Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2022

~ Ο μπάρμπας και η μητέρα μου ... |της Ιωάννας Α. Αγγελή - Εκπαιδευτικού

 Όλες αυτές τις νύχτες και μέρες, οι αλήθειες ζωής του μπάρμπα συνομιλούσαν με κάθε κρυφή γωνιά της ψυχής μου.


Ο δικός του κόσμος απλωμένος στον δικό μου μικρόκοσμο.

Τις νυχτιές, πριν το Απόδειπνο, οι ιστορίες του σαν παννύχιες προσευχές μαλάκωναν την τραχύτητα των λογισμών, και τα πρωϊνά, μετά την προοιμιακή προσευχή και τους βίους των Αγίων της ημέρας, ως φως ιλαρό κατευοδώνανε τα περπατήματά μου στις ασχολίες της καθημερινότητας.

Τρεις ιστορίες-αλήθειες ζωής κάθε νύχτα, τρεις ιστορίες-αλήθειες ζωής κάθε πρωί. Ώσπου, οι ιστορίες ολοκληρώθηκαν. Μεγάλη ευλογία! 

Αυτά που ξεχώρισα είναι η Καθαρότητα, η Απλότητα, ο Ρέων λόγος, η βαθιά Πίστη στον Θεό και η Αγαθή διάθεσή του. Ένα πραγματικό ΚΑΡΠΑ αφύπνισης και αναγέννησης.

Το συγκινητικό δε, είναι ότι η απλότητά του μου θυμίζει την απλότητα της μητέρας μου που ως βοσκοπούλα, χρόνια πριν, με την εύηχη φωνή της πρόσθετε τους δικούς της χρωματισμούς στα βουνά και τους λόγγους.

Σας παραθέτω πιο κάτω ένα μικρό δοκίμιο κι ένα ποίημα που είχα γράψει και περιλαμβάνονται στην ποιητική μου συλλογή Ανάπεμψις πραεία.

Διαβάζοντάς τα θα καταλάβετε πως το ορμέμφυτο των δύο αυτών ανθρώπων ανταμώνουν στην απλότητα και τον αυθορμητισμό.





ΜΙΚΡΟ ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ


Ανάπεμψη μητρός


   Την κοιτώ και διαβαίνω τον χρόνο προς τα πλατέματα των ατέλειωτων διηγήσεών της.

   Ηχηρός ο τόνος της φωνής της, φορτωμένος με τις συγκινήσεις των στιγμών. Ο λόγος της αλάθητος, κεντημένος με ηχοχρώματα δίγλωσσα, πότε της Ελληνικής, πότε της Βλάχικης γλώσσας και πότε με τους ιδιωματισμούς  των δύο τόπων - της Θεσσαλίας και της Ηπείρου -. Αλάθητος λόγος. Ζωντανή γλώσσα. Μεγαλείο της χώρας αυτής.

   Διηγείται τη ζωή της λες και τη ζει ξανά και ξανά. Λες και η ιστορία της, της γνέφει να την διαβάσει για να ακουστεί και να εμπεδωθεί στη μνήμη μου, στην ψυχή μου, ως παρακαταθήκη, ως αγλαές δώρο˙ θα ’ λεγα ότι καλούμε ως θεματοφύλακας να διασφαλίσω το αναλλοίωτο των χρωμάτων, των ήχων και των εικόνων αυτής της αγνής ιστορίας.

   Οι αισθήσεις μου όλες αποτραβιούνται απ’ την παρούσα καθημερινότητα και σαν συνοδοιπόρος εισέρχομαι μαζί της στο χωροχρόνο της. Αφήνομαι, το ζω βαθιά, ενσυναίσθητα˙ ώρες ώρες νιώθω ότι λαμβάνω μέρος ως αόρατη συμπρωταγωνίστρια σε υπαίθρια σκηνή.

   Τη διήγησή της συχνά πυκνά πλουμίζουν –ως ιντερμέδια σε θεατρικό έργο- τα δημοτικά τραγούδια καθώς η άκρατη λαλιά της ξεχύνεται αβίαστα στους δίσημους, τρίσημους κα επτάσημους ρυθμούς, ανασαλεύοντας τις γνώσεις μου, ανακαλύπτοντας και συνάμα επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά – και θα επιβεβαιώνεται συνέχεια – η υπέρβαση αυτού του λαού στη γλώσσα, στην ποίηση, στον ρυθμό, στην ψυχή, παντού…

   Τα ηχητικά κύματα της εύηχης, κελαριστής φωνής της διαπερνούν τους πόρους των αφτιών μου και δονούμαι. Η δόνηση εξαπλώνεται παντού πάνω μου, στα μάτια μου που αφήνουν να κυλήσουν δάκρυα, στο στόμα που σωπαίνει, στο δέρμα που αναριγά…

Το τραγούδι τελειώνει και συνεχίζει τη διήγηση. Καθώς πλανιέμαι μέσα στους λόγγους και τα υψίπεδα, στέκομαι για λίγο στο πρόσωπό της. Πρόσωπο σμιλεμένο από βουνίσιο αέρα, θρεμμένο με αλεύρι και κρύο νερό. Τα μάγουλά της ροδαλά με τις μικρές φλεβίτσες της να κυλούν σαν μικρά ρυάκια και να μαρτυρούν πως όλη η φύση χύθηκε πάνω της, πως πήρε τη σμίλη και λάξεψε όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. Σαν εκείνη τη στιγμή το μέτωπό της να θύμιζε πεδιάδα, το υγρό της βλέμμα ποτάμι, τα ζυγωματικά της βουνοκορφή, η σιαγόνα της κρυόβρυση.

Και καθώς χάζευα τη φύση απάνω της, να ’ σου που  ’ νιωσα τα χέρια της να τεντώνονται απ’ τους ώμους ψηλά, προς το ταβάνι, που μεταμορφώθηκε σε έναστρο ουρανό για να περιγράψει τις νύχτες που ζαλικωμένη φορτιό με ξύλα, σταματούσε να ξαποστάσει κάνοντας προσκεφάλι την πέτρα. Κι από πάνω της απλωνόταν οι συστάδες των αστεριών και το χλωμό φεγγάρι. Η γη κι ο ουρανός έμοιαζαν να ’ ναι τόσο κοντά, σχεδόν να ενώνονται, που πίστεψα πως άπλωσε τις χούφτες της και μάζεψε πέντ ’ έξι αστέρια να φωτίζουν τ’ όνειρά της˙ θαρρώ πως μάζεψε κι ένα κομμάτι φεγγαριού και το ’βαλε στο δισάκι της να της χαρίσει το φως του τις νυχτιές που θα ’ χει αφέγγαρο ουρανό.

Τι να πω. Φαίνεται πως ο Θεός συμφώνησε όλα τα δημιουργήματά του να την προστατεύουν. Μα πάντα το ’ λεγε και το λέει. Είχε και έχει στη στράτα της την Παναγιά. Α! Στον ύπνο της, αναφέρει ότι πετά με την Αγία Παρασκευή. Αγνή καρδιά, αφειδώλευτη στην πίστη, καθαρή, χωρίς να ανακατώνει τα πώς, τα τι και τα γιατί, και να μπερδεύει το είναι της, την υπόστασή της και κατ ’ επέκταση την πατρίδα της που χρόνια ολάκερα, αιώνες γεμάτους, αγωνίστηκε έχοντας ως αξία και ως προστασία την ορθόδοξη πίστη. Συλλογιέμαι, πώς οι Νεοέλληνες και ευτυχώς όχι όλοι, αυτοί οι επονομαζόμενοι μοντέρνοι Έλληνες, αποκληρώσανε την ορθοδοξία, την εξαντλήσανε σε υπερφίαλες αναζητήσεις άλλων διαδρομών. Και βέβαια δεν ομιλώ για την ελεύθερη προσωπική έκφραση και εμπειρία καρδιάς στην πίστη αλλά νιώθω να πνίγομαι στη δήθεν αυθυπέρβαση που προσφέρει η αλαζονεία…

   Ένα μέτρο χιόνι τη σκεπάζει ως το γόνυ κι αυτή πάντα ζαλικωμένη να φτάσει στην Κηπίνα - στο λαξεμένο πάνω στο βράχο μοναστήρι – να κόψει κλαριά για τα ζώα. Ο καιρός αγριεύει, το χιόνι έχει φτάσει πια ως τις λαγόνες. Τα ρούχα έχουν μουσκέψει, τα βλέφαρά της απ ’ το δριμύ κρύο έχουν γίνει διάφανοι κρύσταλλοι αλλά αυτή αγόγγυστα, ως γενναία αγωνίστρια να συνεχίζει. Ω! Τι σθένος έχει η ψυχή της και πόση αντοχή η κράση της. Ανήκει στη γενιά των γυναικών – όπως η μάνα της, η συγχωρεμένη η γιαγιά μου η Ελένη, αρχόντισσα στους τρόπους της, λεβέντισσα στις αντοχές της – όπου η λεβεντιά και συνάμα η χάρη, προσδίδουν στη γυναικεία φύση τους την αρχέγονη ταυτότητά τους που ξεκινά από την αρχαία Ήπειρο και φτάνει ως τις γυναίκες της Πίνδου, τις γυναίκες Ηπειρώτισσες, τα ξαφνιάσματα της φύσης – για να δανειστώ μια μεταφορά που πιστεύω ότι ολοκληρώνει την υπόσταση των τότε γυναικών -.

   Όταν αποκαμωμένη πια φτάνει στους Καλαρρύτες, ανοίγει την αυλόπορτα και ξεζαλικώνει τα ξύλα στο κατώι και μπαίνει στο αρχοντόσπιτο το ταπεινό. Αρχοντόσπιτο, γιατί η κάθε πέτρα του, η κάθε κανάτα του, τα μπαούλα του, η γάστρα του, μοσχοβολούσαν αρχοντάδα, φτωχικιά μεν, αλλά αρχοντάδα.

   Κάθεται στον αργαλειό, στο χειμωνιάτικο δωμάτιο. Υφαίνει την προίκα των ονείρων της, με χρώματα παρμένα απ’ τα βουνά, τα ποτάμια, τη γη την ανήμερη…

   Το αντάμωμα με το παρελθόν έχει κάνει τους μύες του προσώπου της και των χεριών της να έχουν διασταλεί. Μοιάζει σαν η ψυχή της να έχει βγει από το σώμα της, να φανεί η καθαρότητα, η αθωότητά της.

    Παύει τη διήγησή της, για να συνεχίσει άλλη στιγμή…

Τόσες εικόνες, τόσα χρώματα και μυρωδιές, τόσοι ήχοι, κύλησαν πάνω στο πέπλο του χρόνου και κέντησαν στιγμές αέναες κι αλησμόνητες…


Ω! Κρατερή μου Μάνα


Πόσα φορτία αναστεναγμών,

στις πλάτες σου ζαλώθηκες,

ω! κρατερή μου μάνα!

Άγουρη κόρη (ακόμα) και ντύθηκες,

των ξωμάχων τη βαριά την κάπα.

Σε ξέφωτους λόγγους περπατάς,

σ ’ απόκρημνα μονοπάτια…

κι όλα τα δαμάζει συνετά

της στράτας σου η σιγουράδα.

Ακόμα και την πέτρα την κοφτερή

- κι αυτή δαμάζεις – 

όταν την κάνεις τις νυχτιές 

ήμερο προσκεφάλι.

Χύθηκε όλος ο χιονιάς, 

βαρύς στα τσίνορά σου, τα πάγωσε, 

τα έκαμε, διάφανους κρουστάλλους.

Μα η φλόγα, απ ’ το αγιοκέρι που κρατάς

σφιχτά στα δάχτυλά σου, φλόγα σου δίνει

της ζωής, το σθένος να κρατήσεις.

Τα ρούχα κι αν σκιστήκανε 

απ ’ των πουρναριών τους κλώνους,

μοιάζεις αρχόντισσα κυρά,

- με φόρεμα πορφυροκέντητο -

και πλουμιστά στολίδια.

Το πρόσωπό σου σμιλευτό από βουνίσιο αέρα,

θρεμμένο με γάργαρο νερό και 

μοσχοβολιστή μπομπότα.

Τα μάγουλά σου ροδαλά, 

στις φλέβες σου κυλούν της υπομονής 

και της δύναμης το αίμα.

Στα χείλη σου τα κόκκινα

ξεδιπλώνεται όλη η φύση

καθώς με τη γλυκόλαλή σου τη φωνή,

τραγούδι στέλνεις επτάσημο, αντίκρυ στην πλαγιά.

Μαγεμένη η ηχώ από την εύηχη λαλιά σου

παίρνει τις νότες αγκαλιά και τις σκορπίζει

σαν σπορά, σε όλα τα Τζουμέρκα,

ψηλά στις κορφές και κάτω στις πεδιάδες, 

στους δρόμους τους λιθόστρωτους

και στων σπιτιών τις στέγες,

όλη η γης να καρπωθεί 

με το κελάηδημά σου.

Ω! Καλαρρύτες γραφικοί 

και ένδοξοι στους χρόνους,

πάρτε την κόρη την όμορφη, 

την καστανομάτα κόρη.

Και ’ συ Συρράκο ξακουστό, 

γνέψε στον Κρυστάλλη,

ν ’ ακούσει της κόρης τη φωνή 

και να την κάνει ποίημα.

------------------------------------------------------------------------------------------

Ακόμα και τώρα, η μητέρα μου με την ίδια απλότητα στους λόγους της και προπάντων με την ίδια βαθιά πίστη στον Θεό συνεχίζει να μας δίνει τα απαραίτητα ψυχικά εφόδια για να υπομένουμε αλλά και να μαχόμαστε εναντίον του ψεύδους, της αυταρχικότητας και κάθε σκοπέλου που παρεμβάλλεται ημών και Θεού.

Έτσι, να συνεχίσει και ο απλός μας μπάρμπας, γιατί στην απλότητα ενυπάρχει η ομορφιά… Τον ευχαριστούμε για την προσφορά του!



Ιωάννα Α. Αγγελή

Εκπαιδευτικός

|εκ των "συν αυτώ"...



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου