Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2020

Ξίφει τελειούται


Σμύρνη 1788. Η αρχόντισσα Μαρία Χατζηκωσταντή, αγαπητή σ' όλους τους Ρωμιούς της πόλης είναι γιομάτη χαρά. Όχι μόνο, γιατί το μικρό της, ο Μάρκος που χε γίνει έμπορος τρανός, μόλις εγύρισε από ταξίδι -κάθε που φεύγει, λαχταρά και κάθε που 'ρχεται, μερεύει- μα, γιατί τώρα έφερε μαζί του κι ένα όμορφο κορίτσι. Την εγνώρισε στη Χιο και χωρίς πολύ να το σκεφτεί, εβάλαν τα στέφανα και την έφερε να τη γνωρίσουν κι οι γονιοί του.

Το ζευγάρι δεν έκατσε για πολύ κοντά στα γονικά του Μάρκου. Οι δουλειές δεν περιμένουν, το φόρτωμα πρέπει να πουληθεί στα λιμάνια και στις μεγάλες πόλεις της Ιωνίας και να φτάσει ως την Πόλη.

Γύρισαν, το λοιπόν, γρήγορα στη Χιο, άφησε εκεί ο Μάρκος το κορίτσι και κίνησε για την Έφεσο, μια όμορφη πόλη, με άλλο αέρα: κόσμος πολύς, βουή, ανθρώποι που σεργιανάνε στην παραλία και κίνηση εμπορική που θα ζήλευαν πολλοί πραματευτάδες. 

"Δεν κάθεσαι εδώ, αντί να σε τρώει η αλμύρα της θάλασσας; Κι άμα ξεπουλήσεις, γυρνάς στη Σμύρνη" του βαλε την ιδέα ο Παΐσιος ο αδελφός του. Δεν χρειάστηκε να πει κι άλλα ο Παΐσιος, γιατί ο Μάρκος είχε ήδη πάρει την απόφαση.

Έκατσε κάμποσο καιρό στην Έφεσο. Πούλησε όλο το εμπόρευμα κι έκλεισε και καλές συμφωνίες. Και πάνω που ετοιμαζόταν να μαζέψει τα πράγματά του και να αποχαιρετήσει την όμορφη Έφεσο, ο κόσμος ήρθε ανάποδα, γιατί ένα γλυκό χαμόγελο του άλλαξε όλα που χε στο νου του. Ένα χαμόγελο που είχε όνομα: Μαρία. 

Από την ώρα που την είδε, στιγμή δε μπόρεσε να τη βγάλει απ' το μυαλό του. Μα και κείνη ένιωθε πως τούτο το παλικάρι ήταν γραφτό να γίνει δικό της. Κι ας είχε σπιτικό κι ας τον περίμενε άλλη γυναίκα στη Χίο. 

"Το και το αγά μου" ψιθύρισε ο γείτονας στ' αυτί του Τούρκου. Πηγαίνει και τη βλέπει στο σπιτικό της κάθε βράδυ. Ο αγάς κινήθηκε άμεσα. Μόλις έπεσε η νύχτα δυο ζαπτιέδες εμπήκαν στο κονάκι της Μαρίας και έπιασαν στα πράσα το παράνομο ζευγάρι. 

Ο κατής στέκεται βλοσυρός απέναντί τους. Εκείνοι τρέμουν σαν το φύλλο και δεν βγάζουν άχνα. Μόνο σκέφτουνται την ποινή που τους περιμένει. Και λιγοψυχούν. "Αν ήμουν σαν κι αυτούς, θα είχα δικαίωμα να χω κι άλλη γυναίκα" σκέφτεται ο Μάρκος. Και χωρίς να διστάσει λέει στον κατή "Μα δεν είμαι Χριστιανός". "Ούτε κι εγώ" συνεχίζει η Μαρία. 

Πλέον δεν υπάρχει λόγος να δικαστούν. Μόνο που ο αγάς αποφασίζει να πάρει στο χαρέμι του εκείνην. Όσο για κείνον, πρέπει να κάνει πράξη αυτά που είπε. Και τον αναγκάζουν να κάνει περιτομή.

Γλίτωσαν απ' τον κατή. Το σκέφτεται πολλές φορές ο Μάρκος τώρα που ναι μόνος. Όχι όμως από τη φωνούλα που ρχεται τα βράδια και τον ταράζει και μένει άγρυπνος ως το πρωί. Κι όσο περνάει ο καιρός, τόσο η φωνούλα ανταριεύει και δεν τον αφήνει πια ούτε μέρα ούτε νύχτα να ησυχάσει.

Δεν αντέχει άλλο! Πάει να βρει το γιατρό των Ρωμιών που ναι μυαλωμένος και ενάρετος άνθρωπος και ζητά τη συμβουλή του. Κι από κει πέφτει με λυγμούς κάτω απ' το πετραχήλι του πνευματικού. 

Δύσκολες ώρες. Εκείνον μπορούν να το φυγαδεύσουν. Η Μαρία όμως; Θα μείνει για πάντα στο χαρέμι; "Αγά μου" λέει πολύ πειστικά ο γιατρός "το κορίτσι είναι άρρωστο πολύ και κανείς δεν μπορεί να τηνε κάμει καλά. Μόνο μια Εβραία στη Σμύρνη ξέρει το γιατρικό. Άσε την να πάει να γιατρευτεί, κι όταν γενεί καλά, θα γυρίσει πίσω κι αυτή κι ο άντρας της".

Πήγε, το λοιπόν, η Μαρία με το Μάρκο στη Σμύρνη, μα δε μπόρεσαν ούτε βδομάδα να κάτσουν. Από κει τράβηξαν κατά την Τεργέστη και μετά, το 1792 έβαλαν πλώρη για τη Βενετία.

"Θα λάβετε το Μυστήριο του Χρίσματος, θα στεφανωθείτε, μια και η νόμιμη σύζυγος του Μάρκου πέθανε και θα ζείτε πια κάτω από το νόμο του Θεού" τους είπε ο Γέροντας που βρήκαν.

Είναι όλο αυτό αρκετό για να ησυχάσει το Μάρκο; Μάλλον όχι, αφού δεν περνά ούτε μέρα που να μην σκεφτεί πως έχει ανοίξει λογαριασμό με Κείνον που πρόδωσε εκείνο το πρωινό στην Έφεσο και πως ακόμα δεν το χει ξεπληρώσει.

Αφήνει τη Βενετιά και φτάνει αποφασισμένος στην Έφεσο. Τρέχει μονομιάς στον πνευματικό. "Παιδί μου, σκέψου πως οι Τούρκοι είναι πολύ εξαγριωμένοι, γιατί χτίστηκε νέα εκκλησιά στην πόλη μας. Δεν δίστασαν να πάρουν το κεφάλι του Γιώργη μας(*) που χε κι αυτός πλανηθεί σαν εσένα. Δεν είναι ώρα γιε μου να πας στον κατή".

Υπάκουσε ο Μάρκος, μα δεν ησύχασε. Είχε πάρει την απόφασή του. Πήγε στη Χίο, πήρε ευλογία, κοινώνησε και κατευθείαν  παρουσιάστηκε στον κατή της Χίου. 

Οι Χριστιανοί παρακολουθούν τις εξελίξεις και με νηστείες, και προσευχές δέονται στον Πανάγαθο να μην λυγίσει ο Μάρκος. 

Τον βασάνισαν σκληρά. Εκείνος χαίρονταν και παρακαλούσε το Χριστό να τον πάρει κοντά Του. 

Οι Τούρκοι όρισαν τον τόπο και την ώρα της εκτέλεσης. Στις 5 Ιουνίου του 1801, ημέρα Τετάρτη, ο άγιος νεομάρτυς Μάρκος ο εν Χίω έσκυψε το κεφάλι κάτω από το μαχαίρι του δήμιου και παρέδωσε την ψυχή του στον Πλάστη του.

Έτρεξαν οι Χριστιανοί γύρω από το κορμάκι του που ακόμα σφάδαζε. Άλλος πήρε το ζωνάρι του, άλλος ένα κομμάτι από την πουκαμίσα του κι άλλος εβούτηξε μια μαντήλα και σφούγγιξε το αίμα του για να το φυλάξει στο εικονοστάσι του σπιτικού του. 

Ένας πλούσιος έμπορας έδωκε πολλούς παράδες στους Τούρκους και πήρε το άγιο λείψανο, για να το ενταφιάσει.

Αργότερα ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος έγραψε για το μαρτύριό του, που μαζί με την ακολουθία του (από τον Νικηφόρο τον Χίο) υπάρχει στο Λειμωνάριο.
Υπ.
__________________
(*) πρόκειται για τον νεομάρτυρα άγιο Γεώργιο εν Εφέσω (+ 5 Απριλίου 1801)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου