Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

👉 Η πρώτη αλησμόνητη συνάντηση του Γέροντος Σωφρονίου Σαχάρωφ με τον Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη…


Ο Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος (1896–1993), έζησε περίπου πέντε χρόνια (Φθινόπωρο του 1925 – Πάσχα του 1930) στην Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, πριν ακόμη γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Σιλουανό (1866–1938). 

Ο Γέροντας, χειροτονήθηκε διάκονος το 1930. 

Και, κάθε φορά που έβγαινε να θυμιάσει τους μοναχούς, αισθανόταν δέος και ντροπή, όταν περνούσε μπροστά από τον Άγιο. 

Μέχρι τότε όμως δεν έτυχε να συνομιλήσει μαζί του. 

Λίγο χρόνο μετά την χειροτονία του, ήλθε να τον επισκεφθεί ο ερημίτης μοναχός π. Βλαδίμηρος, με τον οποίον συζήτησαν διάφορα πνευματικά θέματα. 

Κατανυγμένος από την συζήτηση και από την όλη πνευματική ατμόσφαιρα της συνομιλίας, ο π. Βλαδίμηρος, απευθύνει ξαφνικά το ερώτημα στον τότε νεαρό ιεροδιάκονο:

–«Πάτερ Σωφρόνιε, πες μου ένα λόγο για την σωτηρία της ψυχής μου· πώς μπορώ να σωθώ;».

Την αφήγηση για την συνέχεια του λόγου την αφήνουμε εξ ολοκλήρου στον μακαριστό Γέροντα Σωφρόνιο:

 «Η συνάντησή μου με τον Γέροντα Σιλουανό, συνέβη ως εξής: 

Ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να απευθυνθώ μόνος σε αυτόν. 

Μία ημέρα, με επισκέφθηκε ένας μοναχός που είχε σπουδάσει μηχανολόγος, ο π. Βλαδίμηρος. 

Αυτός, είχε πάει στον Άθωνα πριν από μένα. 

Και, να! 

Την δεύτερη –ίσως και την πρώτη– ημέρα του Πάσχα του 1930, έρχεται και μου λέει:

–Πάτερ Σωφρόνιε, πώς μπορώ να σωθώ;
Εγώ, μη γνωρίζοντας πώς έπρεπε ουσιαστικά να του απαντήσω, του είπα:

–Να στέκεσαι στα όρια της απογνώσεως· 

και, όταν δεν μπορείς άλλο, τότε να απομακρύνεσαι από αυτά. 

Κάθισε και πιες ένα φλυτζάνι τσάϊ. 

Και του πρόσφερα το τσάϊ…». 

Ο λόγος αυτός και, προπαντός, η ενέργεια που μεταδόθηκε, «χτύπησε» καίρια τον μοναχό Βλαδίμηρο, που αποχώρησε βαθειά συντετριμμένος για να επισκεφθεί κατόπιν τον Άγιο Σιλουανό προκειμένου να ελέγξει την αλήθεια και την ασφάλεια αυτής της, πνευματικής φύσεως, προτροπής.
Την επομένη αυτής της συζητήσεως, ο Γέροντας κατέβαινε από την σκάλα του πολυωρόφου κτιρίου της Μονής προς την κεντρική αυλή και ο Άγιος Σιλουανός ανέβαινε από τον αρσανά προς την αντίθετη κατεύθυνση. 

Κανονικά, θα έπρεπε να συναντηθούν έξω από την είσοδο του Καθολικού της Μονής. 

Ο Γέροντας Σωφρόνιος, όμως, από ευλάβεια όπως πάντοτε, λοξοδρόμησε για να μην συναντήσει τον Άγιο. 

Αλλά και ο Άγιος Σιλουανός άλλαξε πορεία, και η συνάντηση μπροστά στην Τράπεζα ήταν αναπόφευκτη. 

Αυτήν την εξαιρετικά πολύτιμη συνάντηση, θυμάται και μας την διηγείται ο ίδιος ο Γέροντας Σωφρόνιος: 

«Μετά από μένα, αυτός ο μοναχός, πήγε στον Γέροντα Σιλουανό και του είπε: 

«Να, ήμουν στον π. Σωφρόνιο και μου είπε αυτό το πράγμα». 

Την άλλη μέρα, στην αυλή του Μοναστηριού, από την μία πλευρά προχωρούσε ο Γέροντας και από την άλλη εγώ. 

Από σεβασμό απομακρύνθηκα για να του ανοίξω δρόμο, αλλά αυτός ήρθε να με συναντήσει και μου είπε:

–Σας επισκέφθηκε χθες ο π. Βλαδίμηρος;
–Μάλιστα. Και (αποφεύγοντας όλα τα ενδιάμεσα στάδια ενός κοινού, συμβατικού διαλόγου),
ο πρώτος λόγος που του πρόφερα, ήταν: 

– Έ σ φ α λ α ; Και αυτός, είπε:


– Όχι, είχατε δίκαιο· αλλά, αυτό που είπατε, δεν ήταν στα μέτρα του αδελφού. 

Ελάτε σε μένα· θα ήθελα να μιλήσουμε. 

Τότε, μου έδωσε σημειώσεις από την ζωή του για τον πνευματικό αγώνα, όταν δεν μπορούσε να υπερνικήσει μέσα του την αμαρτία στο επίπεδο των λογισμών. 

Δηλαδή, όταν στον νου υπάρχουν λογισμοί κατακρίσεως, στην καρδιά γεννιέται αντιπάθεια, ψυχρό βλέμμα, απώθηση ανθρώπου, αδιαφορία προς αυτόν, κλπ.. 

Μία νύχτα, κατά την οποία ο ίδιος βρισκόταν στα όρια της απογνώσεως, προσευχήθηκε στον Θεό: 

«Πώς μπορώ να ξεφύγω από αυτήν;». 

Τότε, του δόθηκε η απάντηση:

«Κράτα τον νου σου στον άδη 

και μην απελπίζεσαι!».

Και ο λόγος αυτός ήταν γι’ αυτόν η αρχή της νίκης· ήταν το άνοιγμα προς την οικουμενική αγάπη. 

Τότε, έπαψε να φοβάται. 

Καταδίκαζε τον εαυτό του στον άδη και εξαφανιζόταν κάθε κατάκριση για τους ανθρώπους. 

Και έμενε μόνο η συμπόνια. 

Είναι δύσκολο να το εξηγήσεις. 

Και, ανάλογα με το μέτρο στο οποίο βρίσκεται ο άνθρωπος, σ’ αυτήν την κατάσταση, πραγματικά δεν κατακρίνει. 

Δεν απορρίπτει, τα υπομένει όλα, θέλει για όλους το καλό. 

Γιατί, το Πνεύμα του Θεού, είναι εύκολο να εμφανιστεί και να εγγίσει τον άνθρωπο. 

Και έτσι εμπνεύστηκε ο Άγιος Σιλουανός. 

Η έμπνευση αυτή, είναι η έλευση του Αιωνίου Πνεύματος του Θεού (στην οποία περικλείεται η αρχική έννοια του όρου έμπνευση). 

Μου έδωσε, λοιπόν, τις σημειώσεις του και συζητήσαμε μαζί. 

Από τότε, εκείνος έγινε για μένα το πρώτο και κύριο στήριγμα όλης της μετέπειτα ζωής μου…».


ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΣΑΧΑΡΩΦ (1896–1993)


[(1) Αρχιμανδρίτου Σωφρονίου (Σαχάρωφ): «Γράμματα στη Ρωσία», σελ. 38–39, α΄ έκδοση, Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2009. 

(2) Αρχιμανδρίτου Ζαχαρία (Ζάχαρου): «Αναφορά στην Θεολογία του Γέροντος Σωφρονίου», Εισαγωγή, σελ. 14–15, α΄ έκδοση, όπ. π., 2000. 

(3) Στην φωτογραφία: Ο νεαρός, τότε, ιεροδιάκονος Γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ (πάνω) με τον Γέροντά του, Άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη (κάτω).]

πηγή/Αντιγραφή

✔ Δες ένα ακόμα τεράστιο "μυστικό"...

  

 |"Σιγά το μυστικό, βρε αμΦοτεροτέτοιοι μας", θα πεις. 

Αν σκεφτείς όμως φίλε, πως ο Άγιος μάς λέει αυτήν την κουβέντα ερμηνεύοντας τα βαθύτερα αιτία για τα δεινά του κόσμου (πολέμους, φυσικές καταστροφές κλπ) με την "παράλογη λογική" που το Άγιο Πνεύμα τού υποδεικνύει, τότε ίσως να αλλάξεις γνώμη... 

Σκέψου λοιπόν απλά, σαν το μικρό παιδί σου. 

Θα ήταν σ'αυτά τα χάλια ο κόσμος που ζούμε, αν όχι όλοι αλλά οι περισσότεροι, δίναμε λίγο από τον χρόνο, που ο Θεός μας δωρίζει, στην προσευχή;

  Απλά σκέψου το.

   Καλημέρες του Χριστού! Ολούθε...


Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

📿 «Ἐξαιτίας μου; Ἐξαιτίας μου θα τιμωρηθεῖ; Ὄχι! Ὄχι! Ἀφοῦ τον συγχώρεσα! Τί ἄλλο θέλετε;»

 

{Ο αγαπημένος όλων μας Παπά-Τύχων, που κοιμήθηκε το 1968, αγιοκατατάχθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 11 Φεβρουαρίου 2026 και η μνήμη του ορίστηκε να τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου. Πρώτη φορά λοιπόν, τον εορτάζουμε Φέτος...}


«Ἄντε, κάνε γρήγορα, Γέροντα! Ἐδῶ δὲν ἔχει συγχώρηση καὶ “εὐλόγησον”».

Ὁ νεαρὸς χωροφύλακας τράβηξε ἀπότομα τὸν παπα-Τύχωνα. 

Βιαζόταν, δὲν εἶχαν καιρὸ γιὰ χάσιμο. 

Ἔπρεπε τὸ συντομότερο νὰ πᾶνε στὴν Ἱερισσό, στὸν σταθμὸ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπου ὁ παπα-Τύχων θὰ κατέθετε στὸν ἀνακριτὴ ἀξιωματικό. 

Τά ’χασε τὸ ἀγαθὸ γεροντάκι. 

Μά, νὰ τὸν πᾶνε μὲ τὸ ζόρι στὴ Χωροφυλακή; 

Δὲν τὸ χωροῦσε ὁ νοῦς του. 

Ἐκεῖνος εἶχε συγχωρέσει μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ τὸν κλέφτη. 

Τί ἄλλο θέλανε ἐτοῦτοι οἱ ἄνθρωποι; 


Στὸν νοῦ του ἦρθαν σὰν ταινία οἱ εἰκόνες ποὺ ἔζησε ἕνα βράδυ τῆς περασμένης βδομάδας. 

Ξαφνικὰ ἔνιωσε ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἔχει πέσει καταπάνω του. 

Πρὶν προλάβει καλά-καλὰ νὰ συνειδητοποιήσει μέσα στο μισοσκόταδο τί εἶχε γίνει, ὁ ἄγνωστος ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ τὸν χτυπάει: 

«Ποῦ ἔχεις τὰ λεφτά; Λέγε! Λέγε, γιατὶ θὰ σὲ σκοτώσω!»

Ποιά λεφτά; 

Ὁ παπα-Τύχων ὄχι λεφτὰ δὲν εἶχε, μὰ οὔτε τρόφιμα δὲν κρατοῦσε στὸ κελλί του. 

Ὅ,τι κι ἂν τοῦ ἔστελναν, τὰ μοίραζε. 

Τὰ τρόφιμα τὰ ἔδινε σὲ κάτι γεροντάκια στὴν Καψάλα. 

Τὶς λίγες φορὲς ποὺ κάποιοι τοῦ ἔδιναν χρήματα, πήγαινε εὐθὺς στὸν κυρ-Θόδωρο τὸν μπακάλη –καλὴ καὶ ἀγαθὴ ψυχὴ ἐτοῦτος ὁ εὐλογημένος ἄνθρωπος– καὶ ἀγόραζε ψωμὶ γιὰ τοὺς φτωχούς.


Ἔτσι καὶ τώρα. 

Τὸν εἰδοποίησαν πὼς ἔπρεπε νὰ πάει στὸ ταχυδρομεῖο νὰ παραλάβει κάτι. 

Σὰν ἔφτασε, τοῦ εἶπε ὁ ὑπάλληλος πὼς κάποιος ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ τοῦ εἶχε στείλει μιὰ ἐπιταγὴ σὲ δολάρια. 

Ὑπέγραψε στὰ χαρτιὰ ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ ταχυδρομικὸς ὑπάλληλος κι ὕστερα πῆρε τὰ χρήματα σὲ δραχμὲς καὶ κίνησε γιὰ τὸ μαγαζὶ τοῦ κυρ-Θόδωρου. 

Πόσα στομάχια ἀναγκεμένων θὰ γέμιζαν μὲ τοῦτα τὰ χρήματα καὶ πόσα «δόξα Σοι ὁ Θεός!» θὰ ἀνέβαιναν στὸ θρονὶ τοῦ Μεγαλοδύναμου! 

Χαιρόταν σὰν μικρὸ παιδὶ ὁ παπα-Τύχων καὶ δόξαζε τὸν Θεὸ γιὰ τούτη τὴν εὐλογία.

Μέσα στὴ χαρά του δὲν εἶχε προσέξει ὡστόσο, πὼς πίσω του ἀκριβῶς στεκόταν ἕνας ψηλός, γεροδεμένος ἄντρας ποὺ εἶχε πάρει εἴδηση πὼς τοῦτος ὁ ἁπλοϊκὸς καλόγερος εἶχε εἰσπράξει χρήματα ἀπὸ Ἀμερική. 

Τὴν ὥρα ποὺ ὁ παπα-Τύχων ἔσκυψε γιὰ νὰ ὑπογράψει, πρόλαβε νὰ δεῖ καὶ τὴν ἀξία τῆς ἐπιταγῆς. 

Ὁ καλόγερος πρέπει νὰ ἔχει πολλὰ φράγκα! σκέφτηκε. 

Κι εὐθὺς κατάστρωσε τὸ σχέδιό του.


Δὲν ἦταν δύσκολο νὰ μάθει ποῦ ἦταν τὸ κελλὶ τοῦ Γέροντα. 

Τὸ ἴδιο βράδυ κρύφτηκε στὰ δέντρα ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ καλυβάκι. 

Ἀπὸ τὸ μικρὸ παραθύρι ἔφεγγε λιγοστὸ φῶς, δεῖγμα πὼς ὁ καλόγερος δὲν εἶχε πλαγιάσει ἀκόμα. 

Θὰ κάνει τὶς προσευχές του, σκέφτηκε ὁ ἐπίδοξος κλέφτης καὶ περίμενε ὑπομονετικὰ μέχρι τὸ φῶς νὰ σβήσει. 

Περίμενε λίγο ἀκόμα κι ὕστερα μὲ συντονισμένες κινήσεις μπῆκε ἀπότομα στὸ κελλὶ καὶ ἔπεσε πάνω του.

«Ποῦ ἔχεις τὰ λεφτά;» 

τοῦ φώναξε ἄγρια καὶ ταυτόχρονα τὸν χτύπησε στὸ πρόσωπο.

«Δὲν ἔχω, παιδάκι μου, λεφτὰ» ἀποκρίθηκε ὁ παπα-Τύχων.

Γέλασε ὁ κλέφτης.

«Δὲν ἔχεις, ἔ;» τοῦ εἶπε καὶ ἄρχισε νὰ τὸν χτυπάει παντοῦ. 

Στὸ κεφάλι, στὸ σῶμα, στὰ χέρια. 

Μὲ δύναμη, μὲ μανία, μὲ λύσσα. 

Κι ὅσο ὁ παπα-Τύχων τὸν διαβεβαίωνε πὼς δὲν κρατᾶ χρήματα, τόσο ἐκεῖνος θύμωνε πιὸ πολύ.

«Τώρα θὰ μιλήσεις, θὲς δὲν θὲς» εἶπε χαιρέκακα καὶ μὲ τὸ ἕνα του χέρι τύλιξε ἕνα χοντρὸ σκοινὶ γύρω ἀπὸ τὸν λαιμὸ τοῦ ἀνυπεράσπιστου μοναχοῦ καὶ μὲ τὸ ἄλλο ἄρχισε σιγά-σιγὰ νὰ τὸ σφίγγει. 

Ὄχι ἀπότομα.

 Δὲν ἤθελε νὰ τὸν πνίξει. 

Ἤθελε νὰ τὸν τρομάξει τόσο, ὥστε νὰ μαρτυρήσει ποῦ εἶχε τὸν κρυμμένο θησαυρό.

Μά, τὸ γεροντάκι δὲν ἀντέδρασε ὅπως περίμενε ὁ κλέφτης. 

Μπορεῖ νὰ ὑπέφερε –τὰ μάτια του εἶχαν πεταχτεῖ ἀπὸ τὶς κόγχες στὴν προσπάθεια νὰ πάρει μιὰν ἀνάσα– μὰ ὅσο κι ἂν ἐτοῦτο τὸ μαρτύριο δὲν ἔλεγε νὰ τελειώσει, ἐκεῖνος ἔλεγε ξανὰ καὶ ξανὰ πὼς τὰ χρήματα τὰ εἶχε ξοδέψει καὶ πὼς ἄλλα χρήματα δὲν ὑπῆρχαν στὸ κελλί.

Μόνο τότε ὁ κλέφτης πείστηκε πὼς δὲν θὰ ἐφευγε μὲ γεμάτες τὶς τσέπες, πὼς ἄδικα ἔχανε τὸν χρόνο του, κι ἔτσι τὸν ἄφησε. 

Τὴν ὥρα ποὺ ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ γιὰ νὰ φύγει, ὁ παπα-Τύχων μὲ τὶς λιγοστές του δυνάμεις ἀνασηκώθηκε γιὰ λίγο καὶ μὲ ἀδύναμη φωνὴ τοῦ εἶπε: 

«Ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρέσει, παιδάκι μου!»

Ὁ κλέφτης βιάστηκε νὰ φύγει. 

Μπορεῖ νὰ μὴν ἦταν τυχερὸς μὲ τὸν ἀγαθὸ γέροντα, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε κάτι θὰ ἔπαιρνε ἀπόψε. 

Γι’ αὐτὸ καὶ κίνησε ἀμέσως γιὰ τὸ ἑπόμενο θύμα του, ἕναν ἄλλο καλόγερο ποὺ ζοῦσε μόνος του καὶ ποὺ ὅλες οἱ ἐνδείξεις ποὺ εἶχε, συνηγοροῦσαν στὸ ὅτι κρατοῦσε λεφτὰ στὸ κελλί του. 

Τὸν αἰφνιδίασε, τὸν τρόμαξε, μὰ ἀντὶς γιὰ χρήματα στὰ χέρια του, βρέθηκε μέ... χειροπέδες στὸν σταθμὸ τῆς Χωροφυλακῆς. 

Ἐκεῖ τὰ ὁμολόγησε ὅλα. 


Ἔπρεπε τὸ λοιπόν, σύμφωνα μὲ ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος καὶ τὸ πρωτόκολλο σὲ τέτοιες περιπτώσεις, νὰ κληθεῖ γιὰ νὰ καταθέσει καὶ τὸ ἄλλο θύμα: 

ὁ παπα-Τύχων.

Παραξενεύτηκε καὶ συνάμα λυπήθηκε ἡ ἀγαθὴ ψυχή του. 


«Μὰ τί χρειάζεται νὰ πάω; 

Ἀφοῦ τὸν ἔχω συγχωρέσει μὲ ὅλη μου τὴν καρδιὰ» 

εἶπε κλαίγοντας στὸν παραξενεμένο διοικητή.


«Ἔτσι πρέπει» τοῦ ἀπάντησε ἐκεῖνος, μὰ δίχως νὰ τὸν ἡσυχάσει. 

«Πρέπει νὰ καταγράψουμε ἀκριβῶς τί ἔγινε πρὶν ἀποφασιστεῖ ἡ τιμωρία του».

Στὰ τελευταῖα λόγια ὁ παπα-Τύχων δὲν μπόρεσε νὰ κρατηθεῖ. 


Ἔκλαιγε μὲ λυγμοὺς λέγοντας: 

«Ἐξαιτίας μου; Ἐξαιτίας μου θὰ τιμωρηθεῖ; 

Ὄχι! Ὄχι! 

Ἀφοῦ τὸν συγχώρεσα! 

Τί ἄλλο θέλετε;»


Εἶδε κι ἀπόειδε ὁ διοικητὴς πὼς ὁ ρακένδυτος μοναχὸς μὲ τὸ φωτεινὸ πρόσωπο ποὺ εἶχε μπροστά του εἶχε καρδιὰ μικροῦ παιδιοῦ, γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε στὸν χωροφύλακα νὰ τὸν ἀφήσει νὰ φύγει.

Τὰ θυμόταν ὅλα αὐτὰ ὁ παπα-Τύχων ὕστερα ἀπὸ χρόνια κι ἔλεγε στὸν ὑποτακτικό του, τὸν ἅγιο Παΐσιο: 

«Πά-πά-πά, παιδί μου! 

Αὐτοὶ οἱ κοσμικοὶ ἄλλο τυπικὸ ἔχουν. 

Οὔτε “εὐλόγησον” οὔτε “ὁ Θεὸς νὰ σὲ συγχωρέσει”».


***


Απόσπασμα από το βιβλίο «Γεροντικό Σύγχρονων Αγίων» των εκδόσεων Έαρ, με 250 περιστατικά από τους βίους και τις διδαχές των:

Αγίου Αθανασίου Χαμακιώτη | Αγίου Αμφιλοχίου της Πάτμου | Αγίου  Ανθίμου της Χίου Αγίου Βησσαρίωνος του Αγαθωνίτη | Αγίας Γαβριηλίας της ιεραποστόλου | Αγίου Γερασίμου του υμνογράφου | Αγίου Γερβασίου των Πατρών | Αγίου Γεωργίου της Δράμας | Αγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη | Αγίου Ευμενίου Σαριδάκη | Αγίου Εφραίμ του Κατουνακιώτη | Αγίου Ιακώβου της Εύβοιας | Αγίου Ιερωνύμου Σιμωνοπετρίτη | Αγίου Ιωσήφ του Ησυχαστή | Αγίου Καλλινίκου επισκόπου Εδέσσης | Αγίου Νικηφόρου του λεπρού | Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη | Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη | Αγίας Σοφίας της Κλεισούρας | Αγίου Σωφρονίου του Έσσεξ | Αγίου Τύχωνος του Αγιορείτη | Αγίου Φιλουμένου του Αγιοταφίτη | Αγίου Χρυσοστόμου του ιεραποστόλου.



Αναζητείστε το εδώ www.ear-books.com 

και σε όλα τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία.