Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2021

Ας ζητήσουμε από το Θεό για πρωτοχρονιάτικο δώρο το τέλος του φόβου ! (Κώστας Γανωτής)

Ο φιλόλογος και συγγραφές Κώστας Γανωτής μιλά για το πώς θα μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με τον χρόνο, ιδιαίτερα στις σκληρές αυτές συνθήκες που βιώνουμε λόγω της πανδημίας και τη δυσκολία του ανθρώπου να προσεύχεται.

Ένα πρωτοχρονιάτικο δώρο αλλιώτικο από τ’ άλλα

Στο έμπα του 2021, μοιάζει πολυτέλεια να μιλάμε θεωρητικά για την έννοια του χρόνου στη ζωή. Η ασφάλεια που νιώθαμε από τη βεβαιότητα ότι είμαστε άτρωτοι με όσα επιστημονικά επιτεύγματα διαθέταμε, ακυρώθηκε πανηγυρικά. Η πανδημία και ο παγκόσμιος εγκλεισμός, σαν να πάγωσε τον χρόνο. Ο χρόνος μετρά τώρα ως επιβίωση και σε πολλούς ως μοναξιά. Η χρονιά που ζήσαμε συνέτριψε πολλούς ανθρώπους, ιδιαίτερα τον καιρό της καραντίνας, περισσότερο τους ηλικιωμένους και τους ανήμπορους. Ο χρόνος περνούσε φοβισμένα και μοναχικά, κάποιοι πέθαναν μόνοι. Οι άνθρωποι στα γηροκομεία και στα νοσοκομεία έσβησαν χωρίς τους συγγενείς τους, γιατί απαγορεύονταν οι επισκέψεις.

Συναντήσαμε τον κ. Κώστα Γανωτή, έναν στοχαστή της εποχής μας, φιλόλογο και συγγραφέα. Η συζήτηση στράφηκε στο πώς θα μπορέσουμε να συμφιλιωθούμε με τον χρόνο, ιδιαίτερα στις απρόβλεπτα σκληρές συνθήκες.

«Κοιτάξτε, ο Θεός φύτεψε το άχρονο μέσα στον χρόνο, δηλαδή σκεφτείτε να φυτέψεις ένα φυτό όχι μέσα στο χώμα, αλλά μέσα στον αέρα και να πιάσει. Το άχρονο που είναι το φυτό που ανθίζει, φυτεύεται μέσα στο χώμα και ο χρόνος αυτός είναι δωρεά του Θεού, που δεν την έχουν οι δαίμονες, ούτε οι άγγελοι, την έχουν οι άνθρωποι. Μπορούν με κάθε δευτερόλεπτο να σβήνουν με τη μετάνοιά τους το βάρος της αμαρτίας του προηγούμενου δευτερολέπτου. Να μια δωρεά του Θεού, ο χρόνος μας.»

Μιλώντας και γράφοντας επί δεκαετίες για τον τρόπο που ζούμε και για την μετά θάνατο ζωή, αναφέρεστε συχνά στον Άγιο Πορφύριο, τον οποίο γνωρίσατε καλά. Σας δίδασκε ότι η άλλη όχθη, δεν περιέχει την πίκρα που υποψιαζόμαστε. Σήμερα εσείς ως παππούς πολλών εγγονών και δισέγγονων τι θα λέγατε στους απογόνους σας για τη φιλοσοφία του χρόνου πάνω στη γη;

«Αφού έχουμε πρωτοχρονιάτικο χαρακτήρα σκέφτομαι να μιλήσω σαν κάποιον που μπαίνει την Πρωτοχρονιά να πει τα κάλαντα, σαν παππούς που εύχεται χρόνια πολλά στα παιδιά του. Ήθελα να κάνω ένα δώρο, πού να το βρω όμως; Ούτε στα μαγαζιά μπορώ να πάω, ούτε από το σπίτι να βγω, άρα θα πρέπει να στείλω τα δώρα μου. Το δώρο μου είναι η διαπίστωση ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω. Θα πείτε ότι τώρα σας έκανα την καρδιά περιβόλι, μα εγώ πράγματι αποσκοπώ να σας κάνω την καρδιά περιβόλι, με το ότι περιμένω και αυτόν τον καινούργιο χρόνο το δώρο που θα μου δώσει ο Θεός, να φύγω και να πάω κοντά του, πιο κοντά του από ό,τι είμαι τώρα.

Με τη λειψή προσευχή μου σας δίνω μια εικόνα: “Σαν να είμαι σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας επί πέντε χρόνια και αφού είδα όλες τις φρικαλεότητες που δεν περιγράφονται και τις έζησα, μετά τελείωσε ο πόλεμος και μας λένε ετοιμαστείτε να μπείτε στο τρένο να πάτε στις πατρίδες σας.” Φαντάζεστε με τι χαρά θα αντιμετωπίσω αυτή την ώρα που θα ξαναδώ την οικογένεια και το σπίτι μου και τους ανθρώπους μου που ήξερα... Έτσι νιώθω και τώρα με διαστάσεις διαφορετικές λόγω του μεγαλείου αυτού του επαναπατρισμού και γι’ αυτόν τον λόγο αυτό το δώρο που ζητώ να μου κάνει ο Θεός, το ζητώ να μου το κάνει έτσι που να μπορώ να το μεταδώσω και στους άλλους. Μπορούμε να κρατάμε τη χαρά του αναμενόμενου δώρου σε ολόκληρη τη ζωή μας


Τόση λογοτεχνία βογκάει για τον θάνατο, ας θυμηθούμε τα μοιρολόγια, όλα αυτά τα περιστατικά που μας τρομοκρατούν και ο κόσμος ζει μέσα σε μια μαυρίλα απαρηγόρητη. Πώς αντιμετωπίζεται;

«Αρκεί να υπάρχει κάτι που να έχει την ίδια με τον φόβο του θανάτου δύναμη, και αυτήν τη δύναμη την έχει μόνο η αγάπη και από αυτήν περιμένει και ο φόβος του θανάτου το τέλος του, για να μπορούμε να λέμε και εμείς ότι ζητάμε από τον Θεό πρωτοχρονιάτικο δώρο το τέλος του φόβου.»

«Σαν να είμαι σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας επί πέντε χρόνια και, αφού είδα όλες τις φρικαλεότητες, μετά τελείωσε ο πόλεμος και μας λένε ετοιμαστείτε να μπείτε στο τρένο, να πάτε στις πατρίδες σας»

Να προσεύχεσαι στην εποχή μας σε έναν σταυρωμένο Θεό είναι κάπως δύσκολο -ίσως πάντα να ήταν. Σήμερα όμως, για τον άνθρωπο της επιστήμης και του δικαιώματος, ακόμη περισσότερο. Μήπως αυτό εξηγεί τη σκυθρωπότητα των νέων ανθρώπων;

«Μια φορά η εγγονούλα μου τραγουδούσε ένα μοντέρνο τραγούδι που το μάθαινε στην πλατεία και της λέω “ξέρεις τι σημαίνουν αυτά που λες”; Και μου μετέφρασε κάτι θλιβερούς στίχους. Τη ρώτησα αν την εκφράζουν αυτά. Αρνήθηκε. Έτσι της ζήτησα να μου πει ένα ωραίο τραγουδάκι που να την εκφράζει και της θύμισα το “Έλα στην φάτνη μας Χριστέ”.

Όσο για τη δυσκολία να προσεύχεται ο άνθρωπος, θυμάμαι ακόμα τις προσευχές που κάναμε στα υπόγεια καταφύγια όταν έρχονταν τα Ιταλικά αεροπλάνα και βομβαρδίζανε την πόλη μας και ακούγαμε τις βόμβες που έπεφταν εκεί κοντά μας και μέσα εκεί γονατισμένες οι γυναίκες προσεύχονταν και εγώ για πρώτη φορά, που ήμουν μικρός ακόμα, μάθαινα τι είναι η παράκληση και πότε τη λένε και γιατί τη λένε με τόση συντριβή. Ακόμα η παρηγοριά εκείνης της παράκλησης, πριν από 80 χρόνια, παραμένει στην καρδιά μου. Ενώ άλλες χαρές επιδερμικές στη ζωή μας χάθηκαν


Η ευχαρίστηση των στιγμών στους νέους, ο κενός άνθρωπος και η δύσκολη επιβίωση της ευτυχίας

Ωστόσο, προς το τέλος του δρόμου, οι ηλικιωμένοι νιώθουν τη ζωή γλυκύτερη.

«Πράγματι ο Θεός χαρίζει σε αυτούς που τους έδωσε τα γεράματα μια προσφορά παρηγοριάς κι αν υπάρχουν πολίτες που παραπονιούνται είναι όχι επειδή γέρασαν, αλλά επειδή δεν έρχονται τα εγγόνια τους να τους δουν. Θυμάμαι στα γηροκομεία οι γριούλες είχαν λίγα κέρματα κάτω από το μαξιλάρι τους, για να φιλέψουν τα εγγόνια τους όταν θα τους επισκέπτονταν για να ξαναπάνε και δεν υποπτεύονται ότι ναι μεν είναι πόνος η εγκατάλειψη, αλλά το ότι νιώθουν τέτοια τρυφερότητα και τέτοια λαχτάρα με τη σκέψη των παιδιών τους, είναι και αυτό μια δόση παραδείσου.

Αντίθετα οι νέοι βάζουνε στη θέση του παραδείσου την ευχαρίστηση των στιγμών που περνούν και όταν τελειώνει αυτό θέλουν ακόμη κάτι άλλο. Επειδή οι στιγμές περνάνε και μετά μένει πάλι ο άνθρωπος κενός, γι’ αυτόν τον λόγο και οι νέοι μας έχουν κατάθλιψη γιατί δεν μπορούν να φανταστούν, να αισθανθούν μια ευτυχία που να μένει για πάντα


Αλήθεια υπάρχει ευτυχία που μένει για πάντα; Έχουμε σχεδόν εκπαιδευτεί να τρώμε αλλά παίρνοντας από το πιάτο του άλλου. Ανταγωνιστικοί, ακόμη και μέσα στην ευσέβειά μας. Ποιά ευτυχία μπορεί να επιβιώσει έτσι;

«Ο άνθρωπος μπορεί να αποδεχθεί με άπειρη ευχαριστία το δώρο του Θεού, μπορεί και να το απορρίψει, αλλά όταν το απορρίπτει όλες οι χαρές του φεύγουν, του μένει μόνο μια άγρια σατανική ικανοποίηση, ότι μπόρεσε να κάνει χρήση της ελευθερίας του. Πολλές φορές, εδώ στη γειτονιά μας είναι ένα μαγαζί που έχει μια μεγάλη τηλεόραση και κάθε βράδυ μαζεύονται όλοι οι γέροι της γειτονιάς, οι οποίοι κάθονται αμίλητοι, πίνουν το ουζάκι τους και βλέπουν τηλεόραση και ξέρουμε ότι στο σπίτι τους έχουν τηλεόραση, αλλά περιμένουν να πάει η ώρα έντεκα και δώδεκα να πάνε στο σπίτι πατώντας στα νύχια, να ανοίξουν και να πάνε να πέσουν να μην τους πάρει είδηση η γριά τους που έχει κοιμηθεί για να μην αναγκαστούν να πουν ούτε καλησπέρα.

Αυτοί είναι οι τρελά ερωτευμένοι στα νιάτα τους, που τραγουδούσανε κάτω από τα μπαλκόνια, αυτοί που τις είχαν κλέψει, αυτοί που είχαν παλαβώσει μαζί τους και ύστερα έρχονται για να πέσουν και δεν θέλουν να αισθανθούν την υποχρέωση ούτε να πουν καλησπέρα, αυτό δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, βλέπετε τα μούτρα τους κατεβασμένα, πού είναι η χαρά της αγάπης;»


Να αγαπηθούμε με το μυαλό, αφού την καρδιά μας την έχουμε σακατέψει

Όμως γι’ αυτούς ήταν πολύτιμη όταν την ένιωθαν. Είχε μεγάλη αξία. Πού παράπεσε η ευτυχία;

«Όλα τα πράγματα της ζωής αυτής μετά την πτώση των πρωτοπλάστων δεν συμβαίνουνε πάνω στον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά πάνω στους δερμάτινους χιτώνες που έβαλε ο Θεός, πάνω δηλαδή στην ψεύτικη και προσωρινή υπόστασή τους, έτσι αυτά είναι νεκρά και καθώς νεκρώνεται το σώμα, νεκρώνονται και αυτά και σβήνουν. Θυμάμαι όταν πηγαίναμε στο χωριό της γυναίκας μου και τότε ήμασταν εξηντάρηδες ακόμα, μας κοροϊδεύανε κάποιοι γιατί ακόμα πιανόμασταν από το χέρι, θεωρούσαν ντροπή να φανεί ότι είναι ερωτευμένοι με τις γυναίκες τους και όταν πηγαίνανε στο χωράφι πήγαινε μπροστά ο άντρας και πέντε μέτρα παραπίσω η γυναίκα, αν την έπαιρνε δίπλα του θα τον κουτσομπολεύανε. Να πώς πεθαίνουν τα αισθήματα

Υπάρχει αντίδοτο σε αυτό το δηλητήριο της φθοράς ανάμεσα σε δυο ανθρώπους;

«Μια πρόταση είναι να κάνουμε υποκρισία, για φανταστείτε τι συνιστώ, να κάνουμε υποκρισία και εκεί που λέμε ένα “γεια” να πούμε “γεια σου αγάπη μου”. Ξέρετε όταν υποκρινόμαστε στους ανθρώπους που αγαπούμε, όχι επειδή θέλουμε να υποκριθούμε, αλλά αφού ακούσαμε ότι πρέπει να αγαπάμε, ας αγαπάμε. Πρέπει να αγαπηθούμε πρώτα με το μυαλό μας, αφού δεν έχουμε κάτι άλλο, την καρδιά μας την έχουμε σακατέψει. Έτσι ο Θεός θα πάρει την αγάπη και θα τη στείλει πάλι πίσω στην καρδιά και τότε θα αγαπηθούμε αληθινά και θα αγαπήσουμε όλο τον κόσμο.»

Ας κλείσουμε δίνοντας ελπίδα στους αναγνώστες και σε όλους εμάς...

«Η αλήθεια είναι πως κανένας νυμφίος με τη νύμφη δεν πετυχαίνει τόση επαφή σωματική όση απολαμβάνει ο Χριστιανός, που όχι απλώς τον αγκαλιάζει τον Χριστό, αλλά τον τρώει και είναι μέσα του, εμείς δεν φάγαμε τη γυναίκα μας ούτε η γυναίκα μας έφαγε εμάς, τον Χριστό όμως τον φάγαμε, οπότε η ένωσή μας είναι κάτι περισσότερο από γάμος. Τέλος πάμε να δουλέψουμε στη δουλειά μας 10 και 12 ώρες και περνώντας από μια εκκλησιά κάνουμε στραβό σταυρό και φεύγουμε, ενώ εκείνος ο στραβός σταυρός που κάνουμε είναι το κύριο της υπόστασής μας και όλη η διαδικασία είναι η τιμή μας. Καλή χρονιά παιδιά μου...».

_______________

Σοφία Χατζή

δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, 30.12.2020

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου