|Πρωτοδημοσιεύσαμε κάπου μέσα στο καλοκαίρι του 2020...
Πρέπει νά γίνῃς γενναιότερος.
Νά παραταχθῇς στῆθος πρός
στῆθος
πρός αὐτούς τούς ἀσάρκους.
Μήν τούς φοβῆσαι.
Ἐσύ δέν βλέπεις με κάθε εὐχήν,
ὅπου λέγεις,
πόσοι πίπτουν,
πόσοι στρέφουν τά νῶτα.
Σύ μόνον βλέπεις
πόσον ἐσύ πληγώνεσαι.
Ἀλλά καί αὐτοί
δέρνονται.
Καί αὐτοί φεύγουν.
Εἰς κάθε ὑπομονήν, ὅπου
κάμνομεν,
φεύγουν ἁλματωδῶς,
καί είς κάθε εὐχήν πληγώνονται σοβαρῶς.
Λοιπόν, μή θέλῃς ἐν καιρῷ πολέμου
νά ρίπτῃς ἐσύ σφαῖρες καί
βόλια
καί αύτοί νά σοῦ ρίχνουν
λουκούμια καί σοκολάτες...
✨ Το έργο που κοσμεί την ανάρτησή μας,
ανήκει στη Theodora Panayi - 2023.
- Η άλλη πλευρά της τέχνης που κατανύσσει
και ανεβάζει το πνεύμα προς τον Θεό... -
|"εκλάπη" μεσονυκτίως από τον πατέρα της, Nearchos Panayi...|
~ Δες αν θες κι αυτό:
Ο συνεχιστής της Παλαμικής διδασκαλίας περί της Ευχής του Ιησού...
"Κάποια μεσάνυχτα, πήγα να βάλω μετάνοια ως συνήθως, για να πάω να λειτουργήσω.
Μιάς και ήταν καλοκαίρι, ο Γερο-Αρσένιος και ο Γέροντας είχαν βγη στην δροσερή απλωταριά με τα κομποσχοινάκια τους και ακουμπούσαν πάνω στα κάγκελλα.
Εγώ κάθισα κάτω, επειδή ήμουν κουρασμένος.
-Γιατί εσύ, μου λέει, κάθεσαι κάτω;
-Κουράσθηκα, Γέροντα.
-Χμ! Ναί, πράγματι κουράσθηκες μικρούλη. Παρακουράσθηκες.
Το ξέρω σ’ έχω φορτώσει πολλά, αλλά κάνε λίγη υπομονή λίγες μέρες ακόμα.
Και όταν φύγω και βρω παρρησία στον Θεό, θα σου στείλω Χάρι με το τσουβάλι.
Όχι με το δράμι και την οκά, αλλά με το τσουβάλι θα σου στέλνω τη Χάρι.
-Ευχαριστώ, Γέροντα.
Όταν έφυγε ο Γέροντας από τον μάταιο κόσμο, όπως μας είχε διατάξει, εμείς οι υποτακτικοί του χωρισθήκαμε, για να κάνουμε διαφορετικές συνοδείες.
Εγώ ήμουν με τον πατέρα Τιμόθεο τον μετέπειτα πατέρα Ιωσήφ τον Φιλοθείτη, που ο Γέροντας μου είχε αφήσει υποτακτικό.
Περίπου δύο μήνες από την κοίμησί του με ρωτάει ο πατήρ Τιμόθεος:
-Έχει ευλογία να πάω το βράδυ στις Καρυές, γιατί πονάνε τα δόντια μου;
-Να πας, του είπα.
Μόλις έφυγε ο πατήρ Τιμόθεος το βράδυ, έμεινα ολομόναχος και ήμουν στην απλωταριά, εκεί που κοιμήθηκε ο Γέροντας.
Αισθάνθηκα πολλή γλυκύτητα μέσα μου, δηλαδή, το προοίμιον ότι θα γινόταν κάτι πολύ σοβαρό.
Ένιωσα μέσα μου αυτό που λέει ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος:
«Όταν πρόκειται να γίνη ο τοκετός του Χριστού μέσα στην καρδιά του ανθρώπου, όπως η γυνή αισθάνεται το σκίρτημα του βρέφους πριν γεννήση, ότι είναι ζωντανό, έτσι νοιώθει και ο άνθρωπος ότι θα γεννηθή ο Χριστός στην ψυχή του, ένα σκίρτημα χάριτος».
Και είπα: «τι γίνεται τώρα;
Φαίνεται, είναι το σκίρτημα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος.
Τι θα γίνη τώρα; Γι’ αυτό είπα, ας πάω να κλειστώ μέσα στο κελλί μου».
Αλλά δεν πρόλαβα.
Όπως ήμουν εκεί, ήρθε η ευλογία Θεού, μια ευφορία Χάριτος και μια ουράνια γλυκύτητα.
Όχι σαν κι’ αυτά που δοκιμάζουν οι αιρετικοί και οι πλανεμένοι, που στην πραγματικότητα είναι δαιμόνια και δεν βγαίνουν κιόλας.
Το μυαλό μου έγινε αγγελικό, η ψυχή μου μεταμορφώθηκε και τα δάκρυα έρρεαν από χαρά ποτάμι!
Και ούτε βήμα δεν μπορούσα να κάνω.
Κάθισα πάνω στην απλωταριά και στηρίχθηκα εκεί να μην πέσω κάτω.
Και κοιτούσα τον ουρανό μονάχα, τα νοερά μάτια της ψυχής μου έβλεπαν στο βάθος του ουρανού και ένιωθα μέσα στην ψυχή μου ανέκφραστη ευτυχία και θεία μακαριότητα.
Και από τον ουρανό, σαν να είχε βάλει ο Θεός ένα τεράστιο «χωνί», κι’ έρριχνε μέσα στην καρδιά μου, την θεία Του μακαριότητα.
Δηλαδή κατέβαιναν γνώσεις, πολλές ουράνιες γνώσεις, ακατάληπτη αγαλλίασις, γλυκύτης, έκπληξις και δάκρυα πολλά.
Κι’ εγώ ξετρελάθηκα. «Τι ευλογία Θεού!»
Δεν ξέρω πόση ώρα καθηλώθηκα εκεί και δεν μπορούσα να φύγω, έως ότου υπεστάλη κάπως η Χάρις και μπόρεσα και πήγα μέσα στο κελλί μου σιγά-σιγά.
Και αφού σταμάτησε λίγο έπιασα κι’ έγραφα, καθ’ υπαγόρευσιν εσωτερική.
Έγραψα τα πολλαπλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και τα έστειλα σε μια μοναχή.
Και μου έρχεται ο λογισμός:
«Να, το τσουβάλι της Χάριτος του Γέροντος! Αυτό είναι!
Να, η έμπρακτη πληροφορία ότι ο Γέροντας βρήκε παρρησία στον Θρόνο του Θεού!»
|πηγή:
Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης, Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959).
(εμείς από τον Κωνσταντίνο Σύμπουρα)
[Ναι, μπορεί να τα'χουμε διαβάσει. Αλλά, είν' αλλιώς να τ'ακούς με τ'αυτιά σου από τους ίδιους τους Αγίους που τα έζησαν... Σκέψου, ας πούμε, να είχαμε την δυνατότητα ν'ακούμε τον Άγιο Ζωσιμά να αφηγείται πως βίωσε ο ίδιος το οσιακό τέλος της Όσιας Μαρίας της Αιγύπτιας. Δεν συμΦωνείτε;]
|και για τους νοικοκύρηδες (όπου υπάρχουν τέτοιοι) ισχύει αυτή η υπέροχη προτροπή του Αγίου μας... Μην γελιόμαστε, κύριοι...|
Όταν έχετε χρόνο εις το σπίτι σας και την απαιτουμένη ησυχία αρχίσετε να λέγετε με κατάνυξη τα λόγια της ευχής.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με.
Καθώς περνάει ο χρόνος η προφορική αυτή ευχή, ελκύει τον νούν προς τα έσω και συγχρόνως δημιουργείται εις την ψυχήν ένα άλλο κλίμα.
Αισθάνεται η ψυχή χαρά, ειρήνη, γλυκύτητα εις το στόμα.
Δεν θέλει καθόλου να διακόπτη την ευχήν...
Όταν η νοικοκυρά εργάζεται μέσα εις το σπίτι της και μαγειρεύει η πλένει η οτιδήποτε άλλο κάνει, ας λέγη ταυτοχρόνως και την ευχήν εκφώνως.
Θα φύγουν όλοι οι λογισμοί και το σπίτι της θα γίνη ένας αισθητός παράδεισος.
Όλα τότε θα είναι όμορφα και γαλήνια εις το σπίτι της και τα λόγια της ευχής, ωσάν ένα ιερό άσμα, θα διαποτίζουν την ψυχήν της,
και όταν θα έλθουν τα παιδιά της από το σχολείον και ο άνδρας της από την εργασίαν, θα τους υποδεχθή με την θερμότητα της ευχόμενης καρδίας της και θα τους αφαιρέση τον κόπον και το άγχος...
|από τον π.Βασίλειο Τσιμούρη
Διότι
αν υπομένεις την άσκησιν της ημέρας,
την κάθε φοράν
που πιέζεις την ψυχήν σου
να βαστάσης έναν λόγον ψυχρόν,
ένα χλευασμόν,
έναν έλεγχο,
γίνεσαι ομολογητής.
Σε κάθε υπομονήν όπου κάμνεις,
στέφανον παίρνεις
και σου λογίζεται ενώπιον του Θεού
μαρτύριον ημερήσιον...
Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής
|εμείς από τον π.Βασίλειο Τσιμούρη
15 Αυγούστου 1959 στο Άγιον Όρος, πέρασε στην αιωνιότητα ο Γέροντας μας.
Ο Άγιος Ιωσήφ o Ησυχαστής.
Την ακριβή ημερομηνία της αναχώρησής του, του την είχε αποκαλύψει η ίδια η Υπεραγία Θεοτόκος, ένα μήνα πριν.
Ο νεότερος υποτακτικός της συνοδείας του Αγίου, Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεϊτης και μετέπειτα Αριζόνας, στο βιβλίο του "Ο Γέροντάς μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης 1897-1959" περιγράφει την οσιακή κοίμηση του Αγίου μας και την μετάβασή του στην αγκαλιά του Σωτήρα Κυρίου Ιησού Χριστού και της Παναγίας, που τόσο αγάπησε από νεότητός του:
"Τὸ βράδυ εἰς τὴν ἀγρυπνίαν τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας συνέψαλλε ὅσον ἠδύνατο μὲ τοὺς πατέρας.
Εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν τὴν ὥραν ποὺ ἐκοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε·
«εις ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου».
Ξημέρωσε 15η Αὐγούστου.
Ὁ Γέροντας κάθεται στὴν μαρτυρική του πολυθρόνα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας.
Περιμένει τὴν ὥραν καὶ τὴν στιγμήν.
Εἶναι σίγουρος διὰ τὴν πληροφορίαν ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥραν νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιον νὰ ἀνεβαίνη τοῦ ἔρχεται κάτι ὡσὰν στενοχώρια, ὡσὰν ἀγωνία διὰ τὴν βραδύτητα.
Εἶναι ἡ τελευταία ἐπίσκεψις τοῦ πονηροῦ.
Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέγει:
«Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρη;
Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ ἀκόμη εἶμαι ἐδῶ!».
Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ λυπῆται καὶ σχεδὸν νὰ ἀδημονῇ, τοῦ λέγω μὲ θάρρος:
«Γέροντα μὴ στενοχωρῆστε, τώρα ἐμεῖς θὰ κάνωμε εὐχή καὶ θὰ φύγετε».
Ἐσταμάτησαν τὰ δάκρυά του.
Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι του καὶ ἔντονον τὴν εὐχήν.
Δὲν ἐπέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέγει:
«Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοιαν, διότι φεύγω».
Ἐβάλαμε τὴν τελευταίαν μετάνοιαν.
Ἔπειτα ἀπὸ λίγο ἐσήκωσε τὰ μάτια του ὑψηλὰ καὶ ἔβλεπε ἐπιμόνως ἐπὶ δυὸ λεπτὰ περίπου.
Κατόπιν γυρίζει καὶ πλήρης νηφαλιότητος καὶ ἀνεκφράστου ψυχικοῦ θάμβους μᾶς λέγει:
«Ὅλα ἐτελείωσαν, φεύγω, ἀναχωρῶ, εὐλογεῖτε!»
Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δυὸ τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια, καὶ αὐτὸ ἦταν.
Παρέδωκε τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐπόθησε καὶ ἐδούλευσεν ἐκ νεότητος.
Θάνατος ὄντως ὁσιακός.
Εἰς ἡμᾶς ἐσκόρπισε ἀναστάσιμον αἴσθησιν.
Ἐμπροστά μας εἴχαμε νεκρὸν καὶ ἥρμοζε πένθος, ὅμως μέσα μας ἐζούσαμε ἀνάστασιν.
Καὶ τοῦτο τὸ αἴσθημα δὲν ἔλειψε πλέον·
μὲ αὐτὸ συνοδεύεται ἔκτοτε ἡ ἐνθύμησις τοῦ ἀειμνήστου ἁγίου Γέροντος".
H Εκκλησία μας όρισε να τιμάται η μνήμη του στις 16 Αυγούστου...
|από το Νικόλα Σταυρίδη
Η ΜΑΝΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ.
Πόσες φορές δεν στάθηκα μπροστά στην εικόνα Της,
στο καντήλι της
και δεν είχα τίποτε απολύτως να της πω.
Κενό, τίποτα, όλος, μάτια, όλος δάκρυα.
Λέξη δεν έβγαινε από τα ξεραμένα χείλη μου.
Λέξη από τα ταραγμένο μου μυαλό.
Είναι τότε που ο πόνος σε κλειδώνει,
που σε παγώνει στον πιο βαρύ χειμώνα της καρδιάς σου.
Σιωπή, βλέμμα κενό, καρδιά παραλυμένη.
Όταν πονάς δεν μιλάς,
σιωπάς και είναι τόσο δυνατές οι κραυγές σου
που δεν ακούγονται.
Έχω δει χείλη να πάλλονται δίχως να μιλάνε.
Φωνές να βραχνιάζουν δίχως να λένε λέξη.
Όλος ο άνθρωπος γίνεται μάτια,
όλο το σώμα μια κραυγή, μια φωνή δίχως ήχο.
Σιωπή, σώμα σε στάση προσευχής,
σε κατάσταση αναμονής…
Πόσες φορές προσευχήθηκα σε αυτή την απόλυτη σιωπή.
Σε αυτά τα κρύα πατώματα της μοναξιάς σε νύχτες
που έμοιαζαν αξημέρωτες.
Μόνη παρέα το εικόνισμα της Παναγίας,
μια αγκαλιά, ένα χάδι Μάνας,
μια ζεστή αγκαλιά και ένας ήχος στο αυτί
«σσσσσσς, όλα θα πάνε καλά…….».
Αυτή είναι η Παναγία, που ακούει τις προσευχές των σιωπηλών,
που ενώ δεν μιλάς ξέρει τι λες,
που δίχως να εξηγείς,
ξέρει τι νιώθεις και σε καταλαβαίνει.
Σε αυτή την μάνα της σιωπής προσευχήθηκα και σήμερα,
προσευχηθήκαμε όλοι,
ακόμη και αυτοί που δεν πήγαν εκκλησία.
Άκουσε τις σιωπές μας,
ένιωσε τα πένθη και τις απώλειες μας.
Τις θλίψεις και τα άγχη μας,
τους φόβους και πανικούς μας,
τις ματαιώσεις και απογοητεύσεις μας.
Και να είστε για ένα σίγουροι,
όσο οι άνθρωποι θα σας σταυρώνουν
ο Θεός θα σας ανασταίνει.
Όσο οι άνθρωποι θα σας πληγώνουν
ο Χριστός θα σας συντροφεύει,
όσο οι άνθρωποι θα ματαιώνουν τα όνειρα σας,
η Παναγία θα γίνεται η πλατυτέρα της καρδιάς σας,
που μέσα στο πλάτεμα της αγκαλιά Της
θα χωράμε όλοι, προδότες και προδομένοι…
— Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής
πηγή:ΜΕΛΙΣΣΟΥΛΕΣ
"Μία ημέρα, των Αγίων Αποστόλων ήταν, ήρθε ο παπα-Εφραίμ από τα Κατουνάκια να μας λειτουργήση.
Και μου έδωσε εντολή ο Γέροντας Ιωσήφ να μαγειρέψω ένα καλό φαγάκι, επειδή ο παπα-Εφραίμ ήταν πολύ φιλάσθενος και στα πρόθυρα σχεδόν της φυματιώσεως.
Έσπευσα στην υπακοή και εκεί που του μαγείρευα, ο Γέροντας στεκόταν πάνω από το κεφάλι μου και μου έλεγε:
– Δεν ξέρεις να μαγειρεύης τρομάρα να σου ’ρθη.
Έτσι μαγειρεύει ο κόσμος και θες να το φάη κι ο παπάς;
Μόλις τελείωσα, ήρθε στο τσαρδάκι που είχαμε για μαγειρείο και μου λέει:
– Άντε, ζαβέ, φέρ’ το γρήγορα!
Πήγα το φαγάκι και το έδωσα στον Παπά.
– Φύγε από μπροστά μου!
Να χαθής, να μη σε βλέπουν τα μάτια μου!
Γκρεμοτσακίσου γρήγορα στο κελί σου!
– Να ’ναι ευλογημένο, είπα.
Πήρα λοιπόν την ευχή του Γέροντα και πήγα στο κελλάκι μου, που ήταν δίπλα.
Έ! Μόλις πάτησα το πόδι μου μέσα, ήρθε η ευλογία του Θεού με την ευχή του Γέροντα!
Είχα τέτοια επίσκεψι από τον Θεό, που μόνο τα σωματικά μου μάτια δεν έβλεπαν τους Αγίους Αποστόλους!
Τόση Χάρις!
Τόση ευλογία! Παράδεισος στην καρδιά μου!
Ποτάμι τα δάκρυά μου!
Όχι γιατί με μάλωσε ο Γέροντας, αλλά επειδή δεν μπορούσα να συγκρατήσω την χαρά και την θεία ευφροσύνη, που ένοιωθα από την παρουσία των Αγίων Αποστόλων...
|από τον Γεώργιο Καλογήρου
✨ Τί εστίν ο άνθρωπος;
Μηδέν εστίν ο άνθρωπος.
Μηδέν η δύναμις του.
Μηδέν η φαντασία του.
Μηδέν η ύπαρξις του.
Μηδέν ο Πλούτος - ΔΟΞΑ ΚΑΙ ΙΣΧΥΣ
Μηδέν η ωραιότης.
Τα πάντα όναρ και σκιά.
Τα πάντα ματαιότης...
♰ Δαβίδ του Προφήτου
Ἤθελα νὰ κάμω τρεῖς λόγους,
ἢ καὶ βιβλία,
ὅπου τὸ ἕνα νὰ περιέχῃ μόνον αὐτό:
῞Οτι ὁ ἄνθρωπος είναι μηδέν·
καὶ διαρκῶς νὰ φωνάζω ὅτι εἶμαι μηδέν.
Τὸ ἄλλο νὰ γράφῃ:
῞Οτι τὰ πάντα ἐν πᾶσι καὶ ἐπὶ πᾶσι
εἶναι ὁ Θεὸς αὐτοδόξαστος.
Καὶ τὸ τρίτον:
Ἔχε εἰς ὅλα ὑπομονὴν
ἕως θανάτου.
Κἂν εἶσαι νέος,
κἂν ᾿γήρασες,
κἂν ἡγωνίσθῃς χρόνους πολλούς,
ἐὰν δὲν κάμῃς ὑπομονὴν μέχρι νὰ ᾿βγῇ ἡ ψυχή σου,
ὡς ράκος λογίζονται τὰ ἔργα σου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ...
|εμείς από τον π.Σπυρίδωνα Σκουτή