Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

* Ποιος σε γύμνωσε Μαρκιανέ;

Τῇ Ι΄ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου Μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Μαρκιανοῦ, Πρεσβυτέρου καὶ Οἰκονόμου τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας.

Ἀπῆρεν ἔνθεν πρὸς πόλου μέγα κλέος,
Ὁ Μαρκιανός, οὗ κλέος κἂν γῇ μέγα.

Ο άγιος πρεσβύτερος της Κων/πολης Μαρκιανός στολιζόταν με πολλές αρετές, ιδιαίτερα με την ακτημοσύνη και την ελεημοσύνη. Παράδοξος συνδυασμός ! Ενώ ήταν ακτήμων, ελεούσε !...

Καθώς στεκόταν πολύ ψηλότερα από κάθε γήινο αγαθό, ό άγιος Μαρκιανός δεν απέκτησε ποτέ πράγμα δικό του, που να έχει κάποια αξία, ούτε δεύτερο ένδυμα! Όταν οι γνωστοί του, του χάριζαν κάτι, το έδινε παρευθύς στον πρώτο φτωχό που θα συναντούσε στο δρόμο του.

Την ημέρα των εγκαινίων του ναού της άγιας Αναστασίας, έφυγε ξημερώματα από τη φτωχή καμαρούλα του, για να ετοιμάσει το άγιο βήμα. θα ερχόταν ο Πατριάρχης με πολλούς αρχιερείς! θα ερχόταν και ο αυτοκράτωρ με όλους τούς άρχοντες!

Όταν έφθασε στο μεγαλοπρεπέστατο ναό, που ό ίδιος με την απαράμιλλη δραστηριότητα του είχε ανακαινίσει, τον πλησίασε ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, γυμνός, μελανιασμένος από το κρύο. Έδειχνε να υποφέρει πολύ. Άπλωσε διστακτικά το χέρι να του γυρέψει ελεημοσύνη. Ο άγιος Μαρκιανός Έψαξε στις τσέπες του. Αλλά, συνηθισμένο πράγμα σ' αυτόν, δε βρήκε καθόλου χρήματα. Έπρεπε όμως να δώσει κάτι σ' εκείνον τον δυστυχή. Του ράγισε την καρδιά ή γύμνια του, το τρεμούλιασμά του.

Ό φιλάνθρωπος ιερέας πήρε την απόφασή του. Θα του έδινε τα δικά του ρούχα! Δεύτερα δεν είχε, αλλά αυτό δεν πείραζε. Τώρα θα φορούσε τα ιερατικά του, αφού θα Έπαιρνε μέρος στη Θεία Λειτουργία. Πήγε λοιπόν στο σκευοφυλάκιο, φόρεσε τα άμφιά του και όλα του τα ρούχα τα έδωσε στο φτωχό. Εκείνος έμεινε με το στόμα ανοικτό μπροστά σε τόση καλοσύνη!

Ήρθαν στο μεταξύ και οι άλλοι κληρικοί με τον Πατριάρχη και άρχισε ή Θεία Λειτουργία. Μα κάτι παράδοξο συνέβαινε εκείνη τη μέρα. Τα βλέμματα του εκκλησιάσματος από τον αυτοκράτορα μέχρι τον τελευταίο πιστό, είχαν καρφωθεί πάνω στον Μαρκιανό. Το ίδιο και των κληρικών μέσα στο Ιερό. Δυο μάλιστα από αυτούς είχαν αρχίσει να σιγοψιθυρίζουν τις επικρίσεις τους.

- Πού βρήκε άραγε τη χρυσοΰφαντη; Αυτός δεν έχει ποτέ του χρήματα. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε...

- Κοίταξε και με διαμάντια κεντημένη! Έ, αυτό πια καταντά σκάνδαλο.

Όταν στο τέλος της Θείας Λειτουργίας βγήκε με το Άγιο Ποτήριο να κοινωνήσει τον κόσμο, ένας ψίθυρος θαυμασμού ακούστηκε απ' όλα τα χείλη. Ο ναός άστραψε από το φεγγοβόλημα των αμφίων του.

Ένας ανώτερος κληρικός πλησίασε τότε τον Πατριάρχη με φανερή αγανάκτηση και του είπε:

- Δεν πρέπει ή αγιοσύνη σου, δέσποτα, να παραλείψει να συστήσει κάποια μετριότητα σ' αυτόν τον άσημο κληρικό. Τέτοια στολή ταιριάζει μόνο στο Βασιλιά.

Ο αγαθός πατριάρχης άρχισε να στενοχωριέται με τις διαμαρτυρίες του ιερατείου του. Είχε φυσικά κι ο ίδιος απορήσει με την πρωτοφανή πολυτέλεια των αμφίων πού φόρεσε - έτσι τουλάχιστον νόμιζε - για την πανήγυρη ο άγιος Μαρκιανός. Τον γνώριζε όμως πολύ καλά και γι' αυτό δεν μπορούσε να τον χαρακτηρίσει ματαιόδοξο. Ωστόσο αποφάσισε να του πει κάτι. Μετά την απόλυση τον κάλεσε στο σκευοφυλάκιο.

- Που βρήκες τη στολή αυτή, Μαρκιανέ; Θα έλεγε κανείς πώς πήρες την απόφαση να συναγωνιστείς σε πολυτέλεια τον αυτοκράτορα! Ο ιερέας πρέπει να είναι μέτριος στην εμφάνισή του, για να μη σκανδαλίζει το λαό και μάλιστα τις φτωχότερες τάξεις.

Εκείνος έριξε πρώτα ένα φευγαλέο βλέμμα στα φτωχικά λινά του άμφια, τα μοναδικά που είχε για να ιερουργεί. Έπειτα κοίταξε με απορία τον Πατριάρχη.

- Για ποια στολή ομιλεί ή αγιοσύνη σου, δέσποτα; Αν πρόκειται γι' αυτή που φορώ, είναι ή ίδια που πήρα από τα χέρια σου, όταν πριν από είκοσι πέντε χρόνια με χειροτόνησες πρεσβύτερο!

Ο πατριάρχης συνοφρυώθηκε. Έ, ήταν πάρα πολύ να προσπαθεί να τον ξεγελάσει μπροστά στα μάτια του.

- Κι αυτή εδώ; του φώναξε, παίρνοντας στα χέρια του το φελόνι.

Τότε όμως παρατήρησε πώς κάτω από τα άμφιά του ήταν γυμνός, κι εκείνη ή πολύτιμη στολή, που είχε προκαλέσει τόσο θαυμασμό και θόρυβο, δεν ήταν άλλη από τη συνηθισμένη, με την οποία τόσα χρόνια τώρα τον έβλεπε να λειτουργεί.

- Ποιος σε γύμνωσε, Μαρκιανέ; ρώτησε έκπληκτος ο Πατριάρχης.

Ο άγιος πήρε τότε στα χέρια του το Ευαγγέλιο, που μόλις προ ολίγου είχε τοποθετήσει στη θήκη του και το έδειξε στον αρχιερέα.

- Αυτό με γύμνωσε, άγιε δέσποτα! 
Κατασυγκινημένος ο Πατριάρχης τον έσφιξε στην αγκαλιά του και φιλώντας τον πατρικά του είπε:

- Ω, αν όλοι οι ιερείς σού έμοιαζαν, δε θα είχαμε ανάγκη από ιεροκήρυκες, θα κήρυττε το φωτεινό τους παράδειγμα