορτάζοντες 

και σε όλους όσους

αγαπάνε κάποιον 

σαν τ α  μ ά τ ι α τους ...


|η εικόνα της Αγίας μας από τον π.Αθανάσιο Καρανάσιο (εφημέριο του αγαπημένου Αγίου Δημητρίου Μηλεσίου, όπου μεταξύ άλλων θαυμαστών κατοικοεδρεύει και η υπέροχη Παναγιά η Μηλεσιώτισσα)...

Ενώ γράφτηκε πέρυσι σαν σήμερα γράφτηκε η ατάκα της μέρας (για να μην γενούμε υπερβολικοί και πούμε η ατάκα της χρονιάς...) από την πάντα - μα πάντα - χαμογελαστή Evgenia Linos (εκ των "συν αυτώ", βεβαίως βεβαίως ...)


✨ Αγία Οσιοπαρθενομάρτυς Παρασκευή. Το περιστατικό με τον βασιλέα που κατήντησε μωρό να παρακαλεί στα πόδια της...

Η Αγία Παρασκευή "που σου κόβει τη μαγκιά..."

|Λιγότερο από 1μιση λεπτό. 
Αξίζει να τ΄ακούσεις...|

Το… “φθινοπωρινό πουλάκι” που αγίασε! (από τα παιδικά χρόνια του Γ. Ιακώβου Τσαλίκη)



Οι Άγιοί μας, καθώς και οι μεγάλοι γέροντες και ασκητές μας, ήταν κι αυτοί κάποτε παιδιά! 
Ας διαβάσουμε, λοιπόν, ένα μικρό απόσπασμα, μια θαυμαστή ιστορία από τα παιδικά χρόνια του Γέροντα Ιάκωβου Τσαλίκη,
(στην οποία εμπλέκεται η σήμερα εορτάζουσα Αγία Παρασκευή...),
 όπως καταγράφεται στο εξαιρετικό βιβλίο της Άννας Ιακώβου, «Ήταν κάποτε παιδιά - Ο Γέρων Ιάκωβος Τσαλίκης»



….Φθινοπωρινό πουλάκι τον έλεγε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, τον Ιάκωβο. 
Έτσι αδύνατος κι ασθενικός που ήταν, έμοιαζε περισσότερο μ’ εκείνα τα φθινοπωρινά πουλάκια που, σαν τα βλέπεις, αναρωτιέσαι πώς θ’ αντέξουνε τα πρωτοβρόχια, πώς θα πετάξουν κόντρα στους πρώτους παγωμένους αγέρηδες, πώς θα σκίσουν με τα φτερά τους εκείνους τους γκρίζους ουρανούς.

Και ήθελε η κυρά-Δωρούλα γερό και δυνατό τον μικρό Ιάκωβο για τα πρώτα του πεταρίσματα στη ζωή. Την ίδια όμως έγνοια είχε και για τις πνευματικές του πτήσεις.
 
Πιο πολύ γι’ αυτά τα φτερουγίσματα ήθελε ο Ιάκωβος να κάμει γερά φτερά...

Και τώρα, που τον έβλεπε να μεγαλώνει και δειλά ν’ ανοίγει τις φτερούγες του σαν νιόβγαλτο πουλάκι να πετάξει στους δρόμους της γης και τ’ ουρανού, χτύπαγε πιότερο με λαχτάρα η καρδιά της.

Το πρώτο της ζωής του το φτερούγισμα ο Ιάκωβος το έκανε στα εφτά του χρόνια. 
Κι έφτασε τούτο το πετάρισμα ως του σχολειού τα σκαλοπάτια. Ένα σχολειό ασυνήθιστο που είχε στηθεί για χάρη των παιδιών μέσα στο μικρό ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής, μιας και σχολειό κανονικό στο χωριό τους δεν είχε ακόμη γίνει. Εκεί μάζευε ο δάσκαλος τα παιδιά και τους έκανε το μάθημα. Το χειμώνα μέσα. καθισμένοι στα στασίδια της εκκλησιάς, αντάμα μ’ Αγίους κι Αγγέλους να μαθαίνουνε γραφή κι ανάγνωση. Και σαν έμπαινε η άνοιξη, βγαίνανε έξω, στα πεζούλια της αυλής, κάτω απ’ τα πυκνόφυτα πεύκα που κρύβανε περίτεχνα το μικρό ξωκλήσι του λόφου.

Μεγάλη αγάπη είχε ο Ιάκωβος στο σχολειό του. Μεγάλη όμως αγάπη είχε και στο μικρό εκκλησάκι. Κι έλαχε και σμί­ξανε τούτες οι δυο αγάπες του και γίνηκαν ένα. Με χαρά, πετώντας, πήγαινε το πρωί στο ξωκλήσι για να μάθει γράμματα και το απόγευμα για ν’ ανάψει τα καντηλάκια και να προσευχηθεί.

Έφτιαχνε και τα στασίδια, καθάριζε, όπου τύχαινε να πέσουν, και τις σταλαματιές των κεριών από τις πλάκες, μάζευε και τα μαραμένα αγριολούλουδα, που φέρνανε τα παιδιά, από την εικόνα της Αγίας Παρασκευής, κάνοντας έτσι τόπο την άλλη μέρα να χωρέσουν τα καινούργια.

Και σαν τέλειωνε απ’ όλα ετούτα, στεκόταν μπρος στην Αγία κι έκανε μετάνοιες.
 
όπως είχε δει κρυφά τη μάνα του να κάνει τα βράδια την ώρα που όλοι στο σπίτι κοιμόνταν.
Ήξερε και κάποιες μικρές προσευχές που ντροπαλά σιγοψιθύριζε.
 
Τις πιο πολλές όμως τις έφτιαχνε μόνος, με το νου του. Κι έβανε εκεί μέσα την ψυχή του..

Όλα ετούτα, τους κόπους και τις προσευχές του, τα έβλεπε η Αγία Παρασκευή κι έπαιρνε χαρά μεγάλη. Μήπως νοιαζόταν εκείνη να ζητήσει για προσευχές του νόμου τα γραμμένα από ένα τόσο δα ψιχαλάκι που ήτανε ο μικρός Ιάκωβος;
 
Μήτε ψαλμούς και κοντάκια ήθελε, μήτε χαιρετισμούς και μεγαλυνάρια, μήτε τροπάρια, αίνους κι εξαποστειλάρια. Μια στρωτή μετάνοια στηριγμένη πάνω στα παιδικά τα δάχτυλα και έσβηνε μεμιάς των σοφών κοντυλάδων τα προσευχητάρια. Ένας ήχος, ένα ψέλλισμα στης Παναγιάς τ’ όνομα απ’ τα τρυφερά τα χείλη κι έφτανε για να σιγάσουν φωνές ψαλτάδων γλυκόλαλες.

Γι’ αυτό πήρε και τα θάρρητα η Αγία κι άρχισε σιγά-σιγά να του φανερώνεται. 
Τη μιαν εκεί, στης εκκλησιάς την πόρτα, την άλλη μέσα στο Ιερό, την τρίτη έξω στον περίβολο να σεργιανίζει, να πλένει τα καντήλια της, να τακτοποιεί τα πεζούλια.

Και ο Ιάκωβος, όταν την πρωτοαντίκρισε, λογάριασε πως ήτανε τόσο φυσικό ετούτο που γινόταν!
- Μια νοικοκυρά που νοικοκυρεύει το σπίτι της, σκεφτότανε. Όπως ακριβώς έκανε και η μάνα του που, σαν ερχόταν το δειλινό, συγύριζε κι έπλενε τα πιάτα του σπιτιού, μη και μείνουν για την άλλη μέρα άπλυτα.

Έτσι τ’ ουρανού και της γης τα πράματα είχανε γίνει ένα για τον μικρό Ιάκωβο. Και λέξη σε κανέναν δεν είχε φανερώσει το παιδί απ’ όλα ετούτα, ώσπου μια μέρα τον έκαμε η ανάγκη στη μάνα του όλα να τα πει…

- Είδες παιδί μου την Αγία Παρασκευή; τον ρώτησε η μάνα του κι απλώνοντας το χέρι πιάστηκε από την κουπαστή της σκάλας μη διπλωθεί και πέσει στα σκαλιά.

- Την είδα στο ξωκλήσι της απέξω, είπε το παιδί λαχανιασμένο απ’ την τρεχάλα.
- Πώς την είδες; Τι συνέβη ακριβώς; Ρώτησε η μάνα βάζοντας γλύκα και μέλι στη φωνή μη και τρομάξει το παιδί απ’ τα ξαφνιάσματά της.

- Να, αποκρίθηκε εκείνο σιγανά, καθώς πλησίαζα στο εκκλησάκι, την είδα να στέκει εκεί, μπρος του. 

Η Αγία ήταν σαν μοναχή. Όταν με είδε. μου λέει…
«Έλα εδώ, Ιάκωβε, να σου μιλήσω!». 
Εγώ όμως φοβήθηκα να πλησιάσω.

- «Φοβούμαι να έρθω κοντά σου», της είπα, «πες μου από δω που στέκομαι τι θέλεις να μου πεις!».
- Τότε τι έγινε; τον ρώτησε η μάνα.

- Τότε μου λέει η Αγία… 
«- Γιατί με φοβάσαι; Εσύ τόσον καιρό έρχεσαι και περιποιείσαι την εκκλησία μου και μου ανάβεις τα καντήλια μου. Ζήτησέ μου τι χάρη θέλεις από μένα! Τι χάρισμα να σου δώσω!».

- Κι εσύ τι της είπες; τον ρώτησε η μάνα του και κατεβαίνοντας αργά τη σκάλα του σπιτιού ήλθε και στάθηκε κοντά του, εκεί στη μέση της αυλής.
- Εγώ…! Δεν ήξερα τι να ζητήσω, είπε ντροπαλά το παιδί, 
«Να ρωτήσω τη μητέρα μου και θα σου πω!», αυτό της είπα μόνο.

Η κυρά Δωρούλα χαμογέλασε. 
- Άκουσε, Ιακωβάκι μου, του είπε. Να ζητήσεις από την Αγία την τύχη σου να σου δώσει. Κατάλαβες; Την τύχη σου, του είπε. και χάθηκε με τούτη την κουβέντα σαν σκιά μέσα στο σπίτι.
Ό,τι του είπε η μάνα του, εκείνο ζήτησε και ο Ιάκωβος την άλλη μέρα το απόγευμα, όταν πήγε και πάλι τρέχοντας στο ξωκλήσι. Και η Αγία του μίλησε εκείνο το δείλι για την τύχη του.

Με όλα ετούτα που έβλεπε η μάνα του, η κυρά-Δωρούλα, χαι­ρότανε. Κι ο παπα-Θοδόσης, ο παπάς του χωριού, έβλεπε πως τούτο το παιδί δεν ήταν σαν όλα τ’ άλλα. Το έβλεπαν ακόμη και οι χωριανοί κι αρχίσανε να τον φωνάζουνε με σέβας «παπα-Ιάκωβο». Και δεν το λέγανε για χωρατό, μα το πιστεύανε στ’ αλήθεια πως ο Ιάκωβος μπορεί να πατούσε στη γη, μα βρισκό­τανε στον ουρανό.

Ο παπα-Θοδόσης ερχότανε στη Φαράκλα κάθε δυο εβδομάδες για να λειτουργήσει. Όλο τον υπόλοιπο καιρό έστεκε στο πόδι του ο μικρός παπα-Ιάκωβος για ό,τι έκτακτο και βιαστικό τύχαινε κι ας ήτανε μόνο εννιά χρονών παιδί.

Αυτόν φωνάζανε οι χωριανοί, όταν αρρωσταίνανε τα ζωντανά να τους διαβάσει μιαν ευχή για να γίνουν καλά. Αυτόν φανίζανε σαν αρρωσταίνανε και οι ίδιοι για να τους σταυρώσει και να γιάνουν. 
 
Τον παπα-Ιάκωβο παίρνανε να τους ρίξει αγιασμό στα θεμέλια του καινούργιου τους σπιτιού, να ραντίσει μ’ αγιονέρι τ’ αμπέλια, σαν τα ’πιανε φυλλοξέρα, να προσευχηθεί να φύγει η ακρίδα απ’ τα σπαρτά.

Ακόμη κι ο παπα-Θοδόσης τον Ιάκωβο κάλεσε για να διαβάσει μιαν ευχούλα, όταν η παπαδιά δεν μπορούσε να γεννήσει τον Βαγγελάκη και κοιλοπονούσε μια βδομάδα.
Τον Ιάκωβο πήγανε κι εκείνη τη μέρα οι μανάδες στο σπίτι του να βρούνε, να πέσουν στα πόδια του, να τον παρακαλέσουν …

- Την ευχή μου να ’χεις παιδάκι μου, Ιάκωβε, και το κακό το περιμέναμε τώρα που είναι άνοιξη, είπε η μάνα του Δημητρού.
- Όπως έρχονται τα χελιδόνια έρχονται κι αυτές οι παιδικές αρρώστιες, είπε με κομμένη την ανάσα η μάνα του Γρηγόρη.

- Και τι έχουν τα παιδιά; ρώτησε ο Ιάκωβος. 
- Μαγουλάδες να σε χαρώ, είπε η κυρα-Ζωή.
- Και πρηστήκανε τα μάγουλα τους. συμπλήρωσε η κυρα-Ευτέρπη.
- Ο δικός μου ο Θανάσης απόψε κόντεψε να σκάσει από τον πυρετό, είπε η κυρα-Ματούλα.
 
- Εάν με αφήσει η μάνα μου, εγώ ευχαρίστως να πάω στη Λίμνη, να φωνάξω το γιατρό, είπε πρόθυμα, συμπονώντας την έγνοια τους ο Ιάκωβος.

- Ποιος γιατρός, μάτια μου; φωνάξανε ταραγμένες μ’ ένα στόμα εκείνες.
- Τέτοια ώρα τέτοια λόγια θα λέμε, Ιάκωβε; Εδώ χάνουμε τα παιδιά μας, είπε η κυρα-Ζωή.

- Για φαντάσου να περίμενε κι ο αδερφός σου το γιατρό από τη Λίμνη, όταν τον δάγκωσε στο χέρι εκείνο το καταραμένο το φίδι στο χωράφι σας, είπε η κυρα-Ματούλα. Μαύρα θα είχε φορεθεί η μάνα σου.
 
- Βρε γυιε μου, μαύρα θέλεις να φορέσουμε κι εμείς; είπε με πόνο η κυρα-Ευτέρπη.
 
 Όπως διάβασες τότε μιαν ευχούλα στον αδερφό σου και γίνηκε νερό το δηλητήριο, έτσι διάβασε τώρα και σε τούτα εδώ τ’ αδέρφια σου μιαν ευχή. Γιατί, Ιάκωβε παιδί μου, πώς να το κάνουμε; Αδέρφια είστε όλα. Μαζί μεγαλώνετε, μαζί παίζετε, μαζί πηγαίνετε στο σχολειό.

- Μα τι είναι αυτά που λέτε, ψέλλισε ντροπιασμένο το παιδί.
 Τι είμαι εγώ για να διαβάζω τις ευχές;

- Εσένα σ’ ακούει ο Θεός, Ιάκωβε μου. είπε η Ελένη που ήρθε να παρακαλέσει για το Λευτέρη τον αδερφό της και που τόση ώρα καθότανε αμίλητη στη γωνιά.
 
 Όλους μας ακούει το ίδιο ο Θεός, είπε ο Ιάκωβος, έχοντας κολλημένα τα μάτια του στο χώμα. 
 
Αγιασμό κι εσείς έχετε στα σπίτια σας· ας πιούνε λίγο τα παιδιά … 
 
 **********************************
 
(Άθως- παιδικά, εκδ. Σταμούλη 2008.)
                                                                                


☆ "Κάθε μέρα έδερνε τη γυναίκα του... 👉 Ένα συγκλονιστικό θαύμα της Αγίας Παρασκευής...

   |με το Νώντα Σκοπετέα...

♡ Η Αγία Παρασκευή δεν φοβήθηκε το σκοτάδι, γιατί το φως του Χριστού που κουβαλούσε μέσα της δεν το έσβηνε καμιά νύχτα... Ήξερε τι θα πει πόνος. Τι θα πει να μένεις μόνος, αλλά να μη φεύγεις από αυτό που πιστεύεις... |Χρόνια πολλά σε όσους βλέπουν με την καρδιά. Αυτή είναι η πιο βαθιά όραση απ’ όλες...

 


     |γράφει η εκ των "συν αυτώ", Αθηνά Γκοτσοπούλου



   "Αγία Παρασκευή...

 Αυτή που ήξερε να βλέπει κι όταν όλα σκοτείνιαζαν.


Δεν χρειάζεται να είσαι άγιος για να την καταλάβεις.

Αρκεί να έχεις περάσει μέσα από φωτιές και να βγήκες με την καρδιά σου ακόμα ζεστή.


Η Αγία Παρασκευή δεν φοβήθηκε το σκοτάδι, γιατί το φως του Χριστού που κουβαλούσε μέσα της δεν το έσβηνε καμιά νύχτα.

Της πήραν τα μάτια, αλλά όχι την όραση της ψυχής.


Ήξερε τι θα πει πόνος.

Τι θα πει να μένεις μόνος, αλλά να μη φεύγεις από αυτό που πιστεύεις.

Να σε ρωτάνε ποια είσαι, και να απαντάς με το βλέμμα – ακόμα κι όταν δεν βλέπεις.


Είναι μια Αγία που στέκει δίπλα μας κάθε φορά που νιώθουμε αόρατοι.

Κάθε φορά που δεν μας βλέπουν… αλλά εμείς βλέπουμε πιο καθαρά.

Μέσα μας. Στον Θεό – στο θαύμα που ψιθυρίζει ο καθένας .


Δεν είναι απλώς μια αγία. Είναι μια υπενθύμιση.

Ότι το φως δεν μπαίνει απ’ τα μάτια, αλλά απ’ την πίστη.

Κι η πίστη δεν είναι πάντα για όλους κάτι μεγάλο. Μπορεί να είναι κι ένα μικρό “κρατιέμαι ακόμα”.


Χρόνια πολλά σε όσους βλέπουν με την καρδιά.

Αυτή είναι η πιο βαθιά όραση απ’ όλες...


📿🕊️ 🌹

✨ Ἡ ἁγία Παρασκευή ἦτο 12 χρονῶν κόρη ἀπό γένος εὐγενικόν... |αντί δώρου στις εορτάζουσες


 

...Μείνασα ὀρφανὴ ἐμοίρασεν ὅλην της τὴν περιουσίαν εἰς τοὺς πτωχούς, καὶ μὲ αὐτὰ ἠγόρασεν τὸν παράδεισον.

Καὶ μετεχειρίζετο ὡς φτιασίδια τὰ δάκρυα, ἐνθυμουμένη τὰς ἁμαρτίας της.

Ὡς σκουλαρίκια εἶχε τὰ ὦτα της ἀνοικτὰ διὰ ν᾿ ἀκούη τὰς Ἁγίας Γραφάς.

Ὡς κορδόνι εἶχε τὰς πολλὰς νηστείας, ὁποὺ ἔκαμνον τὸν λαιμόν της καὶ ἔλαμπεν ὡς ἥλιος.

Ὡς δακτυλίδια τοὺς κόμβους τῶν δακτύλων της ἀπὸ τὰς πολλὰς μετανοίας ὁποὺ ἔκαμνεν.

Ὡς χρυσοῦν ζωνάριον τὴν παρθενίαν ὁποὺ ἐφύλαξεν εἰς ὅλην της τὴν ζωήν.

Ὡς φόρεμα τὴν ἐντροπὴν ὁποὺ εἶχε εἰς τὸν ἑαυτόν της καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ ὁποὺ τὴν ἐσκέπαζεν.

Ἔτσι ἐστολίζετο ἡ Ἁγία.

Ἀνίσως καὶ εἶνε κανένα κορίτσι καὶ θέλη νὰ στολίζεται, ἂς στοχασθῆ τί ἔκαμνεν ἡ Ἁγία, νὰ κάμνη καὶ ἐκείνη, ἂν θέλη νὰ σωθῆ.

Ἔτσι, ἀδελφοί μου, ἡ ἁγία Παρασκευὴ ἔμαθε γράμματα καὶ ἔγινε σοφώτατη.

Καὶ διὰ τὴν καθαρότητά της τὴν ἠξίωσεν ὁ Θεὸς καὶ ἔκαμνε καὶ θαύματα.

Ἰατρευε τυφλούς, κωφούς·

ἀνέστηνε νεκρούς.

Δυὸ Ἑβραῖοι, τέκνα τοῦ διαβόλου, βλέποντες τὴν Ἁγίαν νὰ κάμνη θαύματα, τὴν ἐφθόνησαν καὶ τὴν διέβαλον εἰς τὸν βασιλέα Ἀντωνίνον ὡς χριστιανήν.

Τὴν κράζει λοιπὸν ὁ βασιλεὺς καὶ τῆς λέγει ν᾿ ἀρνηθῆ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήση τοὺς θεούς, νὰ τὴν κάμνη βασίλισσαν.

Λέγει του ἡ Ἁγία:

Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀνόητη ὡσὰν ἐσένα, νὰ ἀρνηθῶ τὸν Χριστόν μου καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν διάβολον·

ν᾿ ἀφήσω τὴν ζωὴν καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸν θάνατον.

Ἄμποτε νὰ ἄφηνες καὶ σὺ τὸ σκότος καὶ νὰ ἤρχεσο εἰς τὸ φῶς.

Ἀκούετε, ἀδελφοί μου, ἕνα κορίτσι νὰ ὁμιλῆ μὲ τοιαύτην παρρησίαν ἐμπρὸς εἰς ἕνα βασιλέα;

Ὅστις ἔχει τὸν Χριστὸν μέσα εἰς τὴν καρδίαν του, δὲν φοβεῖται ὅλον τὸν κόσμον.

Ἀνίσως θέλωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ φοβούμεθα μήτε ἀνθρώπους μήτε δαίμονας, νὰ ἔχωμεν τὸν Θεὸν εἰς τὴν καρδίαν μας.

Λέγει ὁ βασιλεὺς τῆς Ἁγίας:

Σοῦ δίδω τρεῖς ἡμέρες διορίαν· ἂν δὲν μοῦ ὑπακούσῃς, θὰ σὲ θανατώσω.

Λέγει του ἡ ἁγία: Βασιλεῦ, ἐκεῖνο ὁποὺ θέλεις νὰ κάμης εἰς τρεῖς ἡμέρας, κᾶμε τὸ τώρα, διότι ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν Χριστόν μου.

Τότε προστάζει ὁ βασιλεὺς καὶ ἄναψαν μίαν μεγάλην πυρκαϊὰν καὶ βάνουν ἕνα καζάνι γεμάτο πίσσαν καὶ θειάφι καὶ βράζει καλά.

Βλέπουσα ἡ Ἁγία τὸ καζάνι ἐχαίρετο, ὅτι ἔμελλε ν᾿ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τοῦτον τὸν ψεύτικον κόσμον καὶ νὰ ὑπάγη εἰς ἐκεῖνον τὸν ἀληθινὸν καὶ αἰώνιον.

Προστάζει ὁ βασιλεὺς νὰ βάλουν τὴν ἁγίαν εἰς τὸ καζάνι διὰ νὰ καῆ.

 Ἡ Ἁγία ἔκαμε τὸν σταυρόν της καὶ ἐμβαίνει μέσα.

Περιμένει δυὸ - τρεῖς ὥρας ὁ βασιλεὺς καὶ βλέπων ὁποὺ δὲν καίεται ἡ Ἁγία της λέγει:

Παρασκευὴ διατὶ δὲν καίεσαι;

Λέγει του ἡ Ἁγία:

Διότι ὁ Χριστὸς ἐδρόσισε τὸ νερὸ καὶ δὲν καίομαι.

Λέγει της ὁ βασιλεύς:

Ραντισόν με καὶ ἐμὲ διὰ νὰ ἴδω, καίει;

Ἐπῆρεν ἡ Ἁγία μὲ τὰς δυό της χείρας καὶ τοῦ ρίπτει εἰς τὸ πρόσωπον καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος!

ἐτυφλώθη καὶ ἐγδάρθη τὸ πρόσωπόν του.

Φωνάζει ὁ βασιλεύς:

Μέγας ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν καὶ εἰς αὐτὸν πιστεύω καὶ ἐγώ·

καὶ ἔβγα νὰ μὲ βαπτίσῃς.

Ἐβγῆκεν ἡ Ἁγία καὶ τὸν ἐβάπτισε μὲ ὅλον του τὸ βασίλειον.

Ἔπειτα τὴν ἀπεκεφάλισεν ἄλλος βασιλεὺς καὶ ὑπῆγεν εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρεται πάντοτε…

 

άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, διδαχή β΄


|από τον π.Παντελεήμονα Κρούσκο