Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

☆ Συμπληρώθηκαν 10 χρόνια! 3 Αύγουστου 2016, εκοιμήθει ο αγιασμένος πατήρ Σάββας Αχιλλέως...

    

    |Διάβασε τον τρόπο με τον οποίο προσκλήθηκε στην Ιερωσύνη από την ίδια την Παναγιά,

για να καταλάβεις γιατί κάποιοι από τώρα φτιάχνουν το απολυτίκιο του... 


     ● Ιδού πως διηγήθηκε ο ίδιος π.Σάββας 

πως έλαβε το χάρισμα της Ιερωσύνης με εντολή από Τον Χριστό και Την Παναγία Μητέρα Του...


«Μικρό παιδί του δημοτικού σχολείου δεν έλειπα από την εκκλησία. 

Ήμουν πάντοτε ο βοηθός του γέροντος ιερέα του χωριού μου και κάθε βράδυ της Μεγάλης Τεσσαρακοστής απήγγειλα τον Ύμνο προς την Παναγία μας. 

Όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια στο φτωχικό μας σπιτάκι, έπιανα στα χέρια μου την Καινή Διαθήκη και έψαλλα επιμελώς το Ευαγγέλιο εις ακρόασιν των γονέων μου και των μεγαλυτέρων αδελφών μου. 

Ήμουν το πέμπτο και το μικρότερο από όλα τα παιδιά της οικογένειάς μου. 

Οι γονείς μου ήταν ευσεβείς και φιλοπάτριδες και αγαπούσαν πολύ την Ελλάδα και εμφύτευσαν αυτή τους την αγάπη στην αγνή καρδούλα των παιδιών τους. 

Ανεπτύχθη μέσα μου η φλογερή επιθυμία να αξιωθώ κάποτε να ιερωθώ. 

Έβλεπα τον ιερέα στον δρόμο μου και όταν εκείνος προσπερνούσε στεκόμουν και τον παρακολουθούσα και τον θαύμαζα. 

Παρακαλούσα Τον Θεό να φτάσω κάποτε στο ύψος αυτό της Ιερωσύνης. 

Σκεφτόμουν όμως και έλεγα: 

«αυτός που συνάντησα τώρα στο δρόμο μου είναι Θεολόγος ιερέας. 

Εγώ ένα φτωχόπαιδο, πως θα σπουδάσω και πως θα αξιωθώ να έχω ένα Πτυχίο Θεολογίας;». 

Θεολογία έλεγα…!


Μα υπάρχει μεγαλύτερη επιστήμη σ’ αυτόν τον κόσμο, να μιλάς και να διδάσκης τα λόγια του Θεού; 

Και συζητούσα πάντοτε με τον εαυτό μου και μόνος μου αναλογιζόμουν το μέγα βάρος της Ιερωσύνης. 

Πέρασαν τα χρόνια, αλλά ο πόθος μου για την Ιερωσύνη δεν με εγκατέλειπε. 

Έφθασα στην Ιερά Μονή και έμαθα πολλά για το μέγα μυστήριο της Ιερωσύνης. 

Ευρισκόμενος κάποια μέρα στην μεγάλη αυλή της Ιεράς Μονής, σκεφτόμουν τις δυσκολίες του λειτουργήματος. 

Περισσότερο αναλογιζόμουν την αναξιότητά μου για το πως θα μπορούσα να επωμισθώ ένα τέτοιο βάρος. 

Ένοιωθα, ένα δέος, έναν μεγάλο φόβο. 

Κάμινος, όμοια με την κάμινο του Ναβουχοδονόσορος, η οποία δέχθηκε τους τρεις παίδας και ακόμα μεγαλύτερη από εκείνη είναι το μέγα μυστήριο της Ιερωσύνης. 

Να αναλάβω, λοιπόν, ένα τέτοιο βάρος; 

Αυτό σκεφτόμουν και αυτό με βασάνιζε. 

 Ή να μην αναλάβω και να στρέψω την προσοχή μου σε ένα οποιοδήποτε επάγγελμα; 

Μου ερχόταν όμως πάλι η εικόνα των ιερέων που συναντούσα στους δρόμους και πόσο τους θαύμαζα. 

Θαύμαζα την μεγαλοπρέπεια και το Αγγελικό σχήμα, το οποίο τους περιέβαλε. 

Με καταλάμβανε ο ιερός πόθος να τους μιμηθώ. 

Αυτομάτως ερχόταν στην μνήμη μου η μοναδική ευχή της γλυκιάς μου μανούλας.

 «Έχε την ευχή μου γιέ μου και να σε δω παπά. 

Να υπηρετής τον Χριστό μου, τον Θεό μου και να με μνημονεύης όταν θα πεθάνω». 

Μετά την μοναδική και επαναληπτική και στερεότυπη ευχή της μάνας μου, μου ερχόταν στην σκέψη η ευχή της μακαριστής γιαγιάς μου. 

Μου την έλεγαν τα μεγαλύτερά μου αδέλφια και τα επικύρωνε η μανούλα μου. 

Με κατελάμβαναν δάκρυα συγκίνησης. 

Με σήκωνε στην αγκαλιά της, η γιαγιά μου, και προσπαθώντας να με κοιμήση, καθώς ήμουν βρέφος, ευχόταν και έλεγε: 

«έχε την ευχή μου γιέ μου και να φορής φελόνια και να ψάλλης μες στις εκκλησιές όπως τα χελιδόνια». 


Όλα αυτά και άλλα γλυκύτερα όνειρα, μου γέμιζαν την ψυχή και ανέβαινα νοερά στον θρόνο του Θεού, στο κάλλος του Παραδείσου. 

Άκουγα νοερά τους ιερούς ύμνους της Εκκλησίας και έβλεπα πως τελώ την Θεία και Ιερή Λειτουργία. 

Έβλεπα τους αγγέλους του ουρανού να με περικυκλώνουν στο ιερό Θυσιαστήριο και να συλλειτουργώ μαζί τους. 

Έπειτα, όμως, πρόβαλλε ένας άλλος κόσμος μέσα μου, που ήταν απειλητικός και μου αντιτασσόταν. 

Λογισμοί όπως: 

«τι θέλεις να μπλέξης με τους παπάδες; 

Ξέρεις ότι: 

θα σε βρίζουν, 

θα σε φτύνουν, 

θα σε διασύρουν, 

θα σε φθονούν, 

θα σε αποδοκιμάζουν, 

θα σε εμπαίζουν; 

Δεν αλλάζεις την γνώμη σου, για να είσαι ήσυχος;». 


Κατόπιν ερχόταν και πάλι η πρώτη σκέψη. 

Εκείνη μου φανέρωνε την δόξα του υπουργήματος, όχι του επαγγέλματος, και την απέραντη ευθύνη ενώπιον του Θεού. 

Μόνος μέσα στην μεγάλη αυλή της Ιεράς Μονής της Παναγίας μου, σκεπτόμουν και πάλευα με τις εναλλασσόμενες σκέψεις σχετικά με το μέγα μυστήριο της Ιερωσύνης. 

Και πάντα κατέληγα στο απέραντο και αβάστακτο βάρος του μεγάλου καθήκοντος. 


Ολομόναχος, όπως σκεπτόμουν όλα τα υπέρ και τα κατά και έβλεπα προς το δυτικό μέρος της μεγάλης αυλής, ω Θεέ μου! 

Τι αντίκρυσα; 

Ένα θαύμα υπερφυσικό. 

Ένα θαύμα συγκλονιστικό, όχι όνειρο αλλά όραμα, το οποίο μου έδωσε την αφορμή να παραιτηθώ από τον διακαή πόθο και την ολόψυχη επιθυμία της Ιερωσύνης. 


Μια αποκάλυψη του μεγάλου μυστηρίου της Ιερωσύνης. 


Ένας πύρινος στύλος, ο οποίος ανέβαινε από την γη στον ουρανό και χανόταν στο ύψος της απεραντωσύνης. 

Επέτρεψε, ο Θεός, ο καρδιογνώστης, «ο ετάζων καρδίας και νεφρούς και τα κρύφια των ανθρώπων». 

Το επέτρεψε ο Θεός, ο γνωρίζων τα βάθη της καρδίας του καθ’ ενός ανθρώπου. 

Ήθελε με αυτό να μου φανερώση σε ποιο ύψος θα ανεβαίνη κάθε φορά η ταπεινή προσευχή, όταν θα τελήται: 

η Θεία και Ιερά Λειτουργία, 

η δέησις, 

η παράκλησις. 


Κάθε φορά όταν θα λειτουργώ και θα παρακαλώ τον Θεό υπέρ των δικών μου αμαρτιών και της σωτηρίας και συγχωρήσεως όλου του κόσμου. 

Θεέ μου, ποιος έχει την δύναμη να εισέρχεται – έλεγα – μέσα σε αυτή την κάμινο την καιομένη και να εξέρχεται αβλαβής και άθικτος; 

Ω Θεέ μου, Παναγία μου! 

Καλλίτερα να αποχωρήσω και ας μη αναλάβω μια τέτοια φοβερή ευθύνη και τέτοιο αβάστακτο βάρος. 


Μέσα σε αυτή την θύελλα των θετικών και αρνητικών αποφάσεών μου, άκουσα από 

τα δεξιά μου ζωντανή και γλυκύτατη και αλησμόνητη φωνή: 


«εάν παιδάκι μου, εσένα, τον οποίο ο Υιός μου διεφύλαξε ψυχικώς και σωματικώς, δεν αναλάβεις να τον υπηρετήσης, ποιος θα τον υπηρετήση; 

Ο πόρνος ή ο μοιχός; 

Ο χαρτοπαίκτης ή ο μέθυσος; 

Ο βλάσφημος ή ο άπιστος;».


 Μόλις άκουσα όλα αυτά τα ερωτήματα, αμέσως ήρθε στην καρδιά μου ένα δύσκολο ερώτημα: 

«ποιόν δρόμο να ακολουθήσω; 

Τον δρόμο του έγγαμου 

ή του άγαμου βίου;». 


Οι φίλοι μου και οι οικείοί μου, όταν τους αποκάλυπτα την επιθυμία μου, με συμβούλευαν να ακολουθήσω τον έγγαμο βίο. 

Με ήθελαν να είμαι με οικογένεια, με σύζυγο και παιδιά, με σπίτια και κτήματα, με χωράφια και με κόσμο. 

Εγώ αντίθετα ποθούσα την αφιέρωσή μου στον Χριστό. 

Ποθούσα την μόρφωση, για να προσφέρω όσο το δυνατό περισσότερα στην Εκκλησία και την ολοκλήρωσή μου στον Θεό. 

Δεν απέβλεπα στο να διχάσω την ζωή μου, αλλά να ακολουθήσω έναν μόνο δρόμο. 

Τον βίο τον αγνό, τον καθαρό, τον απερίσπαστο, τον άσχετο προς τα εγκόσμια και τα πρόσκαιρα του νυν αιώνος. 


Μου αντέτασσαν όμως την δική τους γνώμη και μου τόνιζαν ότι πολλοί Άγιοι της Εκκλησίας μας ήταν με οικογένεια και με παιδιά. 

Και όμως ευαρέστησαν τον Θεό και αγίασαν.


 Μόλις άκουσα αυτή την γλυκύτατη φωνή, γνώριζα πέρα ως πέρα ότι δεν ήταν καμμία άλλη, παρά μόνο η φωνή της Παναγίας μου. 


Και πήρα το θάρρος να ρωτήσω ταπεινά και με φόβο και σεβασμό προς το Άγιο πρόσωπό της:


 «Παναγία μου, ποιόν δρόμο να ακολουθήσω; 

Τον δρόμο της Ιερωσύνης και της οικογένειας 

ή τον δρόμο της ολοκληρωτικής αφοσιώσεώς μου εις τον Υιόν Σου και Θεόν μου;». 


Και αμέσως μου απάντησε και πάλι η Παναγία μου:


 «άνοιξε παιδάκι μου το βιβλίο του Υιού μου και θα σου υποδείξη ο Υιός μου ποιόν δρόμο θα ακολουθήσης». 


Πάντοτε έφερα μαζί μου, στην αριστερή πλευρά του στήθους μου, στην θέση της καρδιάς, ως αχώριστο σύντροφό μου την Αγία Γραφή. 

Αυτή μελετούσα και προσευχόμουν στον Θεό. 

Γνώριζα καλά ότι, όση ώρα μελετούσα την Αγία Γραφή, με επεσκίαζε ο Θεός μου και με παρηγορούσε. 

Έλαβα τότε από την τσέπη την Αγία Γραφή. 

Την προσκύνησα με ευλάβεια και πίστη, για να πράξω ο,τι θα μου υποδείξη ο Θεός μου. 

Διετύπωσα το σημείο του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού και άνοιξα το Ιερό Βιβλίο των βιβλίων. 


Πρόσεξα τότε ότι η σελίδα της Αγίας Γραφής ήταν το 14ο Κεφάλαιο της Αποκάλυψης, το οποίο περιέγραφε την αγνότητα και την αφιέρωση και την λευκή στολή όσων θα ακολουθούν το Αρνίον: 

Τον Χριστόν. 


«Αυτοί απηρνήθησαν ολοτελώς τον κόσμον και ίνα μείνωσιν τελείως αφωσιωμένοι εις το Αρνίον δεν ήλθον εις σχέσιν προς γυναίκας».



   ☆ Τις πρεσβείες του να έχουμε...


    |εμείς από τον Κωνσταντίνο Σύμπουρα 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου