Κυριακή 21 Μαρτίου 2021

Μουσουλμάνος αφηγείται πώς ένοιωσε το χάδι του Θεού και έγινε Χριστιανός (α΄ μέρος)

Μεγαλωμένος σε μουσουλμανική οικογένεια, ο Σύρος Άγγελος Τ. μιλά για την προσωπική του αναζήτηση από μικρή ηλικία ανάμεσα στον Θεό του τρόμου και της τιμωρίας και τον Θεό του ελέους, για τον … παράδεισο ανασφάλειας και την αληθινή πίστη.

___

Είναι μακριά από τη δική μας νοοτροπία η γνώση της ζωής σ’ έναν μουσουλμανικό τόπο, όπου οι άνθρωποι δημιούργησαν έναν Θεό ο οποίος ζητά από τον άνθρωπο να αγαπά τον Θεό και να σκοτώνει τον άλλο άνθρωπο. Αν ο χριστιανικός νους μπορούσε να υποψιαστεί τη ζημιά που υφίστανται οι άνθρωποι από την παιδική τους ηλικία στα καθεστώτα θρησκευτικού τρόμου, θα λυπόταν βαθιά και θα στεκόταν με αυθεντικό θαυμασμό μπροστά στους ελάχιστους που πέρασαν την κορυφαία δοκιμασία της μεταστροφής. Ο Άγγελος Τ., ένας Σύριος πρώην μουσουλμάνος που έγινε ορθόδοξος Χριστιανός μιλά στην Ορθόδοξη Αλήθεια για την προσωπική του αναζήτηση από μικρό παιδί ανάμεσα στον Θεό του τρόμου και τον Θεό του Ελέους.

Μεγαλώσατε σε μια χώρα που οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν πλειονότητα σε σχέση με τους Χριστιανούς. Πώς αντιλαμβανόσασταν ως παιδί την εκεί πραγματικότητα, εφ’ όσον ζούσατε και μεγαλώνατε σ’ ένα μουσουλμανικό σπίτι;

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι ο πατέρας μου δεν ήταν φανατικός στην πίστη, ήταν μουσουλμάνος πάρα πολύ πιστός και αυτός εμφύτεψε μέσα στην καρδιά μας τη πίστη γενικά προς τον Θεό που τον ονομάζουν Αλλάχ οι μουσουλμάνοι, αλλά και οι Χριστιανοί στη Συρία - στα αραβικά δηλαδή. Αλλά βέβαια ήταν ο Θεός ο απρόσωπος, ο αυστηρός και πάνω από όλα ο τιμωρός δηλαδή ουσιαστικά είχαμε τον φόβο της τιμωρίας. Όποτε είχαμε κάποιες οδηγίες από τον πατέρα μου ή τη μητέρα μου πάντα μετά από κάθε οδηγία που λαμβάναμε συμπλήρωναν και το “αν δεν κάνετε αυτό ο Θεός μπορεί να σας κάψει, μπορεί να σας τιμωρήσει”. Δηλαδή πρώτα από όλα να κάνουμε το καλό προκειμένου να γλυτώσουμε την τιμωρία. Από εκεί και πέρα νοείται ότι περιμένουμε και κάποιο παράδεισο. Ότι άμα πεθάνουμε και έχουμε κάνει αυτά που μας είπε ο Αλλάχ ή ο Θεός θα πάμε στον παράδεισο.

Πώς ήταν δημιουργημένος ο παράδεισος αυτός που σας πρότεινε η θρησκεία των προγόνων σας;

Ο παράδεισος ήταν ένας χώρος μετά τον θάνατο στον οποίο θα είχε βουνά από ρύζι και κρέας και γυναίκες πολλές, το κρασί θα τρέχει ποτάμι και ουσιαστικά θα ζούσαμε αιώνια με το σώμα μας σε νεαρή ηλικία και θα απολαμβάναμε.

Με ποιο τρόπο θα εισερχόσασταν στον τόπο αυτό της τρυφής;

Νηστεύαμε για ένα μήνα περίπου κάθε χρόνο στη ζωή μας μήπως γλυτώσουμε την τιμωρία και μπούμε στον Παράδεισο. Δεν ήταν κάτι το ελκυστικό, καθώς και εδώ στη γη θα μπορούσε να είναι ο παράδεισος, αν εγώ είχα πολύ κρέας και έβρισκα τρόπο να ζευγαρώνω συνέχεια. Εντωμεταξύ αν δεν νήστευα και ζευγάρωνα θα με τιμωρούσε ο Θεός. Δηλαδή μου λέει να μην το κάνω εδώ στη ζωή, για να το κάνω εκεί στον Παράδεισο; Δεν υπήρχε λογική.


Αρκετοί είναι οι στίχοι του Κορανίου και των παραδόσεων του Ισλάμ σύμφωνα με τους οποίους ο Παράδεισος προσφέρεται σε όσους χάνουν τη ζωή τους σε τζιχάντ. Ο όρος Τζιχάντ λειτουργεί στη συνείδηση ενός ισλαμιστή, ως υπεράσπιση της θρησκείας ή ως προσηλυτισμός;

Θυμάμαι όταν ήμουν μικρό παιδί, ένας θείος μου ο οποίος ήταν καλός γνώστης του κορανίου συζητούσε με τον πατέρα μου το θέμα του “Tζιχάντ”. Τόνιζε ότι είναι το υψηλότερο νόημα και δεν υπάρχει ανώτερο από το να φτάσει ο άνθρωπος να γίνει τζιχαντιστής δηλαδή να πεθάνει σκοτώνοντας άλλους, που οι άλλοι θα ναι βρωμεροί αλλόθρησκοι, δεν θα ναι μουσουλμάνοι. Οι αλλόθρησκοι πολεμούν τον Θεό. Οι Μουσουλμάνοι θεωρούν πως οι χριστιανοί πιστεύουν σε τρεις Θεούς και όχι Έναν, αφού έβαλαν συνέταιρους με τον Θεό δηλαδή κάποιον συν-Θεό κατά κάποιο τρόπο, που είναι ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα άρα και οι χριστιανοί είναι κάφροι.

«Θυμάμαι όταν ήμουν μικρό παιδί, ένας θείος μου συζητούσε με τον πατέρα μου το θέμα του Τζιχάντ και τόνιζε ότι δεν υπάρχει ανώτερο από το να φτάσει ο άνθρωπος να γίνει τζιχαντιστής, δηλαδή να πεθάνει σκοτώνοντας τους άλλους, βρωμερούς, αλλόθρησκους»


Στους πολέμους δηλαδή οι μουσουλμάνοι σκότωναν για θέματα πίστεως;

Ουσιαστικά τα παλιά χρόνια, όταν γίνονταν πόλεμοι των Μουσουλμάνων, εναντίον χωρών που δεν πίστευαν στον Μωάμεθ, οι μουσουλμάνοι έδιναν τρεις επιλογές στους κατοίκους αυτών των χωρών: Είτε να γίνουν Μουσουλμάνοι, είτε να κρατήσουν την πίστη τους, αλλά πληρώνοντας ένα ποσό το οποίο ήταν δυσβάσταχτο για την εποχή, ή να πάρουν τα πράγματά τους και να φύγουν. Αυτό το θεωρώ παράλογο, δηλαδή να έρθω εγώ στο σπίτι σου και να σου πω ότι ή θα πιστέψεις αυτά που λέω εγώ, ή θα μου δώσεις κάθε μήνα πολλά χρήματα ή θα τα μαζέψεις και θα φύγεις. Παρόλα αυτά, η φριχτότερη αλήθεια είναι ότι τις περισσότερες φορές οι μουσουλμάνοι πολεμιστές βίαζαν γυναίκες, προσπαθώντας να καλοπεράσουν κάνοντας αυτούς τους πολέμους και αφού βίαζαν, μετά ρωτούσαν τους ανθρώπους αν πιστεύουν στον Αλλάχ και στον Μωάμεθ. Αν απαντούσαν “όχι” τους έκοβαν το κεφάλι, μη δίνοντάς τους την επιλογή να πληρώσουν ή να φύγουν. Δηλαδή αρχικά ήταν κάτι σαν γλέντι γι’ αυτούς και δευτερευόντως αλλά αρκετά σοβαρά πως στο όνομα του Αλλάχ σκοτώνουν τους κάφρους που δεν πιστεύουν σε ό,τι πιστεύουν και οι μουσουλμάνοι.»

«Κάτι δεν πήγαινε καλά και δεν ένοιωθα ασφάλεια. Όταν πιστεύεις σε κάτι καλό, μεταμορφώνει την καρδιά σου, νοιώθεις μια ησυχία!»

Ένας τζιχαντιστής μπορεί να ζωστεί με εκρηκτικά και να σκοτώσει τους αλλόθρησκους και να πεθάνει και ο ίδιος έχοντας τη μέγιστη τιμή και μια θέση στον παράδεισο. Αυτό όταν το ακούγατε σαν μικρό παιδί πώς το αντιλαμβανόσασταν;

Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλα αυτά, δηλαδή δεν ένιωθα μέσα μου ασφάλεια, γιατί όταν πιστεύεις σε κάτι και αυτό το κάτι είναι καλό, τότε αυτό μεταμορφώνει την καρδιά σου, νιώθεις μια ασφάλεια, μια ησυχία μέσα σου και κοιτάς τη ζωή με άλλο μάτι αλλά όταν έχεις συνέχεια μια ανασφάλεια μέσα σου σημαίνει ότι αυτό που πιστεύεις δεν είναι σωστό για αυτό και ψαχνόμουν. Ως μικρό παιδί που ήμουν, μου έκανε εντύπωση αλλά δεν μου έκανε καλή εντύπωση, δηλαδή δεν μπορούσα να φανταστώ ότι κάποιος θα μπορούσε να σκοτώσει άλλους και να πάει στον παράδεισο.

Ωστόσο σας κατέκλυζε η σκέψη του Θεού, που έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στη ζωή σας, αλλά υπήρχε στην ψυχή σας ένας διχασμός που σας βασάνιζε;

Στη ζωή μου, από μικρό παιδί υπήρχε πάντα ο Θεός προφανώς επειδή ο πατέρας μου μας φύτευε την αντίληψη ότι υπάρχει Θεός, ότι δεν ήρθαμε στη ζωή τυχαία, ότι κάπου θα πάμε, μου δημιούργησαν ένα σεβασμό στον Θεό. Φοβόμουν βέβαια μη τυχόν βλασφημήσω και αν άκουγα κάποιον να το κάνει φοβόμουν για λογαριασμό του. Οπότε είχα πάντα μια σχέση συζήτησης με τον Κύριο, αλλά πάντα συνοδευόταν με μια ανασφάλεια κι ένα τρόμο πως θα με τιμωρούσε. Φοβόμουν πάρα πολύ τον θάνατο γιατί μας έλεγαν ότι οι άδικοι όταν πεθάνουν θα έρθουν στον τάφο σου και θα σε χτυπούν στο κεφάλι, με μεγάλα σφυριά θα έχουν μετατραπεί σε είδος δαιμόνων που ασταμάτητα και αιώνια σε βαράνε. Όλο αυτό δεν με ανάπαυε εσωτερικά.

Η πρώτη συνάντηση με τον Χριστό και τα δάκρυα συγκίνησης


Στη Συρία όπου γεννηθήκατε και ζούσατε συγκατοικούσατε με μια μειονότητα χριστιανών. Πώς σας φαίνονταν ως πιστοί στον δικό τους Θεό; Τους νιώθατε εχθρούς;

Δεν τους βλέπαμε ως εχθρούς, γιατί ήταν ειρηνικοί άνθρωποι. Υπήρχε στην αντίληψη όλων, πως οι χριστιανοί έχουν μια καθαρότητα. Την ίδια αντίληψη είχα κι εγώ, αν και δεν μου περνούσε από το μυαλό ότι θα μπορούσα να γίνω χριστιανός και να βαπτιστώ. Όμως ο Θεός τα έφερε έτσι ώστε να γνωρίσω αναπάντεχα τον Χριστό. Όταν ήμουν είκοσι χρονών, δηλαδή πριν από τριάντα πέντε χρόνια, το σχέδιο του Τριαδικού Θεού, όπως πια τον γνωρίζω σήμερα, ανοίχτηκε και το ακολουθούσα με μικρά δειλά βήματα. Ο πατέρας μου με τον αδελφό μου κι εμένα, αποφασίσαμε να φύγουμε στην Αμερική για μια καλύτερη ζωή, αν και ήμασταν εύπορη οικογένεια. Η μητέρα μου, πιστή μουσουλμάνα έως τέλους δεν ακολούθησε κι έμεινε για πάντα στη Συρία. Το 1982 ταξιδέψαμε ως την Ελλάδα που ήταν ενδιάμεσος σταθμός και ενώ περιμέναμε αρκετό καιρό τα διαδικαστικά για το υπερατλαντικό ταξίδι, το σχέδιο του Θεού ξεδιπλωνόταν στην ζωή μου.


Ποια ήταν η πρώτη σχέση σας με την Ελλαδική Εκκλησία;

Ρωτούσα τους ανθρώπους, ήθελα να μάθω αυτό που ακόμη δεν ήξερα. Έψαχνα να βρω δουλειά, αν και δεν είχαμε οικονομικό πρόβλημα. Έγινα βοηθός ενός αγιογράφου. Ξεκίνησα, έπλενα τα πινέλα, καθάριζα και έκανα ό,τι μου ζητούσαν. Εντωμεταξύ κοιτούσα μέσα στον ναό, τους αγίους, τον Χριστό. Εκεί σιγά σιγά άρχιζα να συνομιλώ με τον Χριστό παρόλο που δεν τον ένιωθα σαν Θεό. Μια μέρα ενώ δούλευα στον ναό σκόνταψα και μπήκε η σπάτουλα μέσα στο δάχτυλό μου και μου άφησε σημάδι. Αφού το έδεσα έπεσε η ματιά μου στον Εσταυρωμένο. Πήγα κοντά, έσκυψα μπροστά στον σταυρό και παρακάλαγα τον Χριστό και τότε ένιωσα ένα χέρι να μου χαϊδεύει το κεφάλι. Αυτή ήταν η αρχή.

* * *

Εδώ τα δάκρυα του Άγγελου ξεχύθηκαν από τα μάτια του και δεν μπορούσε να μιλήσει για αρκετή ώρα. Κάποιοι άνθρωποι νιώθουν το χάδι του Θεού απτά και από εκείνη την ώρα δεν υπάρχει γυρισμός. Έζησαν το θαύμα, διατηρούν τη μνήμη του μέχρι τέλους. Αυτό που χαρίστηκε στον Άγγελο τον ξεκούρασε από τους φόβους της νεότητας. Ήταν ένας πονεμένος άνθρωπος, ευγνώμων για τον πόνο του. Στον πόνο του όμως αντέδρασε με τόλμη και σοφία. Άλλαξε ρότα. Ο Άγγελος Τ. μας διηγήθηκε με απλότητα τη συνέχεια της αναζήτησής του και το βάπτισμά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία, στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης η οποία θα κυκλοφορήσει την επόμενη εβδομάδα στο φύλλο της Ορθόδοξης Αλήθειας.

Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί αύριο

___________

Σοφία Χατζή

δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα

ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΛΗΘΕΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου